1627/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-12-2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Σταματίου Καταπόδη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9039/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1627/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο δικαστικός επιμελητής έχει δικαίωμα να ζητά τις αναγκαίες πληροφορίες (άρθρο 25 παρ. 2), δικαιούται δε ειδικότερα να ενεργεί έρευνες στα δημόσια βιβλία που τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία με τον (αποκλειστικό) σκοπό την εξεύρεση περιουσιακών στοιχείων οφειλετών, εναντίον των οποίων έχει εντολή να ενεργήσει πράξεις εκτελέσεως (άρθρο 22 παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1627 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1627/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σούρλα.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-12-2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Σταματίου Καταπόδη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9039/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 73 Εισ.Ν.ΑΚ και 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση από δικηγόρο ή δικαστικό επιμελητή, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του λειτουργήματος του οποίου προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντιστοίχως, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου ή δικαστικού επιμελητή.
Επομένως, στοιχεία της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω προσώπων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά, ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια.
Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του παρανόμου σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους. Βαριά είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 38 και 46 του κώδικα περί δικηγόρων, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός (άρθρο 38) και κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την εντολή που του ανατίθεται ευσυνειδήτως και επιμελώς, προσπαθώντας να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του δικαίου (άρθρο 46 παρ. 1), οφείλει δε ιδία να μη υπερασπίζεται παράνομες και προφανώς άδικες υποθέσεις και να απέχει από κάθε μη ευθύ τρόπου υπερασπίσεως (άρθρο 46 παρ. 2).
Κατά το άρθρο 41 το ίδιου ως άνω κώδικα, η δημοσιότητα των βιβλίων υποθηκών, μεταγραφών και κατασχέσεων συνίσταται στην αυτοπρόσωπη έρευνα από τον ενδιαφερόμενο, παριστάμενο με δικηγόρο, ή από δικηγόρο και στην έκδοση πιστοποιητικού ή αντιγράφου από τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι δικηγόρος, επιμελούμενος, κατόπιν εντολής του επισπεύδοντος αναγκαστικής εκτελέσεως επί ακινήτου, αν λάβει γνώση ισχυρισμών του καθού, επικαλούμενου μάλιστα συγκεκριμένα γεγονότα, ότι το ακίνητο δεν ανήκει σ'αυτόν, φερόμενο ως οφειλέτη, αλλά σε τρίτο, οφείλει να προβεί σε έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, προς διαπίστωση της πραγματικής καταστάσεως, έστω και αν έχει εις χείρας του πιστοποιητικά του υποθηκοφύλακος, σε περίπτωση δε που επαληθεύονται οι ως άνω ισχυρισμοί οφείλει να απέχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια για τη συνέχιση της διαδικασίας.
Η παραμέληση της υποχρεώσεως αυτής του δικηγόρου, που επιβάλλεται για την προστασία των συμφερόντων όχι μόνον του εντολέα του επισπεύδοντος, αλλά και των τρίτων συμμετεχόντων στη διαδικασία του δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού πλειοδοτών, συνιστά παράνομη συμπεριφορά, αν δε ο δικηγόρος δεν προβεί στις εν λόγω ενέργειες παρά την ύπαρξη επανειλημμένων και επιμόνων ισχυρισμών του καθού, ως ανωτέρω, βαρύνεται με αμέλεια, χαρακτηριζόμενη ως βαριά, διότι η συμπεριφορά του εμφανίζει σημαντική απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικηγόρου και φανερώνει αδιαφορία για τα απειλούμενα από τις εμφιλοχωρούσες στην διαδικασία του πλειστηριασμού ακυρότητες συμφέροντα τέως μετεχόντων σε αυτή προσώπων, Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 22 παρ. 2 και 25 του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, που κυρώθηκε με τον ν. 2318/1995, ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, (άρθρο 1 παρ. 1) που ενεργεί ως όργανο της πολιτείας κατά τις επιταγές του νόμου (άρθρο 25 παρ. 1), στα έργα του οποίου ανήκει, μεταξύ άλλων, και η εκτέλεση των αναφερομένων στο άρθρο 904 παρ. 2 ΚΠΔ εκτελεστών τίτλων (άρθρο 1 παρ. 2β).
