Supreme Court partially allows appeal on sentencing but dismisses other charges of perjury and forgery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by two defendants against a second-instance judgment. The defendants argued for a review of their sentences based on alleged procedural errors and new facts regarding perjury and forgery. The court decided to remit the sentencing portion for a new trial while dismissing the appeals concerning the specific charges of false testimony and use of forged documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of the Penal Code and 590 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may remit a case for retrial on sentencing grounds while dismissing appeals against specific criminal charges if the original judgment on those charges is legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1626 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ο. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουζιάνη και 2. Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Τσοπανίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1186/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Β. Γ., κάτοικο ... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Απατσίδη και 2. Γ. Γ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α) από 24-6-2019 (αρ. πρωτ. 7140/2019) αίτηση αναιρέσεως του Ο. Π. του Κ. και β) από 21-6-2019 (αρ. πρωτ. 7098/2019) αίτηση αναιρέσεως του Ι. Σ. του Ι., που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η μεν πρώτη αυθημερόν, η δε δεύτερη στις 24-6-2019, και η οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 971/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, 1) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Π. Ο. για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και μια πράξη χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης, οι οποίες τελέστηκαν στις 29.07.2011 2) να αναιρεθεί η απόφαση 1186/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη που αφορά την επιβληθείσα συνολική ποινή στον αναιρεσείοντα Ο. Π., να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο και από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατόν, 3) να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις κατά τα λοιπά, 4) να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης: α) από 24-6-2019 (αρ. πρωτ. 7140/2019) του Ο. Π. του Κ., κατοίκου ... και β) από 21-6-2019 (αρ. πρωτ. 7098/2019) του Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η μεν πρώτη αυθημερόν, η δε δεύτερη στις 24-6-2019, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 1186/2019 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 513 του νέου ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019), "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταθέτει γραπτή πρόταση είτε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου είτε στον γραμματέα της έδρας μέχρι την έναρξη της συζήτησης της αναίρεσης. Οι διάδικοι δικαιούνται να λάβουν γνώση του περιεχομένου της πρότασης".
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων στην πρώτη από τις παραπάνω αιτήσεις υπέβαλε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, πριν την έναρξη της συζήτησης της αναίρεσής του, αίτημα αναβολής αυτής, διότι, όπως επί λέξει εκεί αναφέρει, "έως χθες το μεσημέρι δεν είχε δοθεί η εισαγγελική πρόταση στη Γραμματεία και για το λόγο αυτό δεν είχα επαρκή χρόνο προετοιμασίας". Εφόσον, όμως, η γραπτή εισαγγελική πρόταση κατατίθεται, κατά τις ως άνω διακρίσεις, μέχρι την έναρξη της συζήτησης της αναίρεσης, ουδόλως κωλυόταν ο αιτών - αναιρεσείων εξ αυτού στην προετοιμασία της παρουσίας και ανάπτυξης των αναιρετικών του λόγων, οπότε το σχετικό αίτημα της αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή.
Με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί ψευδούς καταμήνυσης (Π.Κ. 229 παρ. 1), ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης (Π.Κ 224 παρ. 2-1 Π.Κ.), ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης (Π.Κ. 46 παρ. 1 α', 224 παρ. 2-1), χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης (Π.Κ. 220 παρ. 1 β'), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ήδη ψευδούς κατάθεσης (Π.Κ. 225 παρ. 1 α', που ενσωματώθηκε στην Π.Κ. 224) και δικαστικής χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης (Π.Κ. 221 παρ. 2β'-α' και 1) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή του, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στο περί ψευδούς καταμήνυσης άρθρο 229 παρ. 1 Π.Π.Κ.
ορίζετο, ότι "1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.". Στο αντίστοιχο άρθρο 229 παρ. 1 Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή"• ii) Στο περί ψευδορκίας μάρτυρα άρθρο 224 παρ. 2-1 Π.Π.Κ ορίζετο, ότι "1.
Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".
Στο περί ψευδούς κατάθεσης αντίστοιχο άρθρο του Ν.Π.Κ (224 παρ. 1 Ν.Π.Κ) ορίζεται, ότι "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή.
Στο άρθρο 46 παρ. 1α' Π.Π.Κ ορίζετο για τον ηθικό αυτουργό, ότι "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε ...". Στο αντίστοιχο όμοιο άρθρο του Ν.Π.Κ. (46 παρ. 1 α' Ν.Π.Κ.) ορίζεται, ότι "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε".
Στο περί υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως άρθρο 220 παρ. 1 Π.Π.Κ. ορίζετο, ότι "1. Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".
Στο αντίστοιχο περί υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης άρθρο 220 του Ν.Π.Κ. ορίζεται "1. Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία.
Στο περί ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης άρθρο 225 Π.Π.Κ ορίζετο, ότι "1. Με Φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται: α) όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια..". Στο αντίστοιχο άρθρο 224 Ν.Π.Κ στο οποίο ενσωματώθηκε το άρθρο 224 Π.Π.Κ.
ορίζονται όσα προπαρατέθηκαν με πρόβλεψη ποινής από 3 μήνες έως τρία έτη και χρηματική ποινή. Στο περί ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων άρθρο 221 Π.Π.Κ. (εν προκειμένω ενδιαφέρει η δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης) ορίζετο, ότι "1. Γιατροί, ... που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή.
Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, με στέρηση των αξιωμάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 αριθμ. 1, ως και με απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματός τους για χρονικό διάστημα ένα μήνα μέχρις έξι μήνες. 2.
Με φυλάκιση μέχρι ενός έτους τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Αν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης ο διάδικος που έκαμε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Στο αντίστοιχο περί ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων άρθρο 221 Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1. Γιατροί, .. που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, ... ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. 2.
Με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Αν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης, ο διάδικος που έκανε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή".
Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι οι νομοτυπικές υποστάσεις των ανωτέρω εγκλημάτων έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα (Ν.Π.Κ. 18 και 19) και ότι με εξαίρεση την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που έχει ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, όπως περιγράφεται στον Π.Π.Κ, οι λοιπές αξιόποινες πράξεις έχουν ηπιότερες διατάξεις γι' αυτόν κατά την περιγραφή τους στον Ν.Π.Κ και συγκεκριμένα, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα προβλεπόταν στον Π.Π.Κ ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ στο Ν.Π.Κ που τιτλοφορείται ως ψευδής κατάθεση, προβλέπεται φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και χρηματική ποινή, οπότε περιέχει διάταξη ευμενέστερη ως προς τη στερητική της ελευθερίας ποινή• για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία προβλεπόταν φυλάκιση ενός τουλάχιστον έτους, προβλέπεται ήδη ως άνω, οπότε η διαμορφούμενη για τον κατηγορούμενο στερητική της ελευθερίας ποινή είναι ευμενέστερη• για τη χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης προβλεπόταν από τον Π.Π.Κ φυλάκιση τριών μηνών έως δύο ετών, ενώ ήδη στο Ν.Π.Κ.
προβλέπεται φυλάκιση 10 ημερών έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, οπότε η κυρωτική διάταξη είναι ευμενέστερη• για τη δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης οι περί ποινής διατάξεις είναι ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο, αφού προβλεπόταν φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και ήδη προβλέπεται φυλάκιση 10 ημερών έως δύο ετών ή χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης - 224 Ν.Π.Κ.), απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Επιπλέον, από την ίδια διάταξη προκύπτει, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια για τη διάγνωση κάποιας διαφοράς.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λπ.
και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Στη διάταξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, η οποία προστατεύει την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, την εσωτερική ορθότητα, δηλαδή την αλήθεια της βεβαίωσης και όχι την τυπική εγκυρότητα αυτής, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών που τελούνται με δημόσια έγγραφα και εντεύθεν η ασφάλεια της έγγραφης απόδειξης χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αλλά και το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται να υπάρχουν:
α) δημόσιο έγγραφο, β) αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) εξαπάτηση του υπαλλήλου και δ) πρόθεση του εξαπατήσαντος. Ο δόλος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να εκτίθεται ποία έννομη συνέπεια είχε ή μπορούσε να έχει η πράξη και ότι ο δράστης τελούσε εν γνώσει των συνεπειών και ότι ενήργησε με θέληση επέλευσής τους.
