Supreme Court partially allows appeal on medical staff salary and pension calculations under Greek public law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a single-instance court ruling regarding the salaries and pensions of medical staff. The court found errors in the lower court's calculation of seniority-based rank progression and the base salary used for service allowances. Consequently, the case was remitted to a different judge within the same court for further examination of these specific points.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3)(b) and 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remit the case for further examination when the lower court erred in applying legal rules regarding salary scales or pension entitlements, requiring a new judicial determination of the disputed amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1626 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Tου καλούντος - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Ζ. του Χ., 2.Ν. Π. του Σ., 3.Κ. Μ. του Ι., 4.Θ. Μ. του Δ., 5.Π. Λ. του Α., 6.Χ. - Ε. Σ. του Ι., 7.Μ. Μ. του Μ., 8.Κ. Κ. του Χ., 9.Θ. Κ. του Κ., 10.Κ. Μ. του Ι., 11.Χ. Π. του Φ., 12.Η. Τ. του Κ., 13.Δ. Κ. του Α., 14.Χ. Β. του Σ., 15.Ε. Χ. του Σ., 16.Ι. Κ. του Γ., 17.Μ. Κ. του Α., 18.Β. Κ. του Γ., 19.Α. Μ. του Ε., και 20.Μ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5061/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 649/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1-3-2019 αίτησή του και τους από 24-10-2019 προσθέτους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 308/2020 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1129/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό έβδομο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το υπό στοιχεία Ι του
ΙΙ (α) έως (β) μέρος του και ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, κατά της με αριθ. 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Κατόπιν κλήσης και συζήτησης στην Ολομέλεια, εκδόθηκε η 4/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που απόρριψε τους παραπεμθέντες ως άνω στην Πλήρη Ολομέλεια λόγους και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Β2' τμήματος του Αρείου Πάγου, για να κριθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική με 308/2020 απόφασή του. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 9-12-2022 κλήση του καλούντος, η προκείμενη υπόθεση φέρεται προς συζήτηση στο δικαστήριο τούτο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 221/2022 κλήση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου" και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου -ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτό ασκηθείσα από 1.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 231/14/2019 αίτηση αναίρεσης και οι από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 107/24.10.2019 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της με αριθμό 649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μετά την αναπομπή αυτών με τη με αριθμό 4/2022 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στο παρόν αναιρετικό τμήμα για να αποφανθεί τούτο επί των λόγων αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, για τους οποίους είχε επιφυλαχθεί με τη με αριθμό 308/2020 απόφασή του.
Με την κρινόμενη, από 1.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 231/14/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 107/24.10.2019 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που στρέφονταν κατά είκοσι ενός (21) συνολικά αναιρεσίβλητων, μεταξύ των οποίων και οι είκοσι (20) καθ'ων η κλήση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμό 649/25.10.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 29.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 98/17/5.1.2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου", που τώρα έχει την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ)" και επικυρώθηκε έτσι η με αριθμό 5061/16.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της κατά την κύρια αυτής βάση ως κατ' ουσία βάσιμη η από 24.2.2017 και με αριθμό κατάθεσης 2105/1032/24.2.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και είχε αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον οφείλει να τους καταβάλει τα στην πρωτόδικη απόφαση αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1.1.2015 έως 30.4.2017, οφειλόμενες στη μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών τους κατ' εφαρμογή ρυθμίσεων του Ν. 4093/2012 που κρίθηκε ότι αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος, στον μη υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας με βάση το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και στην παράλειψη εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος της ένταξης αυτών ως Διευθυντών αναδρομικά από 31.12.2014, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 38 του Ν. 4368/2016.
Επί της από 1.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 231/14/2019 αίτησης αναίρεσης και των από 24.10.2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθμό 308/2020 απόφαση του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αποφάνθηκε ως εξής: 1) Απέρριψε την από 1.3.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 24.10.2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς τον τρίτο των αναιρεσίβλητων (και μη διάδικο στην παρούσα μετ' αναπομπή αναιρετική δίκη) Α.
Α. του Χ., 2)Απέρριψε τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, έκτο και έβδομο κατά το τελευταίου αυτού σκέλος λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, όγδοο, ένατο κατά το τελευταίο του σκέλος και δέκατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. 3) Παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ (α) έως (β) μέρος του και ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος κατά της ίδιας ως άνω με αριθμό 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και 4) Επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των τέταρτου και πέμπτου αναιρετικών λόγων του κυρίως δικογράφου και επί των τρίτου, έκτου και έβδομου πρόσθετων λόγων για αναίρεση της ίδιας ως άνω με αριθμό 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση από την Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου επί των παραπεμπόμενων σε αυτήν λόγων αναίρεσης. Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό 4/2022 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία: (α) Απέρριψε τους παραπεμφθέντες ενώπιόν της έβδομο λόγο του κυρίως δικογράφου της από 1.3.2019 αίτησης κατά το υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ (α) μέρος του και τον ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση) δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποφαινόμενο ότι το Εφετείο, με την κρίση του περί αντισυνταγματικότητας, δεν παραβίασε δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, τις διατάξεις της απόφασης οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών καθώς και τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1. (β) Απέρριψε ως απαράδεκτο τον ίδιο ως άνω ένατο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, ως προς την αιτίασή του για παραβίαση και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ. (γ) Απέρριψε πρωτίστως ως απαράδεκτο, αλλά και ως αβάσιμο τον έβδομο λόγο του κυρίως δικογράφου κατά το υπό στοιχείο
ΙΙ (β) μέρος του και (δ) Ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου τους τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους του κυρίως δικογράφου και τους τρίτο, έκτο και έβδομο πρόσθετους λόγους αναίρεσης της ίδιας ως άνω με αριθμό 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, για τους οποίους με τη με αριθμό 308/2020 απόφασή του είχε επιφυλαχθεί να αποφανθεί.
