Legislator Case Law & Legislation
1627/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property division, ruling appeal inadmissible due to non-appearance of defendants.

Case Number 1627/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the First Instance Court of Kerkyra's decision to sell a shared property rather than divide it. The appellants argued that the lower court failed to prove the value of divided portions would be lower than the whole, yet the court found the First Instance Court had properly evaluated expert reports and witnesses. Consequently, the court rejected the appeal as baseless and ordered the appellants to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 800 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or be represented, and that a lower court's finding of value disparity in property division is valid if supported by expert evidence.

Keywords

AI generated
property division partition of real estate appeal inadmissibility non-appearance of parties legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Civil Code
Article 800 of the Civil Code
Article 480 of the Code of Civil Procedure
Article 481 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2)(a) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 128(4g) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1627 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1627/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων δ.δ. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαϊτζίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων δ.δ. ... . Οι 1η και η 2η (Ψ1 και Ψ2) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι 3ος, 4η και 5ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου ΑΑ και με τις από 7-9-1999 και 6-11-1999 κύριες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2000, 28/2004 μη οριστικές, 8/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2006 μη οριστική, 150/2007 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ..., ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., στις οποίες προσαρτώνται οι από 26-8-2008 τρεις αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος ... των δικογράφων που θυροκολήθηκαν και οι από 27-8-2008 αντίστοιχες βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζουν οι αναιρεσσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 26-6-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τον αναιρεσίβλητους Ψ3, Ψ4 και Ψ5, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς.

Όμως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, κατά το άρθρο 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας τους να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 480 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1562/1985, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την άνω διάταξη, αν η κατά τα άρθρα 480 και 480Α διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάζει την πώληση με πλειστηριασμό.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει μεν ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, είναι ανέλεγκτη, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, πλην όμως το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας περί του αδυνάτου αυτούσιας διανομής πρέπει, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 εδ.α` του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ να είναι σαφές.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το δυνατό ή προδήλως αδύνατο και ασύμφορο της αυτούσιας διανομής του επιδίκου ακινήτου, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 14.649,19 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ...

του Ν. ... . Οι διάδικοι είναι συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/24 καθένας από τους δύο αναιρεσείοντες, 3/24 κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και 2/24 καθένας από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Το επίδικο χαρακτηρίζεται ως ελαιοπερίβολο, περιέχει ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας, μη αποδοτικά, και, παρότι είναι εκτός σχεδίου, βρίσκεται σε περιοχή πολεοδομικά αναπτυσσόμενη, πλησιάζουσα στο δρόμο προς ...

και έτσι έχει ως "αστικό" ακίνητο ενιαίο ή διαχωριζόμενο σε τρία άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, έκταση τουλάχιστον 4.000 τ.μ. το καθένα, ενώ αν διανεμηθεί αυτουσίως, τα επί μέρους τμήματα που αναλογούν στο ποσοστό συγκυριότητας καθενός από τους διαδίκους κοινωνούς, καθίστανται άχρηστα ως οικονομικές μονάδες.

Ειδικότερα, συνεχίζει το Εφετείο, σύμφωνα με τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα ..., σύμφωνα με τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις εκθέσεις αυτές και από τη συνολική έκταση του επιδίκου των 14.649,19 τ.μ., πρέπει προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση κάθε κοινωνού στο τμήμα που θα λάβει με αυτούσια διανομή, να αφαιρεθεί λωρίδα κατά μήκος της νότιας πλευράς του, εμβαδού 936,43 τ.μ.

που θα παραμείνει στη συγκυριότητα και κοινή χρήση όλων ως οδός επικοινωνίας. Το υπόλοιπο θα αποτελέσει τα τμήματα που θα προκύψουν από την κλήρωση της αποκλειστικής κυριότητας του καθενός από αυτούς, τα οποία θα έχουν εμβαδόν: α) 3.428,19 τ.μ. για τους έχοντες ποσοστό συγκυριότητας στο κοινό ακίνητο 6/24, β) 1.714,09 τ.μ.

για τους έχοντες ποσοστό συγκυριότητας 3/24 και γ) 1.142,73 τ.μ. για τους έχοντες ποσοστό συγκυριότητας 2/24. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι έτσι τα τμήματα αυτά ως οικονομικές μονάδες, και ιδιαίτερα τα μικρότερα τμήματα, θα έχουν αξία που υπολείπεται εκείνης του ενιαίου ακινήτου, ενώ ως αγροτικά ακίνητα δεν θα είναι αποδοτικά σε κάθε είδους εκμετάλλευση και ως "αστικά" θα είναι όλα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, δεδομένου του εμβαδού αυτών ως μικρότερου των 4.000 τ.μ., και του ότι δεν έχουν πρόσωπο σε διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό, παρεκτός του ότι θα παραμείνει η συγκυριότητα των διαδίκων στην προαναφερόμενη εδαφική λωρίδα.

Ακολούθως το Εφετείο με βάση τα προαναφερθέντα δεδομένα έκρινε ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη και κατόπιν τούτου διέταξε τη διανομή του επιδίκου όχι αυτούσια, όπως ζητούσαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αλλά με πώλησή του με πλειστηριασμό, προκειμένου στη συνέχεια να λάβει κάθε συγκύριος μέρος από το εκπλειστηρίασμα, ανάλογα με την ιδανική του μερίδα.

Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα αν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή ή αν αυτή είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 800 ΑΚ και 480, 481 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι δέχτηκε ως αληθινό ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής η αξία των τμημάτων του διανεμητέου ακινήτου υπολείπεται της αξίας του ενιαίου ακινήτου, χωρίς απόδειξη.

Από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέδωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα και μάρτυρες. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 150/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