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο δικαστικός επιμελητής έχει δικαίωμα να ζητά τις αναγκαίες πληροφορίες (άρθρο 25 παρ. 2), δικαιούται δε ειδικότερα να ενεργεί έρευνες στα δημόσια βιβλία που τηρούνται στα υποθηκοφυλακεία με τον (αποκλειστικό) σκοπό την εξεύρεση περιουσιακών στοιχείων οφειλετών, εναντίον των οποίων έχει εντολή να ενεργήσει πράξεις εκτελέσεως (άρθρο 22 παρ. 2).
Τέλος, στο άρθρο 53 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα μεταξύ των παραβάσεων των καθηκόντων του δικαστικού επιμελητή, που μπορούν να γεννήσουν πειθαρχική ευθύνη του, αναφέρεται και κάθε πράξη ή παράλειψη που έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια και προκάλεσε ακυρότητα. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο δικαστικός επιμελητής ενεργών κατόπιν εντολής του επισπεύδοντος πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως επί ακινήτου, αν λάβει γνώση ισχυρισμών του καθού, επιμελούμενου μάλιστα συγκεκριμένα γεγονότα, ότι το ακίνητο δεν ανήκει σ'αυτόν, φερόμενο ως οφειλέτη, αλλά σε τρίτο, οφείλει να προβεί σε έρευνα στα βιβλία μεταγραφών προς διαπίστωση της πραγματικής καταστάσεως, σε περίπτωση δε που επαληθεύονται οι ως άνω ισχυρισμοί οφείλει να απέχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια για τη συνέχιση της διαδικασίας.
Η παραμέληση της υποχρεώσεως αυτής του δικαστικού επιμελητή, που επιβάλλεται για την προστασία των συμφερόντων όχι μόνον του εντολέα του επισπεύδοντος, αλλά και των τρίτων συμμετεχόντων στη διαδικασία του δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού, συνιστά παράνομη συμπεριφορά, αν δε δεν προβεί στις εν λόγω ενέργειες παρά την ύπαρξη επανειλημμένων και επιμόνων ισχυρισμών του καθού, ως ανωτέρω, βαρύνεται με αμέλεια, χαρακτηριζόμενη ως βαριά, διότι η συμπεριφορά του εμφανίζει σημαντική απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικαστικού επιμελητή και φανερώνει αδιαφορία για τα απειλούμενα από τις εμφιλοχωρούσες στην διαδικασία του πλειστηριασμού ακυρότητες συμφέροντα των μετεχόντων σε αυτή προσώπων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με βάση την ..... επιταγή που εξέδωσε ο Ε1 στην .... στις 30-4-1996, ποσού δρχ. 15.000.000, ο Δ1 ζήτησε και πέτυχε σε βάρος του Ε1 την έκδοση της 5373/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρ. Σουρλά επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της υπ'αριθμ. .....εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ1 (πρώτου εναγομένου), σε διαμέρισμα πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ...... , το οποίο εφέρετο ότι ανήκει κατά κυριότητα στον Ε1 σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής. 'Όμως ο τελευταίος, φερόμενος στη πιο πάνω διαταγή πληρωμής ως οφειλέτης, είχε ήδη αποβιώσει από τις 29-10-1991, το δε κατασχεθέν διαμέρισμα ουδέποτε ανήκε σ'αυτόν, αλλά από το 1987 ανήκε κατά κυριότητα στον εγγονό του Ε2 ο οποίος το είχε αγοράσει από τη ......, με το ......