Με το άρθρο 25 του ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού ΕΟΠΥΥ και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38/17.2.2014) , το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο "Αξιολόγηση και κατάταξη στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ.), και του οποίου ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 56), ορίζονται τα εξής: "1.
Η αίτηση των ιατρών που έχουν μεταταχθεί με την ανωτέρω διαδικασία [εννοείται με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του ίδιου νόμου], για ένταξή τους στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. και κατάταξή τους στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β' πρέπει να γίνει εντός ενός (1) μηνός από την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Όσοι δεν επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση ή δεν αξιολογηθούν θετικά για ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., παραμένουν υπηρετούντες στον κλάδο ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων. 2. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από εισήγηση του ΚΕ.Σ.Υ., συστήνεται και συγκροτείται σε κάθε Δ.Υ.Πε. πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης Ιατρών, το οποίο αποτελείται από τον Διοικητή της Υ.Πε., ως Πρόεδρο με αναπληρωτή τον αρμόδιο Αναπληρωτή Διοικητή της Υ.Πε.
και τέσσερα (4) Μέλη, Διευθυντές ή Επιμελητές Α', έναν από κάθε τομέα ιατρικής υπηρεσίας. Το Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των ουσιαστικών προσόντων των αιτούντων προς ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ.. Για την ένταξή τους στον κλάδο, τα προσόντα κάθε υποψηφίου αξιολογούνται με βάση τα τρία πρώτα κριτήρια αξιολόγησης που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Β' της ΔΥ13α/οικ. 39832/1997 (Β' 1088) υπουργικής απόφασης και το τέταρτο κριτήριο, όπως ορίζεται στο Κεφάλαιο Α' της ίδιας υπουργικής απόφασης.
Η κατάταξη των υποψηφίων σε βαθμό γίνεται σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους. Με συνολική υπηρεσία μέχρι 10 έτη στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β'. Με συνολική υπηρεσία άνω των 10 ετών και μέχρι τα 25 στο βαθμό του Επιμελητή Α'. Με συνολική υπηρεσία άνω των 25 ετών στο βαθμό του Διευθυντή. Ως υπηρεσία νοείται η υπηρεσία σε Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από τους οποίους προέρχεται.
Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διαδικασίας, τα όρια ηλικίας που τίθενται για τους ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ. δεν ισχύουν, υπό την προϋπόθεση οι υποψήφιοι να μην έχουν υπερβεί το 67ο έτος της ηλικίας τους". Περαιτέρω, με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 38, το οποίο φέρει τον τίτλο "Κατάταξη και μισθολογική αποκατάσταση ιατρών που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ και το ΙΚΑ στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ" του νόμου 4368/2016 "Μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 21/21.12.2016), η ισχύς του οποίου (άρθρου) άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με το άρθρο 101 του ίδιου νόμου και διατηρήθηκε με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017) ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
α) Οι ιατροί και οδοντίατροι των πρώην νοσοκομείων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν, με οποιοδήποτε νόμο, από τις πρώην Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., καθώς και β) οι ιατροί και οδοντίατροι, κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων, που μεταφέρθηκαν/ μετατάχθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ στις Δ.Υ.Πε.
και εντάχθηκαν ή εντάσσονται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ. κατατάσσονται σε βαθμό σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους ως εξής: αα) με συνολική υπηρεσία έως επτά (7) έτη από την ημερομηνία λήψης της ειδικότητας στον εισαγωγικό βαθμό του Επιμελητή Β`, ββ) με συνολική υπηρεσία άνω των επτά (7) ετών και μέχρι τα δεκαπέντε (15) έτη στο βαθμό του Επιμελητή Α` και γγ) με συνολική υπηρεσία άνω των δεκαπέντε (15) ετών στο βαθμό του Διευθυντή.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., όλοι οι παραπάνω λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας τους σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζόμενης και υπολογιζόμενης, για τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.. 2.