Με το Ν.Π.Κ. στο άρθρο 224 τυποποιείται το έγκληµα της ψευδούς κατάθεσης, στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του ισχύοντος Π.Κ. για την ψευδορκία και την ψευδή ανώµοτη κατάθεση. Η διάκριση των δύο περιπτώσεων (ένορκη ή ανώµοτη κατάθεση) δεν είναι πλέον κρίσιµη και οι ποινές έχουν εξοµοιωθεί, αφού γίνεται γενικώς δεκτό, ότι ο όρκος δεν επηρεάζει πλέον την "ετοιμότητα" ψευδών καταθέσεων.
Για την πράξη της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης απαιτούνται: α) ψευδής ιατρική πιστοποίηση. Δεν είναι ανάγκη ο εκδότης της να είχε σκοπό χρήσης της προς παραπλάνηση της αρχής, ενώ η ευθύνη αυτού και του χρησιμοποιήσαντος είναι αυτοτελείς• β) χρησιμοποίηση αυτής για την εξαπάτηση δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή ν.π.δ.δ.
ή ασφαλιστικής επιχείρησης. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος σχετικά με το ψευδές της πιστοποίησης και σ' ότι αφορά τον προορισμό της πιστοποίησης να παράσχει πίστη στις αρχές. Για την πρόθεση εξαπάτησης όμως απαιτείται ορισμένος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων, αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από την 1η-7-2019, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν, όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.".
Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.
Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της". Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης με μόνη προϋπόθεση να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης χωρίς να χρειάζεται να κριθεί βάσιμος και ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης.
Η νέα αυτή δικονομική διάταξη εφαρμόζεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και στις υποθέσεις που εκκρεμούν στον Αρειο Πάγο, δηλαδή στις υποθέσεις για τις οποίες δεν δημοσιεύθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της παραδεκτής αίτησης αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ως προς τις οποίες πλέον, μετά την 1η-7-20Ι9, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, δεν χρειάζεται να κριθεί βάσιμος κάποιος λόγος αναίρεσης για να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η επελθούσα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Αρείου Πάγου παραγραφή της αξιόποινης πράξης.
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 1186/2019, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Ο.
Π.), ιατροδικαστής στο επάγγελμα, στις 29-7-2011 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, την από 11-7-2011 έγκλησή του σε βάρος των εγκαλουσών Β. Γ. και Γ. Γ., συζύγου και πεθεράς του, αντίστοιχα, με την οποία κατήγγειλε ότι στις 4-6-1999, ήτοι δώδεκα έτη πριν, η τότε σύζυγός του, πρώτη εγκαλούσα, με τη συνδρομή της μητέρας της, δεύτερης εγκαλούσας, του επιτέθηκε με μαχαίρι, με ανθρωποκτόνο πρόθεση και του προκάλεσε τα ειδικότερα αναφερόμενα τραύματα, τα οποία προκύπτουν (σύμφωνα με την έγκληση) από την με αρ.
πρωτ. ΦΑ ….60/25-10-2005 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου ….. Ζήτησε δε τη δίωξη και κατά νόμον τιμωρία τους για τα κακουργήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν. Στην ως άνω έγκλησή του, ο πρώτος κατηγορούμενος ενσωμάτωσε φωτοαντίγραφο της προαναφερθείσας βεβαίωσης, που έχει εκδοθεί από τη Διοικήτρια Δι/κής Υπηρεσίας του Γενικού Νοσοκομείου …., Κ.
Α. και το περιεχόμενο της οποίας έχει, επί λέξει, ως εξής: "Πιστοποιείται ότι, όπως φαίνεται από τα τηρούμενα στοιχεία του Νοσοκομείου μας (βιβλίο εκτάκτου Χειρουργικού Ιατρείου ΑΜ-) ο ασθενής Ο. Π. του Κ. ετών 42 κάτοικος ... εξετάσθηκε την 05-06-1999 στο έκτακτο Χειρουργικό Ιατρείο και διαπιστώθηκαν τα κάτωθι:
ώρα 08.05' Αναφερόμενος ξυλοδαρμός προ 10 ωρών. Ζάλη, κάκωση τριχωτού κεφαλής. Μώλωπας δεξιάς πτέρνας εκτάσεως 3Χ3 cm με δυσκολία κινήσεως δεξιάς ΠΔΚ. Άλγος εκδορά δεξιάς υπερκλειδικής χώρας εκτάσεως 4 cm με φορά από πάνω προς τα κάτω. Μώλωπας αρ. γόνατος με δυσκολία κίνησης. Δύο γραμμοειδή παράλληλα θλαστικά τραύματα εκτάσεως 7 cm περίπου, στον άνω και μέσο τριτημόριο αρ.
αντιβραχίου ραχιαίας επιφανείας προκληθέν πιθανόν από νύσσον και τέμνον όργανο, με χείλη ομαλά αιμορραγικώς διηθημένα. Οίδημα δεξιάς άκρας χειρός δείκτου πρώτης άρθρωσης μετακαρπίου. Συνεστήθη εισαγωγή στη χ/κή κλινική και αρνείται. Υπογράφει ο ίδιος και εξέρχεται οικεία θελήσει". Με την υπ' αριθμ. πρωτ.
Α10/12 από 18-2-2012 Διάταξη του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η από 11-7-2011 έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ο τελευταίος άσκησε την υπ' αριθμ. 160/2012 προσφυγή κατά της απορριπτικής Εισαγγελικής Διάταξης, στην οποία (προσφυγή) ενσωμάτωσε την παραπάνω βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου ….
και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 221/2012 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή. Ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, την από 27-11-2012 και τις από 6-12-2012 και 7-1-2013, συμπληρωματικές της πρώτης, αιτήσεις του, με αίτημα να επανεξετασθεί η υπ' αριθμ. 160/212 προσφυγή του, οι οποίες απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών στις 21-1-2013.
Τα καταγγελθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο με την από 11-7-2011 έγκλησή του είναι εν γνώσει του ψευδή, σκόπευε δε αυτός να προκαλέσει τη δίωξη και τιμωρία των εδώ εγκαλουσών, όπως, άλλωστε, ρητά το ζήτησε με την εν λόγω έγκληση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 4-6-1999 και κατά τις μεσημβρινές ώρες ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στην επί της οδού...
στο ... κατοικία, όπου ζούσε η σύζυγός του τότε, πρώτη εγκαλούσα, με την οποία οι σχέσεις του είχαν ήδη διαταραχθεί, μαζί με το ανήλικο κατά το χρόνο εκείνο τέκνο τους, Ε. Π. και με αφορμή την ανάληψη ποσού 44 εκατομμυρίων δραχμών, στην οποία είχε προβεί η πρώτη εγκαλούσα στις 14-5-1999 από τον κοινό λογαριασμό τους, δημιούργησε σε βάρος της επεισόδιο, κατά το οποίο την εξύβρισε και τη χτύπησε.
Μετά την αποχώρησή του η πρώτη εγκαλούσα κάλεσε τη μητέρα της και περί ώρα 17.30' της ίδιας ημέρας πήγε στο Α.Τ. ... και εξέφρασε παράπονα κατά του συζύγου της, μεταξύ άλλων και για ποινικής φύσεως ζητήματα, "διωκόμενα κατ' έγκληση", επιφυλαχθείσα του δικαιώματος της έγκλησης, όπως ανεγράφη στο βιβλίο συμβάντων της ημέρας εκείνης του Α.Τ. ....
Το βράδυ της ίδιας ημέρας και περί ώρα 9.00', ο πρώτος κατηγορούμενος επέστρεψε στην κατοικία της πρώτης εγκαλούσας και δημιούργησε νέο επεισόδιο, κατά το οποίο χτύπησε την ίδια και τη μητέρα της. Το επεισόδιο ήταν τόσο έντονο που το αντιλήφθηκαν οι περίοικοι, κλήθηκε η αστυνομία και ο κατηγορούμενος έβγαλε από το σπίτι τις εδώ εγκαλούσες και παρέμεινε εντός αυτού, μαζί με το ανήλικο τέκνο του, έως ότου αποχώρησαν οι αστυνομικοί, οπότε έφυγε και αυτός από το σπίτι.