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Ουρανίας Γουλανδρή-Μαστραποστόλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ο οποίος το μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην κόρη του Κ1 με το ..... νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Η κυρία του κατασχεθέντος διαμερίσματος Κ1 και ο πατέρας της Ε2 με την από 4-7-1996 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων, στις 16-7-1996, 16-7-1996 και 18-7-1996 αντίστοιχα, ανέφεραν, ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία επισεύδονταν η αναγκαστική εκτέλεση έπρεπε να στρέφεται κατά του Ε2 και όχι κατά του παππού του (Ε1) ότι το κατασχεθέν διαμέρισμα ανήκει κατά κυριότητα στη Κ1 από τις 19-3-1996, λόγω γονικής παροχής, που έγινε με το ......
συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, και ότι ουδέποτε ανήκε στον φερόμενο καθού η εκτέλεση και κάλεσαν τα παραπάνω πρόσωπα να απόσχουν από κάθε περαιτέρω πράξη εκτελέσεως. Στην εξώδικη αυτή δήλωση δεν γινόταν μνεία του θανάτου του παππού και προπάππου των δηλούντων αντίστοιχα, Το γεγονός αυτό το γνωστοποίησε, για πρώτη φορά, ο ανωτέρω στις 27-1-1999, ημέρα που είχε ορισθεί για τον πλειστηριασμό του εν λόγω ακινήτου, όταν εμφανίσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Γρηγορίου Κέστη, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και δήλωσε ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι άκυρη, "...
διότι ο εμφαινόμενος ως καθ'ου στον ως άνω πλειστηριασμό Ε1 έχει αποβιώσει προ ετών και ουδέποτε υπήρξε κύριος του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου...", ότι έχει υποβληθεί μήνυση στις 17-1-1999 κατά των εναγομένων και έχει ασκηθεί η από 18-1-1998 ανακοπή. Μετά από αυτά, στις 17-1-1999, ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, κατόπιν εντολής του επισπεύδοντος Δ1.
Όμως οι πρώτος και τέταρτη από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) Α. Χ1 και Χ2 σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν προκειμένου να διαπιστώσουν αν το κατασχεθέν ως άνω διαμέρισμα ανήκε κατά κυριότητα στον καθού η εκτέλεση και αν ο τελευταίος ήταν εν ζωή κατά το χρόνο εκδόσεως της ως άνω διαταγής πληρωμής και κατά το χρόνο της αναγκαστικής κατασχέσεως, καθώς επίσης αν ο πραγματικός οφειλέτης ήταν ο Ε1 ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1901, ή ο εγγονός του Ε2 ο οποίος έχει γεννηθεί το έτος 1955, και μάλιστα όχι μόνο μετά την επίδοση σ'αυτούς της ως άνω εξώδικης δηλώσεως, αλλ'ούτε μετά τη ματαίωση για δεύτερη φορά στις 17-1-1999 του πλειστηριασμού, ο οποίος τελικά διενεργήθηκε στις 23-6-1999, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Αννας Πανταλού.
Περαιτέρω το Εφετείο απέκρουσε τον προβαλλόμενο από τους εναγομένους ισχυρισμό ότι ο υποθηκοφύλακας Κηφισιάς βεβαίωσε ότι υπάρχει μερίδα στο όνομα του Ε1 και ότι στη μερίδα αυτή αναφέρεται το ως άνω διαμέρισμα, με τη σκέψη ότι οι εναγόμενοι, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια θα μπορούσαν να διαπιστώσουν, από το σχετικό έλεγχο των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, ότι ο φερόμενος ως οφειλέτης και καθού η εκτέλεση Ε1 ουδέποτε ήταν κύριος του ως άνω διαμερίσματος, όπως, επίσης, δεν ήταν κύριος ο εγγονός του Ε2 κατά το χρόνο της κατασχέσεως του διαμερίσματος αυτού.