Τα πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014 (Α`38), όπως ισχύει, καθώς και τα τελευταία πέντε εδάφια της παραγράφου 2 της περίπτωσης Δ` της υποπαραγράφου ΙΖ.1 της παραγράφου ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α`85) καταργούνται". Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 του ν. 4238/2014 και 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4368/2016 συνάγονται τα εξής:
Κατά τη χρονική περίοδο ισχύος του ν. 4238/2014 (δηλαδή από 17.2.2014 μέχρι 20.2.2016) ο τρόπος κατάταξης των ιατρών- οδοντιάτρων των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, ορίζονταν από το άρθρο αυτό. Μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4368/2016, δηλαδή από τις 21.2.2016 και εφεξής ο τρόπος κατάταξης των ιατρών-οδοντιάτρων του ΕΣΥ, σύμφωνα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους γίνεται κατά τους ορισμούς του τελευταίου άρθρου, το οποίο, όμως, δεν έχει ρύθμιση περί αναδρομικής του ισχύος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπό το στοιχείο (α) σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και με τον συναφή έκτο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι έβδομο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά τα υπό στοιχεία (α), (β), και (δ) σκέλη του, το αναιρεσείον αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια αναφορικά με τον χρόνο, από τον οποίο έπρεπε οι αναιρεσίβλητοι να καταταχθούν στο βαθμό του Διευθυντή, επικαλούμενο ότι αυτή παραβίασε το άρθρο 25 του ν. 4238/2014 και το άρθρο 38 του ν. 4368/2016, στη ρύθμιση του οποίου προσέδωσε αναδρομική ισχύ από τις 31.12.2014.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς αφού στη μείζονα πρόταση αυτού διέλαβε, μεταξύ άλλων και τις διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 25 παρ. 2 του ν. 4238/2014 και 38 του ν. 4368/2016 (βλ. σελ. 20, 21 και 22 της προσβαλλόμενης απόφασης), μετά από την εκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε αναφορικά με τον χρόνο από τον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι γιατροί/οδοντίατροι έπρεπε να καταταχθούν στο βαθμό του Διευθυντή, τα εξής:
Ότι για τους ενάγοντες [και ήδη αναιρεσίβλητους], το οκτάμηνο από την ολοκλήρωση της μεταφοράς τους έληξε στις 19.11.2014, ωστόσο η κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ -μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησής τους- έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 31.12.2014, με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ Γ 3577/31.12.2014 της σχετικής διαπιστωτικής πράξης εκ μέρους της διοίκησης του εναγομένου [και ήδη αναιρεσείοντος].
Ότι οι ενάγοντες έχοντας προϋπηρεσία στο ΙΚΑ, αφ'ης εντάχθηκαν στο εναγόμενο παρανόμως αμείβονταν αφενός με αποδοχές Επιμελητή Α και όχι Διευθυντή, ενώ είχαν τα νόμιμα προς τούτο προσόντα σύμφωνα με την προϋπηρεσία τους. Ότι, ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα [και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] (Ε. Ζ.) είχε συνολική προϋπηρεσία 31 ετών, ο δεύτερος ενάγων [και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος] Ν.
Π. είχε συνολική προϋπηρεσία 30,55 ετών, η τέταρτη ενάγουσα [και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη] Κ. Μ. είχε συνολική προϋπηρεσία 26 ετών, ο πέμπτος ενάγων [και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος] Θ. Μ. είχε συνολική προϋπηρεσία 37,17 ετών, ο έκτος ενάγων [και ήδη έκτος αναιρεσίβλητος] Λ. Π. είχε συνολική προϋπηρεσία 29,67 ετών, ο έβδομος ενάγων [και ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος] Χ.
Ε. Σ. είχε συνολική προϋπηρεσία 33 ετών, ο όγδοος ενάγων [και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος] Μ. Μ. είχε συνολική προϋπηρεσία 28,08 ετών, ο ένατος ενάγων [και ήδη ένατος αναιρεσίβλητος] Κ. Κ., είχε συνολική προϋπηρεσία 31,00 ετών, ο δέκατος ενάγων [και ήδη δέκατος αναιρεσίβλητος] Θ. Κ., είχε συνολική προϋπηρεσία 28 ετών, ο ενδέκατος ενάγων [και ήδη ενδέκατος αναιρεσίβλητος] Κ.
Μ. είχε συνολική προϋπηρεσία 28,92 ετών, ο δωδέκατος ενάγων [και ήδη δωδέκατος αναιρεσίβλητος] Χ. Π. είχε συνολική προϋπηρεσία 30 ετών, ο δέκατος τρίτος ενάγων [και ήδη δέκατος τρίτος αναιρεσίβλητος] Η. Τ. είχε συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, η δέκατη τέταρτη ενάγουσα [και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη] Δ. Κ.
είχε προϋπηρεσία 21,67 ετών, η δέκατη πέμπτη ενάγουσα [και ήδη δέκατη πέμπτη αναιρεσίβλητη] Χ. Β. είχε συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, η δέκατη έκτη ενάγουσα [και ήδη δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη] Ε. Χ. είχε συνολική προϋπηρεσία 30 ετών, ο δέκατος έβδομος ενάγων [και ήδη δέκατος έβδομος αναιρεσίβλητος] Ι. Κ. είχε συνολική προϋπηρεσία 28,17 ετών, η δέκατη όγδοη ενάγουσα [και ήδη δέκατη όγδοη αναιρεσίβλητη] Μ.
Κ. είχε συνολική προϋπηρεσία 28,50 ετών, η δέκατη ένατη ενάγουσα [και ήδη δέκατη ένατη αναιρεσίβλητη] Β. Κ. είχε συνολική προϋπηρεσία 29,75 ευρώ, η εικοστή ενάγουσα [και ήδη εικοστή αναιρεσίβλητη] Α. Μ. είχε συνολική προϋπηρεσία 33,5 ετών και ο εικοστός πρώτος ενάγων [και ήδη εικοστός πρώτος αναιρεσίβλητος] Μ. Π.