Οι εγκαλούσες μετέβησαν και πάλι στο Α.Τ. ... και περί ώρα 22.30' της 9-6-1999 υπέβαλαν μήνυση κατά του πρώτου κατηγορουμένου για εξύβριση και για σωματικές βλάβες. Στις 7-6-1999, κατόπιν της υπ' αριθμ. …..140/4-6-1999 έγγραφης παραγγελίας του Α.Τ. ..., εξετάσθηκαν στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία …. από τον Ιατροδικαστή Ν. Κ. και διαπιστώθηκε ότι η μεν πρώτη, Β.
Γ., έφερε διάσπαρτες εκχυμώσεις βραχιόνων άμφω, εκχυμώσεις στην καμπτική επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου, μικρή εκδορά αριστεράς κατά γόνυ άρθρωσης, μικρή εκδορά στην περιοχή της ρινός, μικρή εκδορά δεξιά κατά γόνυ άρθρωσης, ενώ εξάλλου παραπονέθηκε για άλγος στην περιοχή της κεφαλής και στην κοιλιακή χώρα και για αυχεναλγία, η δε δεύτερη, Γ.
Γ. έφερε διάσπαρτες εκχυμώσεις στην έσω επιφάνεια των βραχιόνων άμφω, εκχύμωση στην περιοχή της αριστεράς καμπής του αγκώνος, αιμάτωμα στην περιοχή του δεξιού αντιβραχίου και αιμάτωμα στην οπισθία επιφάνεια της αριστερής κνήμης. Για τις πράξεις αυτές σε βάρος των εδώ εγκαλουσών, κατά το επεισόδιο της 4-6-1999, ο πρώτος κατηγορούμενος καταδικάσθηκε παρών, με την υπ' αριθμ. 23851/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, σε φυλάκιση 3 μηνών για κάθε σωματική βλάβη, καθώς επίσης, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 30 ημερών για εξύβριση και σε φυλάκιση 30 ημερών για απειλή σε βάρος των εγκαλουσών.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και κατά τους ισχυρισμούς του τραυματίσθηκε στο ίδιο επεισόδιο, δεχθείς από τις εγκαλούσες επίθεση με μαχαίρι, με ανθρωποκτόνο πρόθεση: α) Δεν άνοιξε την πόρτα στην αστυνομία που προσήλθε στο σημείο, αλλά παρέμεινε κλεισμένος στο σπίτι εωσότου αποχώρησαν οι αστυνομικοί, β) Δεν μετέβη στην αστυνομία ούτε στον Εισαγγελέα για να καταγγείλει τη σε βάρος του διαπραχθείσα από τις εγκαλούσες κακουργηματική πράξη και δεν καταμήνυσε αυτές άμεσα, αλλά μετά πάροδο δώδεκα (12) ετών, γ) Δεν μετέβη σε νοσοκομείο για την περιποίηση των τραυμάτων του ούτε σε ιατροδικαστή προς εξέταση, αν και λόγω της ιδιότητάς του γνώριζε καλά τη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις και δ) Δύο ημέρες μετά από τον φερόμενο τραυματισμό του, δηλαδή την Κυριακή 6-6-1999, που τον είδε η μάρτυρας Μ.
Χ., δεν είχε επίδεσμο στο κεφάλι ούτε στο χέρι, ενώ εξάλλου, το βράδυ της 4-6-1999 αποχώρησε από την κατοικία της εγκαλούσας περπατώντας χωρίς δυσκολία, "με καλό βηματισμό", όπως η ως άνω μάρτυς κατέθεσε. Δεν αποδεικνύεται, λοιπόν βάσιμη η καταγγελία του για τραυματισμό του από επίθεση με μαχαίρι, που δέχθηκε από τις εγκαλούσες στις 4-6-1999 με ανθρωποκτόνο πρόθεση και τα αναφερόμενα από αυτόν σχετικά στην από 11-7-2011 έγκλησή του τυγχάνουν ψευδή, όπως ψευδής κατά περιεχόμενο τυγχάνει και η άνευ υπογραφής και από άγνωστο πρόσωπο διενεργηθείσα καταγραφή στο βιβλίο εκτάκτου Χειρουργικού Ιατρείου της 5-6-1999, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση του υπ' αριθμ.
πρωτ. ΦΑ 160/25-10-2015 πιστοποιητικού της Διοικήτριας Δ/κής Υπηρεσίας του Γενικού Νοσοκομείου ..., το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποίησε δύο φορές, ήτοι μία κατά την κατάθεση της από 11-7-2011 εγκλήσεώς του (στις 29-7-2011) και μία κατά την υποβολή της υπ' αριθμ. 160/2012 προσφυγής του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (στις 12-3-2012), προκειμένου να εξαπατήσει τους δικαστικούς λειτουργούς ως προς το αναληθές γεγονός ότι στις 4-6-1999 υπέστη ξυλοδαρμό που του προκάλεσε τα, αναφερόμενα στο ως άνω υφαρπαχθέν ψευδές πιστοποιητικό, τραύματα.
Περαιτέρω στις 29-7-2011, κατά την κατάθεση της από 11-7-2011 εγκλήσεώς του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, επιβεβαίωσε με όρκο το ψευδές περιεχόμενο αυτής και στις 21-11-2011, εξεταζόμενος ανωμοτί από την Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, επιβεβαίωσε και πάλι το ψευδές περιεχόμενο της ως άνω εγκλήσεως, παρότι γνώριζε ότι οι εδώ εγκαλούσες δεν του επιτέθηκαν με μαχαίρι και δεν του προκάλεσαν καμία σωματική βλάβη.
Επιπλέον και προκειμένου να ενισχύσει αποδεικτικά τους ψευδείς ισχυρισμούς της εγκλήσεώς του, έπεισε τους Ι. Σ. και Π. Γ., με συμβουλές και οδηγίες εκμεταλλευόμενος τη φιλική και συναδελφική σχέση του μαζί τους, να καταθέσουν ενόρκως ψέματα και συγκεκριμένα, ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος, ως μάρτυρας στον Πταισματοδίκη Αμαρουσίου στις 21-10-2011, ότι διαπίστωσε το πρωί της 5-6-1999, εντός της οικίας του, στην οποία κάλεσε τον Ο.
Π. να προσέλθει, τα τραύματα που ειδικότερα ανέφερε, καθώς και ότι η βιαιότητα της πρώτης εγκαλούσας καταφαίνεται από την κακοποίηση του υιού της, ο δε δεύτερος, Π. Γ., ως μάρτυρας στην ενώπιον του Ειρηνοδίκη Περιστερίου συνταχθείσα, στις 6-12-2012, υπ' αριθμ. 530/2012 ένορκη βεβαίωση, ότι οι εγκαλούσες τραυμάτισαν τον Ο.
Π. και ειδικότερα, ότι η πρώτη από αυτές του επιτέθηκε με μαχαίρι τραυματίζοντάς τον και βρίζοντας αυτόν και ότι και οι δύο (εγκαλούσες) του επιτέθηκαν στη συνέχεια και τον χτύπησαν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια. Τέλος, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείτο από την Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, στις 21-11-2011, το από 23-1-2008 ιατρικό πιστοποιητικό, με το οποίο ο ιατρός Θ.
Ν. βεβαίωσε ψευδώς ότι ο υιός του Ο. Π. και της Β. Γ., Ε. Π., εξετάσθηκε στις 23-1-2008 στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε να φέρει τρεις εκχυμώσεις ερυθροκυανού χρώματος, εκτάσεως 4 εκατοστών περίπου, παραλλήλως στην αριστερή παρειά στο πρόσωπο, δίκην "αποτυπώματος δακτύλων", τις οποίες προκάλεσε με χαστούκι η μητέρα του Β.