Το κατασχεθέν ως άνω διαμέρισμα, εκπλειστηριάσθηκε στις 23-6-1999, όταν όμως ο ενάγων, ο οποίος αναδείχθηκε πλειοδότης, ζήτησε, μετά την κατακύρωση, τη μεταγραφή της κατακυρωτικής εκθέσεως, διαπίστωσε ότι αυτή ήταν ανέφικτη, δεδομένου ότι ο καθού η εκτέλεση δεν ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι υπέστη ζημία, ισούμενη με τα χρηματικά ποσά που ματαίως, ήτοι χωρίς να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου, κατέβαλε ως πλειστηρίασμα και τα συναφή με την εκτέλεση έξοδα.
Η ανωτέρω ζημία του ενάγοντος, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, οφείλεται σε βαριά αμέλεια του πρώτου και της τέταρτης των εναγομένων, οι οποίοι επέδειξαν συμπεριφορά σημαντικώς αποκλίνουσα από αυτή που μπορεί να επιδείξει ο μέσος συνετός άνθρωπος. Ειδικότερα: ο πρώτος εναγόμενος (Χ1) ως δικαστικός επιμελητής που συνέταξε την .....
έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του διαμερίσματος μετά την προς αυτόν επίδοση (στις 16-7-1996) της πιο πάνω εξώδικης δηλώσεως της αληθινής κυρίας του κατασχεθέντος ακινήτου, όχι μόνο δεν προέβη σε έλεγχο των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, όπως όφειλε και εδικαιούτο να πράξει επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, από τον οποίο θα διαπίστωνε ότι το ως άνω διαμέρισμα ουδέποτε είχε καταχωρηθεί στη μερίδα του καθού η εκτέλεση και ουδέποτε ανήκε κατά κυριότητα σ'αυτόν, και ως εκ τούτου όφειλε να απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια της εκτελεστικής διαδικασίας και να αρνηθεί την εκτέλεση της εντολής της τέταρτης εναγομένης, πληρεξουσίας δικηγόρου του επισπεύδοντος Δ1, αλλά επιδεικνύοντας συμπεριφορά, σημαντικώς αποκλίνουσα από αυτή του μέσου συνετού ανθρώπου, προέβη στην έκδοση, α) της 778/18-12-1998 Α επαναληπτικής περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως, με την οποία όρισε νέο χρόνο διενέργεια πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου την 27-1-1999, ο οποίος ματαιώθηκε υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και στη συνέχεια β) της 819/18-5-1999 Β επαναληπτικής περιλήψεως με την οποία όρισε ως ημερομηνία του πλειστηριασμού την 23/6/1999, και κατέθεσε στις 18-5-1999 ενώπιον του δευτέρου εναγομένου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου τα έγγραφα του πλειστηριασμού.
Η τέταρτη εναγόμενη (Χ2), ως πληρεξούσια δικηγόρος του επισπεύδοντος Δ1 που επιμελήθηκε της εκδόσεως της 5373/1996 διαταγής πληρωμής, μετά την προς αυτή επίδοση (στις 16-7-1996) της πιο πάνω εξώδικης δηλώσεως της αληθινής κυρίας του κατασχθέντος ακινήτου, όχι μόνο δεν προέβη σε έλεγχο των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, όπως όφειλε και εδικαιούτο να πράξει, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, από τον οποίο θα διαπίστωνε ότι το διαμέρισμα ουδέποτε ανήκε κατά κυριότητα στον καθού η εκτέλεση και ουδέποτε είχε καταχωρηθεί στη μερίδα του και ως εκ τούτου όφειλε να απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια της εκτελεστικής διαδικασίας και να αρνηθεί την εκτέλεση της εντολής του επισπεύδοντος Δ1, όπως εδικαιούτο σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 2 του Κώδικος περί Δικηγόρων, αλλά επιδεικνύοντας συμπεριφορά σημαντικά αποκλίνουσα απ'αυτή του μέσου συνετού ανθρώπου, α) στις 18-12-1998 έδωσε εντολή στον πρώτο εναγόμενο να συνεχίσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού σε βάρος του καθού η εκτέλεση και να ορίσει ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου την 27-1-1999, κατά την οποία ματαιώθηκε, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, και στη συνέχεια, β) στις 18-5-1999 έδωσε εντολή εκ νέου στον πρώτο εναγόμενο να συνεχίσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού σε βάρος του καθού η εκτέλεση και να ορίσει ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού στις 23-6-1999.