είχε συνολική προϋπηρεσία 32,67 ετών". Από τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σαφώς συνάγεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη (Κ. Δ.) καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 30.4.2017 έπρεπε να καταταχθεί στον εισαγωγικό βαθμό του Διευθυντή (και όχι του Επιμελητή Α), παρότι κατά το χρόνο της ένταξής της στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον (δηλαδή στις 31.12.2014) είχε συνολική προϋπηρεσία 21,67 ετών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των έκτου, έβδομου και όγδοου εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014, τα οποία, όπως ήδη εκτέθηκαν, ίσχυσαν από τις 17.2.2014 που δημοσιεύθηκε ο ως άνω νόμος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέχρι τις 21.2.2016, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 4368/2016, με την παράγραφο 2 του άρθρου 38 του οποίου τα ως άνω εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014 καταργήθηκαν.
Τούτο διότι με βάση τις ρυθμίσεις των έκτου, έβδομου και όγδοου εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014, η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη, έχοντας συνολική προϋπηρεσία 21,67 ετών στις 31.12.2014, που εντάχθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, ορθά κατατάχθηκε από το τελευταίο στο βαθμό του Επιμελητή Α' και ορθά κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι τις 21.2.2016 που άρχισαν να ισχύουν οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 4368/2016, οι συνολικές μηνιαίες της αποδοχές καθορίσθηκαν με βάση τις αποδοχές του γιατρού/οδοντιάτρου που κατέχει το βαθμό του Επιμελητή Α'.
Παράλληλα το Εφετείο παραβίασε και το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 4368/2016, διότι του προσέδωσε αναδρομική ισχύ, χωρίς αυτό να ορίζεται στις διατάξεις του, αλλά, αντίθετα, κατά το άρθρο 101 του ίδιου ως άνω νόμου 4368/2016 η έναρξη ισχύος και των ρυθμίσεων του άρθρου 38 παρ. 1 του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Συνεπώς, για το επιμέρους αιτούμενο με την ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι τις 20.2.2016 η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη δικαιούται διαφορές μηνιαίων συνολικών αποδοχών υπολογιζόμενες: α) χωρίς τις μειώσεις που έγιναν κατ' εφαρμογή της ανίσχυρης ως αντίθετης με το Σύνταγμα διάταξης της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, και β) με βάση τις μηνιαίες αποδοχές που δικαιούται ο γιατρός/οδοντίατρος του Ε.Σ.Υ.
που κατέχει το βαθμό του Επιμελητή Α'. Όμως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (δηλαδή ως προς τους 1η, 2ο, 4η, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 15η, 16η, 17ο, 18η, 19η, 20η και 21ο αναιρεσίβλητους), το Εφετείο δεχόμενο ότι καθένας από τους συγκεκριμένους αναιρεσίβλητους κατά το χρόνο ένταξής του στο αναιρεσείον, δηλαδή στις 31.12.2014, είχε την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία, που υπερβαίνει τα 25 έτη και ότι ως εκ τούτου έπρεπε να καταταχθεί στον εισαγωγικό βαθμό του Διευθυντή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των εδαφίων έβδομου και όγδοου της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014, και του επακολουθήσαντος άρθρου 38 παρ. 1 περ.
α του ν. 4368/2016, που ήδη εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, το υπό το γράμμα (α) σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου του κυρίως δικογράφου και τα υπό τα γράμματα (α), (β) και (δ) σκέλη του συναφούς έκτου (κα' ορθή αρίθμηση και όχι έβδομου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφορικά με το χρόνο από τον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έπρεπε να καταταχθούν στο βαθμό του διευθυντή κατ' εφαρμογή των πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοου εδαφίων της παραγρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014 και του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 4368/2016 είναι κατά ένα μέρος βάσιμοι, δηλαδή είναι βάσιμοι μόνον όσον αφορά στην δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη και για το επιμέρους του επιδίκου χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 20.2.2016.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 751/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με το υπό το στοιχείο (β) σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και με το υπό στοιχείο (γ) σκέλος του συναφούς έκτου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι έβδομου) πρόσθετου λόγου το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έπρεπε να καταταχθούν στο βαθμό του Διευθυντή από 31.12.2014, μολονότι δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα στην ένδικη από 24.2.2017 και με αριθμό κατάθεσης 2105/1032/2017 αγωγή τους.
Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της από 24.2.2017 και με αριθμό κατάθεσης 2105/1032/2017 αγωγής προκύπτουν τα εξής :Στην εικοστή (20η) σελίδα αυτής αναγράφεται κατά λέξη ότι "Η 2η ΔΥΠΕ ενέταξε τους ιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στις 31.12.2014. Μέχρι εκείνη την ημέρα αμείβονταν με τις αποδοχές του πρώην ΙΚΑ και από 31.12.2014 αμείβονταν με το μισθό του ν. 3205/2003 ως Επιμελητές Α' -και όχι ως Διευθυντές, όπως ορθά έπρεπε να ερμηνεύσουν το άρθρο 38 του ν. 4368/2016, δηλαδή ότι έπρεπε να ενταχθούν αναδρομικά ως Διευθυντές από το αρχικό ΦΕΚ, δηλαδή από 31.12.2014.