Γ.. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο ανήλικος τότε υιός των διαδίκων δεν προσήλθε την ημέρα εκείνη στο Νοσοκομείο Παίδων "...", στο οποίο υπηρετούσε ως Διευθυντής της Α' Παιδοχειρουργικής κλινικής ο ιατρός Θ. Ν. και δεν εξετάσθηκε από αυτόν. Το Νοσοκομείο δεν εφημέρευε και η εκδοθείσα από τον ανωτέρω ιατρό πιστοποίηση δεν φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από την γραμματεία του Νοσοκομείου και στρογγυλή σφραγίδα, όπως θα έπρεπε, αν το εν λόγω έγγραφο είχε πράγματι διακινηθεί από το ως άνω Νοσοκομείο, στο οποίο υποτίθεται ότι προσήλθε και εξετάσθηκε ο ανήλικος τότε Ε.
Π., ενώ ο Θ. Ν. καταδικάσθηκε για την πράξη του αυτή, με την υπ' αριθμ. 22828/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η δε έφεσή του κατά της ως άνω απόφασης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 4241/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσον.
Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη σε δικαστική χρήση της ως άνω ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, εν γνώσει του ψεύδους του περιεχομένου αυτής, δηλαδή του ότι ο υιός του Ε. Π. δεν υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση από τον ιατρό Θ. Ν.. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ι. Σ., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, στις 21-10-2011, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, κατέθεσε τα ψευδή γεγονότα, που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, εν γνώσει τελών του ψεύδους αυτών, καθόσον γνώριζε ότι ο Ο.
Π. ουδέποτε δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι από τις εγκαλούσες, καθώς και ότι η Β. Γ. δεν κακοποιεί το παιδί της. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, όπως αναφέρεται, ειδικότερα, για τον καθένα, στο διατακτικό". V. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, αναγνωρίζοντας για το δεύτερο από αυτούς το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ.
α' Π.Κ.) και συγκεκριμένα, το μεν πρώτο από αυτούς (Ο. Π.) για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (δύο πράξεις), της ψευδορκίας μάρτυρα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά συρροή (δύο πράξεις), της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, της χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της δικαστικής χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, το δε δεύτερο από αυτούς για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες επέβαλε στο μεν πρώτο συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα τριών (53) μηνών, στο δε δεύτερο ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, μετέτρεψε τη συνολική ποινή φυλάκισης του πρώτου από αυτούς σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως και ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής του δευτέρου από αυτούς για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο, Ο.
Π., ένοχο του ότι: Στην …. και στο ..., στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Στην …. στις 29.07.2011, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς, ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτήν.
Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 11.07.2011 έγκληση σε βάρος των εγκαλουμένων, Β. Γ. και Γ. Γ., μέρος του περιεχομένου της οποίας έχει ως ακολούθως : "Τότε (εννοεί 04.06.1999) η πρώτη εγκαλουμένη (εννοεί τη Β. Γ.) με τη συνδρομή της δεύτερης (εννοεί τη Γ. Γ.) εξ αυτών μητέρας της μου επιτέθηκε με μαχαίρι λέγοντάς μου:
τι θες ρε αλήτη, καλά έκανα και τα πήρα τα λεφτά. Ταυτόχρονα μαζί με την πρώτη εγκαλουμένη μου επιτέθηκε και η δεύτερη εξ αυτών μητέρα της και με χτυπούσαν ταυτόχρονα και οι δύο με αποτέλεσμα να μου προκαλέσουν κάκωση τριχωτού κεφαλής, μώλωπες στη δεξιά πτέρνα εκτάσεως 3X3 εκ., εκδορά δεξιάς υπερκλειδικής χώρας εκτάσεως 4 εκ.
με φορά από πάνω προς τα κάτω, μώλωπα στο αριστερό γόνατο, δύο γραμμοειδή παράλληλα θλαστικά τραύματα εκτάσεως 7 εκ. περίπου στο άνω και μέσο τριτημόριο αριστερού αντιβραχίου ραχιαίας επιφάνειας, καθώς και οίδημα δεξιάς άκρας χειρός δείκτου πρώτη άρθρωση μετακαρπίου. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν άνευ άλλου τινός από την με αρ.
πρωτ. ΦΑ/160/25.10.2005 Βεβαίωση του Δημοσίου Νοσοκομείου της ... ... Επειδή η πρώτη εγκαλουμένη με πρόθεση και ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενώ γνώριζε ότι η επίθεση με μαχαίρι εναντίον μου μπορούσε να προκαλέσει τον σοβαρό τραυματισμό μου από τον οποίο ήταν δυνατόν να επέλθει αιτιωδώς ο θάνατός μου με την άμεση συνδρομή της δεύτερης εξ αυτών μητέρας της επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο".
Ωστόσο, το προαναφερθέν περιεχόμενο της έγκλησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι οι εγκαλούσες ουδέποτε επιτέθηκαν με μαχαίρι στον κατηγορούμενο και δεν του προκάλεσαν καμία σωματική βλάβη, επεδίωκε δε ο κατηγορούμενος την άσκηση σε βάρος τους ποινικής δίωξης για το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση. 2) Στην Αθήνα, στις 29.07.2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Ειδικότερα, επιβεβαίωσε με όρκο το περιεχόμενο της κατατεθείσας στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών από 11.07.2011 μηνύσεως σε βάρος των εγκαλουμένων, Β. Γ. και Γ. Γ., όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται αμέσως ανωτέρω, υπό στοιχείο "1", η αλήθεια δε την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ήταν ότι οι εγκαλούσες, Β.
Γ. και Γ. Γ., ουδέποτε του επιτέθηκαν με μαχαίρι και ουδέποτε προκάλεσαν σε αυτόν σωματικές κακώσεις. 3) Στην …., στις 21.10.2011 και στις 06.12.2012, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν. Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενος τη φιλική και συναδελφική σχέση του με τους Π. Γ.
και Ι. Σ., με συμβουλές και οδηγίες δημιούργησε σε αυτούς την εγκληματική βούληση να τελέσουν το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτοί διέπραξαν ως αυτουργοί και συγκεκριμένα: α) Ο Ι. Σ. στο ..., στις 21.10.2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Ειδικότερα, εξετασθείς με όρκο ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου κατέθεσε επί λέξει τα ακόλουθα : "Λίαν πρωί την επομένη ημέρα μου τηλεφώνησε πάλι και μου είπε ότι εδέχθη επίθεση δια μαχαίρας υπό της συζύγου του εις την οικίαν αυτών, συνεπικουρούμενης της συζύγου του υπό της μητρός αυτής. Τον εκάλεσα να έλθει στην οικία μου ένθα μου επέδειξε τα τραύματά του τα οποία όπως είδον, εξ όσων ενθυμούμαι, συνίσταντο κυρίως εις τραύμα εις το τριχωτό της κεφαλής, τραύμα εις τον δεξιόν ώμον και δύο επιμήκη παράλληλα τραύματα του αριστερού πήχεως μήκους περί τα επτά εκατοστά, προφανέστατα κατενεχθέντα δια μαχαίρας μετ' αιμασσόντων χειλέων.
Κατενόησα αύθις ότι υπήρχε ανθρωποκτόνος πρόθεση υπό της συζύγου αυτού ην εβοήθησεν, ως μοι ελέχθη υπό του φίλου μου και η μήτηρ αυτής, αύτη βεβαίως άνευ μαχαίρας ... Η βιαιότης της συζύγου του μηνυτού ως καταφαίνεται εκ της κακοποιήσεως του εις την επιμέλειαν αυτής υπάρχοντος υιού των κατά τον Δεκέμβριο του 2007, ότε ο κακοποιηθείς μικρός κατέφυγεν εις την Αστυνομία κατ' εμέ δεν αμφισβητείται ...", καίτοι γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ουδέποτε δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι ο Ο.
Π. από τις εγκαλούσες Β. Γ. και Γ. Γ., καθώς και ότι η Β. Γ. δεν κακοποιεί το παιδί της και β) Ο Π. Γ. στο ….., στις 06.12.2012, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, εξετασθείς ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Περιστερίου, συνταχθείσας σχετικώς της με αριθμό 530/2012 ένορκης βεβαίωσης, κατέθεσε επί λέξει: " Τότε η κ.
