Legislator Case Law & Legislation
1626/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim against public employment agency regarding salary payments.

Case Number 1626/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the public employment agency (OAE) and private individuals against a lower court judgment. The lower court ruled that the agency must pay the plaintiffs the full salary difference based on the public sector's unified wage scale rather than the basic rate, establishing unjust enrichment. The Supreme Court rejected this, holding that the first-instance judgment correctly applied the law and the agency was not unjustly enriched beyond the basic salary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; Articles 648 et seq. of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1945; Article 20(1)(a) and (b) and Article 15(a) and (b) of Law 2639/1998; Article 14(2)(ca) of Law 2190/1994: The court established that a public entity is not unjustly enriched if it pays a worker at a rate lower than the statutory minimum for their position, provided the worker was not legally eligible for a higher rate.

Keywords

AI generated
unjust enrichment public employment agency salary scale unified wage civil procedure appeal legal costs statutory minimum

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 and 908 of the Civil Code
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1945
Article 20(1)(a) and (b) of Law 2639/1998
Article 15(a) and (b) of Law 2639/1998
Article 14(2)(ca) of Law 2190/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1626 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1626/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1) …..και 66) Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η Α. Τ. (65η) δεν παραστάθηκε, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 7525/7-12-2010. Εκδόθηκαν η 143/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 1812/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο με την από 2-5-2018 αίτησή του και οι αναιρεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με την από 7-5-2018 αίτησή τους. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, εκδόθηκε η 66/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίπτει τους κριθέντες στο σκεπτικό ως απορριπτέους λόγους αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων και ανέβαλλε την συζήτηση επί του 1ου και 2ου λόγου αναίρεσης αντιστοίχως των αιτήσεων, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με την από 5-10-2021 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου και την παραδοχή της αίτησης των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθμ. 66/2020 απόφαση του Τμήματος τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των από 7.5.2018 και 2.5.2018 υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 383/8.5.2018 και 402/14.5.2018 αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1812/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, Α. Τ. του Β. λόγω βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου της, χωρίς να δηλωθεί επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους της. Ήδη, με την από 5.10.2021 κλήση των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων επισπεύδεται η συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως ως προς την προαναφερόμενη διάδικο, χωρίς όμως να δηλούται η επανάληψη της δίκης ως προς αυτή από τους κληρονόμους της.

Συνεπώς, η ως άνω από 5.10.2021 κλήση, καθ' ο μέρος αφορά την εν λόγω διάδικο, ως προσκρούουσα στην ενδοδιαδικαστική δέσμευση από την 66/2020 απόφαση, δεν είναι παραδεκτή και πρέπει να απορριφθεί.

Με την προαναφερόμενη απόφαση του Τμήματος τούτου, ως προς τους λοιπούς διαδίκους α) συνεκδικάσθηκαν και κρίθηκαν παραδεκτές οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, β) αναβλήθηκε η συζήτηση του δευτέρου λόγου της από 7.5.2018 αιτήσεως και του πρώτου λόγου της από 2.5.2018 αιτήσεως, οι οποίοι αφορούν το ζήτημα, εάν είναι νόμιμη η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση απασχόλησης από τον οικείο δημόσιο φορέα με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του προσλαμβανόμενου ανέργου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου επί του εν λόγω παραπεμφθέντος ενώπιον αυτής ζητήματος με την υπ' αριθμ. 186/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος και γ) απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως.

Επί του ως άνω παραπεμφθέντος ζητήματος εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 4/2021 απόφαση της Ολομέλειας, συνεπώς παραδεκτά με την ως άνω κλήση φέρεται προς συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους η υπόθεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 907/2017, 879/2017, 509/2016, 131/2015, 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014) και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο (ΑΠ 1690/2018).

Πλουτισμό δηλαδή του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 106/2020, 1766/2017).

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 907/2017, 58/2015, 131/2015, 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 186/2019, 1242/2018).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019, 1387/2019, 131/2015, 1022/2015, 535/2014).

Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1242/2018, 578/2018, 41/2017, 131/2015, 1293/2015, 1022/2015, 535/2014).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (ΑΠ 186/2019).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.

και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιώτερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 106/2020, 1213/2019, 1063/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης υπόθεσης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι με συμβάσεις που καταρτίστηκαν από το Νοέμβριο του έτους 2004 και εντεύθεν, διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών, που παρατάθηκαν στη συνέχεια μέχρι το έτος 2010, προσλήφθηκαν για να απασχοληθούν στο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΟΑΕΔ προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια προγράμματος (stage) του εναγομένου, πλην όμως εργάστηκαν στις θέσεις και με ειδικότητα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, όπως και το προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζητούσαν δε, με βάσει τις συμβάσεις τους καθώς και με τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές που θα κατέβαλε το εναγόμενο στο μόνιμο και τακτικό προσωπικό αυτού καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 143/2015 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 1812/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και επιδίκασε στους ενάγοντες εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών των ετών 2008, 2009 και 2010 και επιδόματα εορτών και αδείας, και ως προς τις λοιπές αξιώσεις που ανάγονται στο έτος 2004 έως και 2007, απορρίφθηκε η αγωγή λόγω διετούς παραγραφής.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων είναι νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν, ως προαναφέρθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1945, και τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, επιδικάζοντας τα ανωτέρω, καθ' όσον σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις το αναιρεσίβλητο, ως καθιστάμενο αδικαιολόγητα πλουσιότερο, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση των εργαζομένων και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων - εναγόντων ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΟΑΕΔ, όφειλε να τους επιδικάσει το σύνολο των αποδοχών σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγια του Δημοσίου που διέπει το αναιρεσίβλητο και όχι μόνο το βασικό μισθό του 18ου μ.κ. ανά μήνα, σύμφωνα με την κατηγορία που ανήκει ο καθένας, το κίνητρο απόδοσης και τα επιδόματα εορτών και αδείας και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τους οποίους προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν α) οι αναιρεσείοντες επί της από 7.5.2018 αιτήσεως λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και β) το αναιρεσείον της από 2.5.2018 αιτήσεως λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την ένδικη από 5.10.2021 κλήση των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων 1) Μ. Π. κλπ (σύν. 66) με την οποία φέρονται προς συζήτηση οι από 7.5.2018 και 2.5.2018 αιτήσεις αναιρέσεως ως προς την καλούσα 65η αναιρεσίβλητη- αναιρεσείουσα, Α. Τ. του Β.

Απορρίπτει την από 7.5.2018 αίτηση αναίρεσης των 1) Μ. Π. κλπ (σύν. 66). Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Απορρίπτει την από 2.5.2018 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΟΑΕΔ. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και λόγω αποχωρήσεως από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