Συνεπώς οι διαφορές αποδοχών των εναγόντων υπολογίζονται ως εξής: β) από 1.1.2015 έως 30.4.2017, πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής, αφαιρούμε το μισθό που έλαβαν με την εσφαλμένη ερμηνεία του ν. 3205/2003 (δηλαδή με τις αντισυνταγματικές περικοπές) ως Επιμελητές Α - και όχι ως Διευθυντές, όπως δικαιούνταν". Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή περιελάμβανε (και) αίτημα να επιδικασθούν οι αξιούμενες διαφορές αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων με βάση το μισθό που ορίζεται για τον κατέχοντα το βαθμό του Διευθυντή γιατρό/οδοντίατρο, στον οποίο, κατά την αγωγή, οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι έπρεπε να είχαν καταταχθεί από 31.12.2014.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι την ένδικην χρονική περίοδο από την 1.1.2015 μέχρι τις 30.4.2017 οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που έπρεπε να τους καταβληθούν ως Διευθυντών ιατρών/οδοντιάτρων και των αποδοχών που τους καταβλήθηκαν ως γιατρών/οδοντιάτρων Επιμελητών Α', δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ως εκ τούτου είναι αβάσιμα το υπό το γράμμα (β) σκέλος του τέταρτου λόγου του κυρίως δικογράφου και το συναφές υπό το γράμμα (γ) σκέλος του έκτου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι έβδομου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω εκτεθείσα, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια.
Τα άρθρα 43 και 44 του ν. 3205/2003 είναι ενταγμένα στο Μέρος Β "Λοιπά Μισθολόγια" Κεφάλαιο Γ "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" του ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" και ίσχυσαν μέχρι την κατάργησή τους με το άρθρο 160 περ. α του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74), η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 162 αυτού, αρχίζει από 1.1.2017.
Τα άρθρα 29 και 30 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 159 του ν. 4472/2017, είναι ενταγμένα στο κεφάλαιο Α του Β Μέρους του νόμου 3205/2003 με τον τίτλο "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών". Στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, που φέρει τον τίτλο "Βασικός Μισθός", όπως αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), στη συνέχεια και διαδοχικά με το άρθρο 11 του ν. 3453/2006 (ΦΕΚ Α 74), με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.
ιδ του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80), με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και τελικά με το άρθρο 55 παρ. 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011) και πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας περίπτωση 27.α της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222) , ορίζονται τα εξής: "1.
Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2011 στα παρακάτω ποσά: α. Συντονιστής Διευθυντής : 2.055 ευρώ, β. Διευθυντής : 2.054 ευρώ, γ. Επιμελητής Α. 1.759 ευρώ. δ. Επιμελητής Β : 1.468 ευρώ, ε. Ειδικευόμενος : 1.027 ευρώ. 2.
Στο ιατρικό προσωπικό του κλάδου ΕΣΥ περιλαμβάνονται και οι οδοντίατροι, καθώς και οι ιατροί που ανήκουν στο Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και στις κλινικές, τμήματα, εργαστήρια και μονάδες αυτού". Περαιτέρω, στη παράγραφο Α. 1 του άρθρου 44 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3205/2003), που φέρει τον τίτλο "Επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις" ορίζονται τα εξής: " Α.
Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1. Χρόνου υπηρεσίες, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού. Ως υπηρεσία για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται υπόψη εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, υπολογιζόμενου και του χρόνου απόκτησης ειδικότητας".
Εξάλλου, στην παράγραφο Α. 1 του, (ενταγμένου στο κεφάλαιο Α του Β Μέρους "Ειδικό Μισθολόγιο Δικαστικών Λειτουργών"), άρθρου 30 του ν. 3205/2003, που, επίσης, φέρει τον τίτλο "επιδόματα, παροχές, αποζημιώσεις" ορίζονται τα ακόλουθα: "Α. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1.
Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός".
Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 καθορίζονται ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί όλων των δικαστικών λειτουργών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται με το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη, ο οποίος έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 2.067 ευρώ μηνιαίως σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 29, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α 246).
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 43 και 44 παρ. Α περ. 1, 29 παρ. 2 και 30 παρ. Α περ.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν κατά την επίδικη περίοδο (δηλαδή μέχρι και την 30.12.2016) συνάγεται εναργώς ότι: Το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. 3205/2003, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011), ορίζει τους από 1.1.2011 καταβαλλόμενους μηνιαίους βασικούς μισθούς όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των γιατρών του Ε.Σ.Υ και το άρθρο 44 παράγραφος Α.1 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, επιπλέον του ως άνω βασικού μισθού των γιατρών, παρέχεται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, για τον καθορισμό του οποίου παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α. 1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού.
Η κατά τα άνω ανάλογη εφαρμογή αναφέρεται στο επί μέρους και στο συνολικό ποσοστό (4% και 60%) του χρονοεπιδόματος, καθώς και στον απαιτούμενο χρόνο που πρέπει να συμπληρωθεί για τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος και όχι προφανώς στη βάση υπολογισμού του, ήτοι στο ποσό επί του οποίου εκάστοτε υπολογίζεται.
Επομένως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις :α) το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών του Ε.Σ.Υ. ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας (της υπηρεσίας καθοριζόμενης σύμφωνα με το εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 44), προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%) και β) το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο γιατρός, αναλόγως, δηλαδή, του βαθμού του.