Γ. με τη βοήθεια της μητέρας της του επιτέθηκε με μαχαίρι τραυματίζοντας αυτόν και βρίζοντας τον. Στη συνέχεια επιτέθηκαν και οι δύο και τον χτύπησαν ταυτόχρονα με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια. Πιστεύω ότι μάλλον η τέως σύζυγός του είχε σκοπό να τον σκοτώσει.
Στη συνέχεια ο κ. Π.ς πήγε στο Νοσοκομείο ... για τα τραύματα του....", ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε αυτός ήταν ότι οι εγκαλούσες Β. Γ. και Γ. Γ. ουδέποτε τραυμάτισαν τον Ο. Π.. 4) Στην …. στις 29.07.2011 και στις 12.03.2012, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, χρησιμοποίησε υφαρπαχθείσα ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Ειδικότερα, κατά την υποβολή από αυτόν της από 11.07.2011 μηνύσεως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και κατά την υποβολή της υπ' αριθ. 160/2012 έκθεσης προσφυγής του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενσωμάτωσε σε αυτές το υπ' αριθ. πρωτ. ΦΑ160/25.10.2005 πιστοποιητικό, η έκδοση του οποίου από το Γενικό Νοσοκομείο ...
στηρίχθηκε στην αγνώστου γραφικού χαρακτήρα ανυπόγραφη έγγραφη καταγραφή στις 05.06.1999 στο βιβλίο του εκτάκτου χειρουργικού ιατρείου της εξέτασης του κατηγορουμένου, επιδιώκοντας δια του πιστοποιητικού αυτού να εξαπατήσει τους δικαστικούς λειτουργούς ως προς το αναληθές γεγονός ότι υπέστη προ δεκαώρου της 05.06.1999 ξυλοδαρμό που του προκάλεσε, κατά τα αναγραφόμενα στο πιστοποιητικό, ζάλη, κάκωση τριχωτού κεφαλής, μώλωπες στη δεξιά πτέρνα εκτάσεως 3X3 εκ., άλγος, εκδορά δεξιάς υπερκλειδικής χώρας εκτάσεως 4 εκ.
με φορά από πάνω προς τα κάτω, μώλωπα στο αριστερό γόνατο, δύο γραμμοειδή παράλληλα θλαστικά τραύματα εκτάσεως 7 εκ. στο άνω και μέσο τριτημόριο αριστερού αντιβραχίου ραχιαίας επιφάνειας, προκληθέν από νύσσον και τέμνον όργανο με χείλη ομαλά αιμορραγικώς διηθημένα, οίδημα δεξιάς άκρας χειρός δείκτου πρώτη άρθρωση μετακαρπίου. 5) Στο ..., 21.11.2011 εξετασθείς χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Ειδικότερα, εξετασθείς χωρίς όρκο ενώπιον της Πταισματοδίκη Αμαρουσίου βεβαίωσε το αληθές του περιεχομένου της από 11.07.2011 μηνύσεως, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω υπό στοιχείο "1", καίτοι γνώριζε ότι οι εγκαλούσες, Β. Γ. και Γ. Γ., δεν του επιτέθηκαν με μαχαίρι και δεν του προκάλεσαν καμία σωματική βλάβη. 6) Στο ..., στις 21.11.2011 προέβη σε δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης.
Ειδικότερα, κατέθεσε στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον της Πταισματοδίκη Αμαρουσίου το από 23.01.2008 ιατρικό πιστοποιητικό δια του οποίου ο ιατρός Θ. Ν. βεβαίωσε ψευδώς ότι ο Ε. Π. του Ο. εξετάσθηκε στις 23.01.2008 στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε να φέρει τρεις (3) εκχυμώσεις ερυθροκυανού χρώματος, εκτάσεως 4 εκατοστών περίπου, παραλλήλως στην αριστερή παρειά στο πρόσωπο, δίκην "...
αποτυπώματος δακτύλων ...", τις οποίες προκάλεσε με χαστούκι η μητέρα του Β. Γ., καίτοι γνώριζε το ψευδές περιεχόμενο του πιστοποιητικού, δεδομένου ότι ο ανήλικος Ε. Π. υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση από τον Θ. Ν.. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον δεύτερο κατηγορούμενο, Ι. Σ., ένοχο του ότι : Στο ..., στις 21.10.2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Ειδικότερα, εξετασθείς με όρκο ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου κατέθεσε επί λέξει τα ακόλουθα: "Λίαν πρωί την επομένη ημέρα μου τηλεφώνησε πάλι και μου είπε ότι εδέχθη επίθεση δια μαχαίρας υπό της συζύγου του εις την οικίαν αυτών, συνεπικουρούμενης της συζύγου του υπό της μητρός αυτής. Τον εκάλεσα να έλθει στην οικία μου ένθα μου επέδειξε τα τραύματά του τα οποία όπως είδον, εξ όσων ενθυμούμαι, συνίσταντο κυρίως εις τραύμα εις το τριχωτό της κεφαλής, τραύμα εις τον δεξιόν ώμον και δύο επιμήκη παράλληλα τραύματα του αριστερού πήχεως μήκους περί τα επτά εκατοστά, προφανέστατα κατενεχθέντα δια μαχαίρας μετ' αιμασσόντων χειλέων.
Κατενόησα αύθις ότι υπήρχε ανθρωποκτόνος πρόθεση υπό της συζύγου αυτού ην εβοήθησεν, ως μοι ελέχθη υπό του φίλου μου και η μήτηρ αυτής, αύτη βεβαίως άνευ μαχαίρας ... Η βιαιότης της συζύγου του μηνυτού ως καταφαίνεται εκ της κακοποιήσεως του εις την επιμέλειαν αυτής υπάρχοντος υιού των κατά τον Δεκέμβριο του 2007, ότε ο κακοποιηθείς μικρός κατέφυγεν εις την Αστυνομία κατ' εμέ δεν αμφισβητείται ...", καίτοι γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι ουδέποτε δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι ο Ο.
Π. από τις εγκαλούσες Β. Γ. και Γ. Γ., καθώς και ότι η Β. Γ. δεν κακοποιεί το παιδί της".
VΙ. Από την παράθεση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται προφανές, ότι από τις παραπάνω πράξεις, αυτές: α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (δύο πράξεις), με φερόμενο χρόνο τέλεσης αμφοτέρων τις 29-7-2011, β) της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), με φερόμενο χρόνο τέλεσης ομοίως τις 29-7-2011 και γ) της πρώτης από τις δύο φερόμενες ως εξακολουθητικώς τελεσθείσες πράξεις της χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης, με αποδιδόμενο χρόνο τέλεσης επίσης τις 29-7-2011, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων της πρώτης αίτησης (Ο. Π.) με την προαναφερθείσα απόφαση, υπέκυψαν σε παραγραφή, λόγω παρόδου από τους άνω προσδιορισμένους χρόνους της φερόμενης τέλεσής τους μέχρι το χρόνο συζήτησης της ένδικης αναίρεσης (9-10-2019) χρονικού διαστήματος υπερβαίνοντος την οκταετία.
Συνεπώς, για τις πράξεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Ο. Π. του Κ. ποινική δίωξη. Ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίες είναι :
Α] του πρώτου αναιρεσείοντος (Ο. Π.): α) η ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή (χρόνος τέλεσης 21-10-2011 και 6-12-2012), β) η χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης (χρόνος τέλεσης 12-3-2012, γ) η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (ήδη ψευδής κατάθεση ενσωματωθείσα στο άρθρο 224 Ν.Π.Κ. - χρόνος τέλεσης 21-11-2011) και δ) η δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης (χρόνος τέλεσης 21-11-2011) και Β] του δεύτερου αναιρεσείοντος (Ι.
Σ.) η ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδής κατάθεση - χρόνος τέλεσης 21-11-2011), με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό των αλληλοσυμπληρούμενων και αποτελούντων ενιαίο σύνολο σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 12, 14, 16, 17, 18 εδ.