Κατ΄ακολουθίαν των προαναφερομένων παραδοχών, το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι δικηγόρος και δικαστικός επιμελητής πρέπει να υποχρεωθούν σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του υπερθεματίσαντος στον εν λόγω πλειστηριασμό ενάγοντος. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ειδικότερα δε τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συνιστούν πράγματι τη γενόμενη δεκτή βαριά αμέλεια των εναγομένων.
Κατ΄ακολουθίαν είναι αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και μάλιστα είτε γενικώς είτε στη συγκεκριμένη περίπτωση, β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει, μεταξύ άλλων, στο αναιρετήριο στην μεν πρώτη περίπτωση να ισχυρισθεί ο αναιρεσείων ότι επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά που το υποχρέωναν κατά νόμο να μην λάβει υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, στη δε δεύτερη να αναφέρεται ότι έγινε κατά νόμιμο τρόπο επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 (όχι και 12) για το λόγο ότι α)αποφαινόμενη επί αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου και δικαστικού επιμελητή έλαβε υπόψη την 2367/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρά το ότι αυτή δεν είχε περιληφθεί στα έγγραφα που σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 3 Εισ.Ν ΚΠολΔ είχαν επισυναφθεί στην αγωγή και κατατεθεί στην γραμματεία του δικαστηρίου και β) δεν έλαβε υπόψη τα ειδικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που με επίκληση είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες "κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία". Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού στην μεν πρώτη περίπτωση δεν ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι επικαλέσθηκαν στο εφετείο τον ως άνω λόγο για τον οποίο, κατά τις απόψεις τους, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στη δε δεύτερη δεν αναφέρεται ειδικότερα, ο τρόπος επικλήσεως και προσαγωγής των εγγράφων, δεδομένου ότι δεν αρκεί προς τούτο η ανωτέρω αόριστη αναφορά ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσκομίσει αυτή με επίκληση "κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία".
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάσει αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (Ολ.
ΑΠ. 3/97). Δεν ιδρύει όμως το λόγο αυτό αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και για τούτο μη ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ. 40/88). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τη νομοτύπως προταθείσα ένστασή τους εκ του άρθρου 300 ΑΚ, στηριζόμενη στον ισχυρισμό ότι ο ενάγων συνετέλεσε στη ζημία του από δικό του πταίσμα, αφού έλεγχος τίτλων έγινε για λογαριασμό του από δικηγόρο και δικαστικούς επιμελητές που συνεργαζόταν με αυτόν.
Η ένσταση όμως αυτή δεν είναι νόμιμη, διότι ο δικηγόρος ή ο δικαστικός επιμελητής που ενεργεί έλεγχο τίτλων κατ' εντολή προσώπου ενδιαφερομένου να υπερθεματίσει σε αναγκαστικό πλειστηριασμό δεν είναι πρόσωπα για τα οποία το πρόσωπο αυτό ευθύνεται κατά την έννοια του άρθρου 300 § 2 ΑΚ, έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, κατά την οποία, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Κατ' ακολουθίαν ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Όπως προκύπτει από την από 16-11-1999 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, με βάση την 5373/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε με αίτηση του Δ1 κατά του Ε1 επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, με την 588/1996 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του πρώτου εναγομένου Χ1 δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, του αναφερομένου σε αυτή ακινήτου, το οποίο εφέρετο ότι ανήκει στον πιο πάνω οφειλέτη.