Αντιθέτως, από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός και μάλιστα στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη, καθόσον, εάν οριζόταν το τελευταίο, στην παράγραφο Α.1 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, (που, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ του Β Μέρους του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας"), δεν θα αναγραφόταν η φράση "με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου Α.1 του άρθρου 30 του νόμου αυτού", αλλά ρητώς και ευθέως θα οριζόταν "κατ' εφαρμογή της παραγράφου Α.1.
του άρθρου 30 του ν. 3205/2003". Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται και από το ότι στο άρθρο 43 του ν. 3205/2003, υπό την αρχική του διατύπωση, καθορίζονταν ανά βαθμό οι βασικοί μισθοί των ιατρών με βάση τους εκεί αναγραφόμενους συντελεστές, οι οποίοι πολλαπλασιάζονταν με τον μηνιαίο βασικό μισθό του Επιμελητή Β, που οριζόταν σε συγκεκριμένο ύψος (1.042 ευρώ) και συνεπώς ο αρχικός νομοθέτης είχε ρυθμίσει με αντίστοιχο τρόπο τους βασικούς μισθούς των ιατρών με εκείνο των δικαστικών λειτουργών (ΑΠ 904/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του διέλαβε τη νομική παραδοχή ότι "Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 3205/2003, που διήπε τις αποδοχές των ιατρών του Π.Ε.Δ.Υ. σύμφωνα με το άρθρο 44 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα: 1.
Χρόνου υπηρεσίας, οριζόμενο σε ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) με τη συμπλήρωση ενός (1) έτους υπηρεσίας, προσαυξανόμενο στη συνέχεια ανά διετία από τη χορήγηση του ποσοστού αυτού και μέχρι δεκατέσσερις (14) διετίες κατά τέσσερις (4) ποσοστιαίες μονάδες και μέχρι συνολικού ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%). Το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο δικαστικός λειτουργός", ενώ κατά το άρθρο 86 παρ. 6β του ν. 4307/2014 ορίσθηκε ότι "o μηνιαίος βασικός μισθός του Πρωτοδίκη ορίζεται σε 2.067 ευρώ"" (βλ.
την πρώτη σελίδα του 12ου φύλλου της 649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς). Στη συνέχεια, το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ότι εσφαλμένα καταβαλλόταν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους χρονοεπίδομα υπολογιζόμενο βάσει του βασικού μισθού του Επιμελητή Α' και όχι βάσει του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη (βλ. 1η σελίδα του 13ου φύλλου της με αριθμό 649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς), καθόρισε δε το καταβλητέο ποσοστό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας του κάθε ενάγοντος -αναιρεσίβλητος επί του ποσού των 2.067 ευρώ/μήνα, που ήταν ο βασικός μισθός του Πρωτοδίκη [βλ. 2η σελίδα του 13ου φύλλου και 14ο, 15ο και 16ο φύλλο της με αριθμό 649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς) και τελικά επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα με αριθμό 5061/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (βλ. 2η σελίδα του 18ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης), που επίσης είχε υπολογίσει το ποσοστό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων -αναιρεσίβλητων στο βασικό μισθό του Πρωτοδίκη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 43, 44 παρ. Α.1, 29 παρ. 1 και 2 και 30 παρ. Α.1 του νόμου 3205/2005, όπως είχαν αντικατασταθεί με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την ανίσχυρη λόγω αντισυνταγματικότητας διάταξη του άρθρου πρώτου της παραγράφου Γ της υποπαραγράφου Γ1 περίπτωση 27 εδαφ.
α, β, γ του ν. 4093/2012 και πριν τα άρθρα 43 και 44 του ως άνω νόμου (δηλ. του ν. 3205/2003) καταργηθούν με το άρθρο 160 περ. α του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74), η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 162 αυτού, αρχίζει από 1.1.2017. Και τούτο διότι, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, από το συνδυασμό των οποίων εναργώς συνάγεται ότι κατά τη χρονική περίοδο ισχύος τους το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των γιατρών του ΕΣΥ και εν προκειμένω των είκοσι αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων, υπολογίζεται στο βασικό μισθό που δικαιούται κάθε φορά ο γιατρός, αναλόγως δηλαδή του βαθμού του [άρθρο 43 του ν. 3205/2003 όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31/2.3.2011)].
Επομένως, το υπό το γράμμα (α) πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής με αυτό έβδομος (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι όγδοος) πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 308/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με το υπό το γράμμα (β) σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου το αναιρεσείον ΝΠΔΔ αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα και κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στον τρόπο υπολογισμού του μισθολογίου των αναιρεσίβλητων. Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο το υπό το γράμμα (β) σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, διότι σε αυτό δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η με αριθμό 649/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ώστε να είναι επαρκής.