β, 26 παρ. 1 εδ. α, 27, 46 παρ. 1α', 51, 53, 79, 83, 84 παρ. 1, και 2 α', 94, 224 παρ. 2-1, 225 παρ. 1 α' (ήδη 224 παρ. 1 α'), 220 παρ. 1 β' και 221 παρ. 2 β'-α' και 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. V
ΙΙ. Σχετικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα: Α] Επί της πρώτης αίτησης αναίρεσης [αναιρεσείων Ο. Π.]: α) Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν περιλαμβάνει στο σκεπτικό της κρίση αναφορικά με το αν οι αρχές, προς τις οποίες αποτάθηκε, ήσαν αρμόδιες και, αν ναι, με βάση ποιες διατάξεις ήσαν αρμόδιες να υποδεχθούν την ψευδή καταμήνυση, την ψευδή ανώμοτη κατάθεση και την ψευδορκία που του αποδίδονται.
Η αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι καταθέσεις έγιναν ενώπιον των εκεί αρμοδίων αρχών, οι οποίες κατονομάζονται, ουδεμία δε αμφιβολία ή αμφισβήτηση καταλείπεται σ' αυτές (διαλαμβανόμενες παραδοχές), ότι ελλείπει η σχετική αρμοδιότητα από τις αρχές αυτές.
Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, κρίνεται in abstracto και αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά τη διάταξη του νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση ορισμένης διαφοράς, ήταν δε τέτοια αρχή η Πταισματοδίκης Αμαρουσίου, ενώπιον της οποίας έγιναν οι ένδικες καταθέσεις• β) Η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το σκοπό του αναιρεσείοντος στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης είναι αλυσιτελής, λόγω της επελθούσας παραγραφής της• γ) Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η πολιτικώς ενάγουσα Γ.
Γ. δεν παρίστατο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αλλά εκπροσωπήθηκε από τον αναφερόμενο σ' αυτή πληρεξούσιο δικηγόρο της. Κατά της παράστασής της δεν προβλήθηκε αντίρρηση. Ομοίως ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από οποιοδήποτε παράγοντα της δίκης στο στάδιο της πραγματοποιηθείσας από τον Πρόεδρο δημόσιας ανάγνωσης των εγγράφων στο ακροατήριο και τούτο αναφέρεται στα πρακτικά (σελ. 8 αυτών).
Οι αποδείξεις αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος (κατά κατηγορίες - κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία 2ου κατηγορουμένου) και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή• ούτε αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του.
Συνεπώς, η αιτίαση ότι δεν διαλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση "καμμία σκέψη και καμμία κρίση αναφορικά με το εφικτό ή ανέφικτο της προσέλευσης κρισίμου αυτόπτη μάρτυρα, ήτοι της Γ. Γ., της οποίας αντίθετα ανέγνωσε την κατάθεση" και περαιτέρω, ότι "Η αναιρεσιβαλλομένη δεν ασχολήθηκε ουδόλως με τη μάρτυρα αυτή" είναι εν μέρει αβάσιμη, αφού η Γ.
Γ. είχε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και εν μέρει απαράδεκτη ως παραπειστική, αφού θεωρεί δεδομένη την ανάγνωσή της χωρίς να παραπέμπει σε αποδεικνύουσα τούτο αναφορά των πρακτικών προς έλεγχο και πιστοποίηση. δ) Αναφορικά με την ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, που βαρύνει τον αναιρεσείοντα Ο.
Π., παρατέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, τόσον τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο τότε συγκατηγορούμενός του και ήδη αναιρεσείων Ι. Σ., καθώς και ποια ήσαν τα αληθή, τα οποία γνώριζε και παρόλα ταύτα κατέθεσε, αντ' αυτών, τα ψευδή. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τελευταίος βεβαίωνε στην κατάθεσή του για τα προκληθέντα με μαχαίρι τραύματα του Ο.
Π. και ανέφερε στις διαπιστώσεις του, ότι κατανοούσε από αυτά την ύπαρξη ανθρωποκτόνου πρόθεσης από τη σύζυγο του τελευταίου που συνεπικουρείτο προς τούτο από τη μητέρα της, που αντίθετα προς τη σύζυγο δεν έκανε χρήση μαχαιριού, καθώς και για την κακοποίηση του γιου των διαπληκτισθέντων συζύγων, το πρόσωπο του οποίου επιμελείτο η μητέρα του και, ότι το τέκνο τους, κακοποιημένο το Δεκέμβριο του 2007, είχε καταφύγει στην Αστυνομία, κάτι που δεν αμφισβητείτο από αυτόν, ενώ τα αληθή ήσαν, ότι ο Ο.
Π. ουδέποτε είχε δεχθεί επίθεση με μαχαίρι από τις εγκαλούσες Β. Γ. και Γ. Γ., καθώς και ότι η Β. Γ. δεν κακοποιεί το παιδί της. Επιπλέον με αιτιολογική πληρότητα προσδιορίστηκαν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία προκάλεσε αυτός στο συγκατηγορούμενό του την απόφαση να ψευδορκήσει, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εκμεταλλεύθηκε τη φιλική και συναδελφική του σχέση με τον Ι.
Σ. και με συμβουλές και οδηγίες δημιούργησε στον τελευταίο και τον συγκατηγορούμενό τους πρωτοδίκως, Π. Γ., τη βούληση προς τέλεση του εγκλήματος της ψευδορκίας που αυτοί διέπραξαν. Επίσης, από τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές προκύπτει ο δόλος σκοπού του άνω ηθικού αυτουργού (πρώτου αναιρεσείοντος), που συναπτόταν με την επιδιωκόμενη από τον ίδιο αίσια έκβαση της δικαστικής διένεξης μεταξύ αυτού και των πολιτικώς εναγουσών, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται εξειδικευμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση σε τί συνίσταντο οι συμβουλές και οδηγίες, που έγινε δεκτό ότι αποτέλεσαν τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο εν λόγω αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν την πράξη της ψευδορκίας.
Ακόμη, υφίστανται στοιχεία στις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης, που συνθέτουν το αιτιολογικό αυτής, ότι ήταν καθορισμένη η πράξη, στην οποία παρωθείτο ως φυσικός αυτουργός ο δεύτερος αναιρεσείων, και ότι ο άνω ηθικός αυτουργός συνέβαλε αιτιωδώς στη λήψη της απόφασης από τον τελευταίο να ψευδορκήσει.
Ο δόλος των αναιρεσειόντων αιτιολογείται με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν τις κατηγορίες, τις συνολικές παραδοχές και την κύρια αιτιολογία, με την οποία καταφάσκεται η περί ενοχής κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Από αυτά προκύπτει η προσωπική γνώση και ατομική τους αντίληψη για την πραγματική κατάσταση, οπότε δεν απαιτείται η παράθεση πρόσθετων περιστατικών σχετικά με την προαναφερθείσα γνώση.
Επιπροσθέτως, προέκυψε από τις παραδοχές, ότι ο Ι. Σ., ως αυτουργός, στην αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ψευδορκίας (ήδη ψευδούς κατάθεσης) κατέθεσε πραγματικά περιστατικά και δεν εξέφρασε γνώμη, κρίση ή διαμορφωμένη σχετικώς πεποίθηση, η δε αναφορά στην κατάθεσή του, ότι "η βιαιότητα της πρώτης εγκαλούσας καταφαίνεται από την κακοποίηση του υιού της..." συνδέεται αναμφιβόλως και αναντιλέκτως με το πραγματικό γεγονός της κακοποίησης, που κρίθηκε ψευδές από το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια, η παραπάνω αιτίαση με την οποία αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα ανωτέρω είναι αβάσιμη. ε) Στο άρθρο 590 παρ. 1 του Ν.ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019) ορίζεται, ότι "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.
Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 2 του Π.ΚΠοινΔ (ήδη 171 παρ. 3 Ν.ΚΠοινΔ), απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 ΚΠοινΔ ως προς τον τρόπο και χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 και 3, 83 και 42 παρ. 2 του Π.ΚΠοινΔ, που ίσχυσαν μέχρι την κατάργησή του, μη επηρεαζομένης της εγκυρότητας των πράξεων της ποινικής διαδικασίας που έγιναν στο χρόνο της ισχύος τους, προκύπτει ότι εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως, είτε διά ειδικού πληρεξουσίου που έχει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα.