Ότι στις 23-6-1999, ύστερα από δύο ματαιώσεις, διενεργήθηκε δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός, το δε εκπλειστηριασθέν ως άνω ακίνητο κατακυρώθηκε στον ενάγοντα, που κατάβαλε το εκ δρχ. 15.100.000 πλειστηρίασμα. Ότι ο πλειστηριασμός πάσχει απόλυτη ακυρότητα, καθόσον ο φερόμενος στη άνω διαταγή πληρωμής ως οφειλέτης-καθού η εκτέλεση Ε1 είχε ήδη αποβιώσει από τις 29-12-1991 και επιπλέον το εκπλειστηριασθέν διαμέρισμα ουδέποτε ανήκε σ'αυτόν (αποβιώσαντα), αλλά αρχικά ανήκε κατά κυριότητα στον εγγονό του, Ε2 ο οποίος το είχε αγοράσει με το ....
νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Ουρανίας Γουλανδρή - Μαστραποστόλη, και στη συνέχεια στη θυγατέρα του Κ1 , στην οποία ο εν λόγω Ε2 το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής με το ..... νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και ότι οι εναγόμενοι αν και γνώριζαν ότι ο φερόμενος ως οφειλέτης είχε αποβιώσει από το έτος 1991 και ότι το εκπλειστηριασθέν ως άνω ακίνητο ουδέπότε του ανήκε κατά κυριότητα, εν τούτοις από δόλο, αλλιώς από βαριά αμέλεια, ο μεν πρώτος απ'αυτούς (δικαστικός επιμελητής) προέβη σε κατάσχεση ακινήτου τρίτου και εξέδιδε προγράμματα πλειστηριασμού κατά προσώπου αποβιώσαντος, καθώς επίσης επέδιδε δικόγραφα στο πρόσωπο αυτό, η δε τέταρτη δικηγόρος Χ2 υπέβαλε στο υποθηκοφυλάκειο Κηφισιάς αίτηση για εγγραφή προσημειώσεως υπέρ του επισπεύδοντος και κατά του ως άνω αποβιώσαντος ήδη φερόμενου ως οφειλέτη και δεν απέτρεψε την πρόοδο της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλ΄αντίθετα με τις εντολές που έδωσε στις 18-12-1998 και 18-5-1999, για συνέχιση των πλειστηριασμών που είχαν ματαιωθεί και την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων κατά αποβιώσαντος και επί ακινήτου τρίτου συνήργησε στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως.
Ότι ο ενάγων συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αντιδίκων του υπέστη περιουσιακή ζημία, ισούμενη με το ποσό των 16.582.145 δραχμών που κατέβαλε για το πλειστηρίασμα και διάφορες δαπάνες, και καθώς και ηθική βλάβη. Κατ΄ακολουθίαν δε του ιστορικού αυτού, ο αναιρεσίβλητος κατά την εκ των άρθρων 73 Εισ.Ν.ΑΚ και 914 ΑΚ επικουρική βάση της αγωγής, η οποία έγινε και δεκτή, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά, Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι, κατά την προαναφερόμενη βάση της, ορισμένη και από αυτή την άποψη παραδεκτή, ειδικότερα δε αναφέρεται με πληρότητα σε περιστατικά που συνιστούν τις επικαλούμενες μορφές υπαιτιότητας (δόλο και βαριά αμέλεια) των εναγομένων και ιδρύουν τον απαιτούμενο κατά νόμο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς των τελευταίων και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν έκρινε απορριπτέα ως αόριστη και απαράδεκτη την αγωγή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ο δε τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις, με τις οποίες, όμως, αναφερόμενες σε αξιολογήσεις μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι δε πλήρης ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο και να παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενό του ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα του ..... πιστοποιητικού του Δημάρχου Κηφισιάς και του 1910/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Δεν εκτίθεται όμως, όσον μεν αφορά το πιστοποιητικό του Δημάρχου ποιο είναι το περιεχόμενό του, όσον δε αφορά το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών τί δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με το περιεχόμενό του. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12, χωρίς όμως να αναφέρει περιστατικά που στοιχειοθετούν αυτόν, είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.1.2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 9039/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