Στο άρθρο 11 "Οικογενειακή παροχή" του ν. 3205/2003, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. Α. 5 του ίδιου νόμου, που είναι ενταγμένο στο Μέρος "Λοιπά Μισθολόγια", Κεφάλαιο Γ "Ιατροί Εθνικού Συστήματος Υγείας" εφαρμόζεται και στους γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), ορίζεται ότι "1.Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:
α. Για έγγαμο υπάλληλο, χωρίς ή με ενήλικα τέκνα, τριάντα πέντε ευρώ (35 Ε). "β. Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον, η ανωτέρω παροχή προσαυξάνεται κατά δεκαοκτώ ευρώ (18 ευρώ) για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα, κατά σαράντα επτά ευρώ (47 ευρώ) για καθένα από το τρίτο και τέταρτο και κατά εβδομήντα τρία ευρώ (73 ευρώ) για καθένα από το πέμπτο τέκνο και άνω..
Η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση". Ακολούθως, στο Κεφάλαιο Δεύτερο άρθρο 4 παρ. 1 του μεταγενέστερου ν. 4024/2011 "Συντάξεις Δημοσίου, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015" (ΦΕΚ Α 226/27.10.2011), ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου Κεφαλαίου, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται και οι κλάδοι ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Όμως, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 4 του ν. 4024/2011 ορίζεται ότι "Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου (δηλαδή της παραγράφου 1) το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β του ν. 3205/2003 (Α 297) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.
Περαιτέρω, στο άρθρο 17 του ως άνω νόμου 4024/2011, το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο "Οικογενειακή παροχή" και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α 176), η ισχύς του οποίου (άρθρου 34), σύμφωνα με το άρθρο 35 του αυτού νόμου, αρχίζει από την 1.1.2016, ορίζεται ότι "1. Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:
Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα τέκνο, σε εβδομήντα (70) ευρώ συνολικά για δύο τέκνα, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ συνολικά για τρία τέκνα, σε εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ συνολικά για τέσσερα τέκνα, και προσαυξάνεται κατά εβδομήντα (70) ευρώ ανά επιπλέον τέκνο.
Η κατά τα ανωτέρω παροχή χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση. 2. Ειδικά, για τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (I.E.Κ.), η παροχή δίδεται μόνο κατά το χρόνο φοίτησής τους, που προβλέπεται από τον οργανισμό κάθε Σχολής, σε καμιά περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. 3.
Για τη διακοπή της παροχής, λόγω συμπλήρωσης των ανωτέρω, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των παιδιών θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους". Τέλος, στο άρθρο 15 "Οικογενειακή παροχή" του ν. 4354/2015 " Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (ΦΕΚ Α 176/16.12.2015), όπως αυτό ίσχυε πριν από τη συμπλήρωση της παρ. 1 με το άρθρο 35 του ν. 4484/2017 (ΦΕΚ Α 110/1.8.2017) και μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 35 παρ. 4 του ν. 4484/2017, ορίζονται τα εξής: " 1.
Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα (1) τέκνο, σε εβδομήντα (70) ευρώ συνολικά για δύο (2) τέκνα, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ συνολικά για τρία (3) τέκνα, σε εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ συνολικά για τέσσερα (4)τεκνα και προσαυξάνεται κατά εβδομήντα (70) ευρώ για κάθε επιπλέον τέκνο.
Η κατά τα ανωτέρω παροχή χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση. 2. Ειδικά για τέκνα που φοιτούν σε οποιονδήποτε φορέα μεταλυκειακής εκπαίδευσης, δημόσιας ή ιδιωτικής, η παροχή δίδεται μόνο κατά τη διάρκεια του ελάχιστου αριθμού των αναγκαίων για την απονομή των τίτλων σπουδών εξαμήνων, που προβλέπεται από τον οργανισμό κάθε φορέα εκπαίδευσης και σε καμία περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του εικοστού τέταρτου (24ου) έτους της ηλικίας τους. 3.
Για τη διακοπή της παροχής, λόγω συμπλήρωσης των ανωτέρω, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των παιδιών θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους. 4. Η παροχή του παρόντος άρθρου δεν καταβάλλεται στους Γενικούς Γραμματείς".
Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι η οικογενειακή παροχή των τριάντα πέντε (35) ευρώ μηνιαίως, που κατά τα άρθρα 11 παρ. 1 περ. α και 44 παρ. Α.5 του ν. 3205/2005 καταβαλλόταν στους κλάδους ιατρών του Ε.Σ.Υ., έπαυσε να καταβάλλεται υπό την ισχύ των άρθρων 4 παρ. 2 και 17 του ν. 4024/2011 και του επακολουθήσαντος αυτών άρθρου 15 του ν. 4354/2015, καθότι στα ως άνω άρθρα των νόμων 4024/2011 και 4354/2015 ορίζεται μόνο ως οικογενειακή παροχή, η παροχή που καταβάλλεται (και) στους γιατρούς/οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ.
οι οποίοι έχουν τέκνα, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται αρχικά στο άρθρο 17 του ν.4024/2011 και από την 1.1.2016 στο άρθρο 15 του ν. 4354/2015, όπως το τελευταίο άρθρο ίσχυε μέχρι τις 30.4.2017, που λήγει η ένδικη χρονική περίοδος, η οποία αρχίζει από την 1.1.2015. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι κατά την ένδικη χρονική περίοδο από την 1.1.2015 μέχρι την 30.4.2017 οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α του ν. 3205/2003 οικογενειακή παροχή των 35 ευρώ, η οποία, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με το διαλαμβανόμενο στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ίδιου νόμου άρθρο 44 παρ. Α.5, μέχρι και τις 26.10.2011 χορηγείτο στον έγγαμο ιατρό/οδοντίατρο του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Τούτο διότι στον υπολογισμό των διαφορών αποδοχών, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, συνυπολόγισε και το ως άνω μηνιαίο ποσό των 35 ευρώ Με την κρίση του, όμως, αυτή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 περ.
α' του ν. 3205/2003, το οποίο δεν ίσχυε κατά την ως άνω ένδικη χρονική περίοδο από 1.1.2015 μέχρι 30.4.2017 και με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των εφαρμοστέων στην ένδικη υπόθεση άρθρων 4 παρ. 2 και 17 του ν. 4024/2011, όπως αυτά ίσχυσαν μέχρι τις 31.12.2015 και του άρθρου 15 του ν. 4354/2015, όπως αυτό ίσχυε από την 1.1.2016 μέχρι τη λήξη της ένδικης χρονικής περιόδου, δηλαδή μέχρι τις 30.4.2017.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω, είναι βάσιμος.
Κατά παραδοχή λοιπόν: 1) του υπό το γράμμα (α) σκέλους του τέταρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και των υπό τα γράμματα (α), (β) και (δ) συναφών σκελών του έκτου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι του έβδομου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης μόνον ως προς την δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη Κ. Δ., 2) του υπό το γράμμα (α) σκέλους του πέμπτου αναιρετικού λόγου του κυρίως δικογράφου και του συναφούς με αυτό έβδομου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι όγδοου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης και 3) του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα η με αριθμό 649/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να αναιρεθεί: α) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη Κ. Δ., κατά το χρόνο ένταξής της στο αναιρεσείον, δηλαδή στις 31.12.2014, αν και είχε συνολική προϋπηρεσία 21,67 ετών, (δηλαδή προϋπηρεσία μικρότερη των 25 ετών που απαιτούσε το τότε ισχύον εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014), έπρεπε να καταταχθεί στον εισαγωγικό βαθμό του Διευθυντή και με βάση το βαθμό αυτό έπρεπε να υπολογίζονται οι μηνιαίες της αποδοχές κατά το επιμέρους του ενδίκου χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι τις 21.2.2016.
β) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι το κατά μήνα παρεχόμενο επίδομα χρόνου υπηρεσίας των 1ης, 2ου, 4ης, 5ου, 6ου, 7ου 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ης, 15ης, 16ης, 17ου, 18ης, 19ης, 20ης και 21ου αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων υπολογίζεται στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 παρ.
Α.1 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν στον ένδικο χρόνο, το ως άνω επίδομα υπολογίζεται στο βασικό μισθό του ιατρού, αναλόγως δηλαδή του βαθμού του και γ) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 30.4.2017 οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δικαιούνται (και) οικογενειακή παροχή ανερχόμενη σε τριάντα πέντε (35) ευρώ κάθε μήνα, αν και η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής έπαυσε αρχικά με το άρθρο 17 του ν. 4024/2011 και στη συνέχεια με το άρθρο 15 του ν. 4354/2015, όπως ίσχυαν κατά την ως άνω ένδικη χρονική περίοδο.
Κατόπιν αυτού πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση μόνο ως προς τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. β' του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται κατά ένα μέρος την από 1.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 231/14/2019 αίτηση και τους από 24.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 107/2019 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί τη με αριθμό 649/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης κεφάλαιά τους και συγκεκριμένα ως προς: α) το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητη Κ. Δ., κατά το χρόνο ένταξής της στο αναιρεσείον, δηλαδή στις 31.12.2014, αν και είχε συνολική προϋπηρεσία 21,67 ετών, [δηλαδή προϋπηρεσία μικρότερη των 25 ετών που απαιτούσε το τότε ισχύον εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4238/2014), έπρεπε να καταταχθεί στον εισαγωγικό βαθμό του Διευθυντή και με βάση το βαθμό αυτό έπρεπε να υπολογίζονται οι μηνιαίες της αποδοχές κατά το επιμέρους του ενδίκου χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι τις 21.2.2016.
β) το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι το κατά μήνα παρεχόμενο επίδομα χρόνου υπηρεσίας των 1ης, 2ου, 4ης, 5ου, 6ου, 7ου 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ης, 15ης, 16ης, 17ου, 18ης, 19ης, 20ης και 21ου αναιρεσίβλητων γιατρών/οδοντιάτρων υπολογίζεται στο βασικό μισθό του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 παρ.
Α.1 του ν. 3205/2003 όπως ίσχυαν στον ένδικο χρόνο, το ως άνω επίδομα υπολογίζεται στο βασικό μισθό του ιατρού, αναλόγως δηλαδή του βαθμού του και γ) ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έκρινε ότι για το ένδικο χρονικό διάστημα από την 1.1.2015 μέχρι τις 30.4.2017 οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δικαιούνται (και) οικογενειακή παροχή ανερχόμενη σε τριάντα πέντε (35) ευρώ κάθε μήνα, παρότι η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής έπαυσε αρχικά με το άρθρο 17 του ν. 4024/2011 και στη συνέχεια με το άρθρο 15 του ν. 4354/2015, όπως ίσχυαν κατά την ως άνω ένδικη χρονική περίοδο.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαιά της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησασας ο νεότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