Η δι' ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη δεν αντίκειται στις, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974 και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά ένα τουλάχιστο μάρτυρα της εκλογής του, αν κατηγορείται για πλημμέλημα και να ζητήσει από το δικαστήριο, που θα κρίνει κυριαρχικά και με αιτιολογημένη απόφασή του, κατά τη διεξαγωγή της δίκης να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να εξετασθούν και άλλοι μάρτυρες που δεν κλητεύθηκαν ή δεν εμφανίσθηκαν στη δίκη (άρθρο 352 και 353 ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ.
δ' ΕΣΔΑ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και την επιτρεπτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, κατά τη διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του εκδώσαντος αυτή Δικαστηρίου και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας παρέστη ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Απατσίδης και δήλωσε, ότι η Β.
Γ., η οποία είναι παρούσα και η Γ. Γ., την οποία εκπροσωπεί δυνάμει της από 25-9-2018 εξουσιοδότησης, παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες αιτούμενες, καθεμία από αυτές, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 44 ευρώ από καθένα των κατηγορουμένων (ήδη αναιρεσειόντων), λόγω ηθικής βλάβης που έχουν υποστεί εξαιτίας των τελεσθεισών εις βάρος τους πράξεων.
Κατά της παράστασης αυτής της πολιτικής αγωγής ουδεμία αντίρρηση υπήρξε από παράγοντα της δίκης. Στη συνέχεια η Εισαγγελέας λαμβάνοντας το λόγο από την Πρόεδρο, μεταξύ άλλων, παρέδωσε κατάλογο με τα ονόματα των μαρτύρων, που κάλεσε προς υποστήριξη της κατηγορίας, αντίγραφο του οποίου είχε επιδοθεί στους κατηγορουμένους κατά το άρθρο 326 ΚΠοινΔ και στη συνέχεια η Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων, από τους οποίους βρέθηκαν παρόντες οι εκεί αναφερόμενοι και απούσα η Γ.
Γ..
Συνεπώς, αφού δεν μπορεί να αποκρουστεί η παράσταση της απούσας πολιτικώς ενάγουσας δια πληρεξουσίου δικηγόρου στην ακροαματική διαδικασία, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ο. Π., ότι "...αν και η μάρτυς κατηγορίας Γ. Γ. ήταν απούσα το Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με αυτήν και ουδόλως ασχολήθηκε με το αν ήταν εφικτή ή ανέφικτη η προσέλευσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση του στέρησε κατά παράβαση των διατάξεων 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 εδ.
ε' του ΔΣΑΠΔ "το φυσικό διεθνοσυμβατικό και αναφαίρετο δικαίωμά" του να υποβάλει ερωτήσεις στη μάρτυρα κατηγορίας (πολιτικώς ενάγουσα) Γ. Γ., είναι αβάσιμες. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται, ότι ουδείς ισχυρισμός προσβολής των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων προτάθηκε από τον άνω αναιρεσείοντα στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας σχετικά με τα προαναφερθέντα, οπότε οι παραπάνω αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω προσβολής θεμελιωδών του δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι, εκ του λόγου τούτου, απαράδεκτες.
στ) Ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, προκάλεσε η, μετά την επιδίκαση της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης, δήλωση του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής, ότι το ποινικό μητρώο του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Ο. Π. δεν ήταν λευκό και ότι έπρεπε να διαβιβαστούν τα πρακτικά στον αρμόδιο Εισαγγελέα προς διερεύνηση της ορθότητας των πραγματοποιηθεισών σ' αυτό εγγραφών, διότι δεν προσβλήθηκαν με τη δήλωση αυτή δικαιώματα αναφερόμενα στην εμφάνιση, εκπροσώπηση, και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και δικαιώματα αναγόμενα στην άσκηση των παρεχόμενων σ' αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, ενώ ουδόλως προσβλήθηκε εν προκειμένω η δημόσια τάξη.
Συνεπώς, η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη. ζ) Η αιτίαση του ίδιου, ως άνω, αναιρεσείοντος (Ο. Π.), ότι με την πιο πάνω δήλωση του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω προσβολής των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, καθόσον, όπως επί λέξει στην ένδικη αίτηση αναφέρει, "το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των καθαρογραφημένων πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης, ενώ άκουσε επί του αιτήματος αυτού τον συνήγορο της πολιτικής αγωγής (παράνομα και κατά παραβίαση των δικαιωμάτων μου ως κατηγορουμένου και προκαλώντας απόλυτη ακυρότητα) προκάλεσε και δεύτερη ακυρότητα, διότι δεν έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο ή στον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορο υπεράσπισης για να τοποθετηθεί επί της Εισαγγελικής πρότασης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 171 παρ. 1 Π.ΚΠοινΔ, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 590 παρ. 1 εδ. β' Ν.ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ίδιου Κώδικα, αν, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του επί της ενοχής ή της ποινής.
Επίσης, ομοίως στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει ρητώς δικαίωμά του και το Δικαστήριο αρνήθηκε τούτο σ' αυτόν ή παρέλειψε να αποφανθεί σε σχετική αίτηση. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στην οικεία θέση, που γίνεται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνοντας τη διάσταση μεταξύ των καταχωρηθέντων στη βάση δεδομένων του ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος του Εθνικού Ποινικού Μητρώου, που εμφάνιζε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (Ο.
Π.) ως έχοντα λευκό ποινικό μητρώο και της σχετικής δήλωσης του τελευταίου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, - καθόσον αυτός ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν παρίστατο αλλά εκπροσωπείτο από το συνήγορό του -, ότι στο ποινικό του μητρώο υπάρχουν καταχωρημένες ποινές υπερβαίνουσες το έτος, διέταξε τη διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για τις δικές του ενέργειες προς διερεύνηση της ορθότητας των εγγραφών στο ποινικό μητρώο του ανωτέρω χωρίς προηγουμένως να δώσει το λόγο στο συνήγορο αυτού.
Εν προκειμένω, όμως, δεν προκαλείται εξ αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και επιπλέον, εφόσον δεν υπήρξε υποβολή αιτήματος για παροχή του λόγου εκ μέρους του συνηγόρου του άνω κατηγορουμένου και το Δικαστήριο της ουσίας δεν αρνήθηκε ούτε παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτού, ούτε σχετική ακυρότητα επήλθε.
Συνεπώς, η εν λόγω αιτίαση είναι επίσης αβάσιμη. Β] Επί της δεύτερης αίτησης αναίρεσης [αναιρεσείων Ι. Σ.]: α) Ο πρώτος λόγος αναφερόμενος σε έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη λειτουργική αρμοδιότητα της αρχής να εξετάσεις ενόρκως μάρτυρα είναι αβάσιμος, διότι η αρμοδιότητα της αρχής κρίνεται in abstracto και αναφέρεται εναργώς και σαφώς η αρμόδια αρχή ενώπιον της οποίας έγινε η ψευδορκία, ήταν δε τέτοια αρχή η Πταισματοδίκης Αμαρουσίου, ενώπιον της οποίας έγινε η ένδικη κατάθεση• β) ο δεύτερος λόγος, που αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ψευδορκίας, καθόσον, κατά τα εκεί ισχυριζόμενα, δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη, ότι τα κατατεθέντα από αυτόν γεγονότα βρίσκονται εντός του αποδεικτέου θέματος και ότι τα παρατιθέμενα εκεί περιστατικά είναι ελλιπή, είναι ομοίως αβάσιμος, διότι από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι η ψευδής κατάθεση του αναιρεσείοντος στη δεύτερη από τις άνω αιτήσεις (Ι.
Σ.) συνεχόταν και συνδεόταν με την από 10-7-2011 έγκληση του αναιρεσείοντος στην πρώτη από τις άνω αιτήσεις σε βάρος των εγκαλουμένων Β. Γ. και Γ. Γ. και τις εκεί αποδιδόμενες σ' αυτές αξιόποινες πράξεις• γ) Ο τρίτος λόγος, αναφερόμενος στην έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τον άμεσο δόλο/γνώση για το ψευδές των κατατιθεμένων είναι αβάσιμος, καθόσον αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τις συνολικές παραδοχές και την κύρια αιτιολογία σχετικά με την περί ενοχής κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ από όλα τα ως άνω προκύπτει γνώση του για την πραγματική κατάσταση από άμεση αντίληψη, με την έννοια της βεβαιότητας περί της αναλήθειας των γεγονότων, ώστε παρέλκει η παράθεση - αναφορά πρόσθετων γεγονότων που να θεμελιώνουν τη γνώση.
Οι λοιπές περιεχόμενες εκεί αιτιάσεις (αξιολόγηση μάρτυρα Μ. Χ. κ.λπ.) πλήττουν απαραδέκτως την ουσία της υπόθεσης. δ) Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, θεμελιώνονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' και Ε' αναιρετικοί λόγοι, αφού δεν αναφέρεται διακριτά το άρθρο του Π.Κ., που αφορά την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, ώστε να διαχωρίζεται τούτο από τα λοιπά άρθρα του Π.Κ, που αναφέρονται στις αξιόποινες πράξεις του δεύτερου αναιρεσείοντος - συγκατηγορουμένου του και να διευκολύνεται ο αναιρετικός έλεγχος της απόφασης από το παρόν Δικαστήριο.
Η εν λόγω αιτίαση είναι αφενός απαράδεκτη, ως αόριστη, διότι δεν συγκροτείται με αυτή κάποιος από τους περιοριστικά περιεχόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους και περαιτέρω αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, τόσον οι πράξεις, για τις οποίες κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, όσον και οι ποινικές διατάξεις που τις προβλέπουν και τις τιμωρούν, αναφέρονται στις οικείες θέσεις χωρίς να προκαλείται από τη συγκεντρωτική αναφορά των αριθμών των διατάξεων δυσχέρανση του αναιρετικού έργου, ενώ είναι γνωστές οι πράξεις, για τις οποίες κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ο καθένας από τους αναιρεσείοντες, καθώς και οι διατάξεις, στο πραγματικό των οποίων αυτές υπάγονται.
ε) Με τον πέμπτο λόγο ο ίδιος αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραλείποντας να διαλάβει στην αποδοθείσα σ' αυτόν περί ψευδορκίας κατηγορία, ότι είπε τη λέξη "ορκίζομαι", στέρησε την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος αναγκαίου στοιχείου και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα από τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε', άλλως Δ', ΚΠοινΔ. Η αιτίαση αυτή, που αναφέρεται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης, περί τα πράγματα, κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη, διότι συνιστά αμφισβήτηση των εις βάρος του άνω αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης.
Ανεξαρτήτως αυτού η ίδια αιτίαση είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού στη διατύπωση της κατηγορίας διαλαμβάνεται, ότι ο άνω αναιρεσείων "εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση" και περαιτέρω, ότι "ειδικότερα, εξετασθείς με όρκο ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου κατέθεσε ...", παραδοχές από τις οποίες γίνεται φανερό, ότι ο τελευταίος εξετάστηκε με όρκο και κατά συνέπεια ότι ορκίστηκε.
στ) Με τον έκτο λόγο ο άνω αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' ΚΠοινΔ) άλλως για σχετική ακυρότητα (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Β' ΚΠοινΔ), καθόσον στον κατάλογο των μαρτύρων, που επέδωσε ο εισαγγελέας, κατ' άρθρο 326 ΚΠοινΔ, στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, στο χρόνο της παραπομπής του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς γνωστοποίηση αυτών, δεν αναφερόταν ο εξετασθείς στο ακροατήριο ως μάρτυρας Ν.
Κ. του Σ. αλλά ο Κ. Κ. του Σ., με συνέπεια να προσβάλλεται θεμελιώδες υπερασπιστικό του δικαίωμα να πληροφορηθεί τους μάρτυρες που θα καταθέσουν στη δίκη και να προκαλείται απόλυτη άλλως σχετική ακυρότητα.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, που γίνεται για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του εκδόντος την άνω απόφαση δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο Εισαγγελέας "παρέδωσε στην Πρόεδρο τον κατάλογο με τα ονόματα των μαρτύρων, που κάλεσε για να υποστηρίξουν την κατηγορία και του οποίου αντίγραφο έχει επιδοθεί στους κατηγορουμένους, κατά το άρθρο 326 Κ.Ποιν.Δ." και ότι ο Πρόεδρος εκφώνησε τον κατάλογο με τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας, οπότε βρέθηκαν παρόντες οι Β.
Γ., Ν. Κ. και Μ. Χ., ενώ ήταν απούσα η Γ. Γ.. Στη συνέχεια η Πρόεδρος ερώτησε την πολιτικώς ενάγουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, αν κλήτευσαν μάρτυρες και αυτοί απάντησαν αρνητικά και κατόπιν τους συνηγόρους των κατηγορουμένων και τον παρόντα κατηγορούμενο, αν έχουν κλητεύσει μάρτυρες υπεράσπισης και αυτοί απάντησαν αρνητικά (σελ. 3 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης).
Κατά συνέπεια από την παράθεση των ανωτέρω περικοπών των ένδικων πρακτικών προκύπτει, ότι ο Ν. Κ. αναφέρεται στα ονόματα των μαρτύρων του άνω καταλόγου και ότι ουδόλως υποβλήθηκαν αντιρρήσεις από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα με τις οποίες να αμφισβητείται, ότι αυτός είναι γνωστοποιημένος, κατ' άρθρο 326 ΚΠοινΔ, μάρτυρας του καταλόγου.
Η μη προβολή αντιρρήσεων αποδεικνύεται από τα πρακτικά τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά (άρθρο 140 και 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ). Ακόμη, ο εν λόγω μάρτυρας (Ν. Κ.) κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και η κατάθεσή του καταχωρήθηκε στη σελ. 7 των ίδιων ως άνω πρακτικών. Στο σημείο καταχώρησης των στοιχείων του εν λόγω μάρτυρα μνημονεύεται, ότι εκ παραδρομής αναφέρεται στον κατάλογο των μαρτύρων ως Κ.
Κ.. Ο ίδιος είχε εξεταστεί ως Κ. Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 10 των υπ' αρ. 42795/17 πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης). Από την αντιπαραβολή των λοιπών στοιχείων και του περιεχομένου των καταθέσεων του εν λόγω μάρτυρα συνάγεται, ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, που γνωστοποιήθηκε ως μάρτυρας και το ορθό όνομα αυτού είναι Ν.
Κ.. Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για σχετική ακυρότητα, που ουδόλως προτάθηκε, αυτή καλύφθηκε και ο προαναφερθείς, έκτος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος στη δεύτερη ως άνω αίτηση (Ι. Σ.), είναι αβάσιμος (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Β', 171 παρ. 1 δ', 173 εδ. γ', 174 παρ. 1 και 2, 326 και 590 παρ. 1 εδ. β'). Κατά τα λοιπά, στην προκείμενη περίπτωση, οι εμπεριεχόμενες στους ως άνω αναιρετικούς λόγους λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος των αναιρεσειόντων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και πλέον συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από τους άνω αναιρεσείοντες αντιθέσεις, κατ' αυτούς, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επομένως, άπαντες οι λόγοι των άνω αιτήσεων αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, που εντάσσονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι οι κρινόμενες αιτήσεις είναι παραδεκτές, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες, περιέχουσες ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο και ειδικότερα την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, οι αναιρεσείοντες εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και του ότι το αξιόποινο των μερικότερων πράξεων, που φέρονται τελεσθείσες από τον πρώτο αναιρεσείοντα Ο. Π., ήτοι: α) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (δύο πράξεις), με φερόμενο χρόνο τέλεσης αμφοτέρων τις 29-7-2011, β) της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), με φερόμενο χρόνο τέλεσης, ομοίως, τις 29-7-2011 και γ) της πρώτης από τις δύο φερόμενες ως εξακολουθητικώς τελεσθείσες πράξεις, της χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης, με φερόμενο χρόνο τέλεσης, επίσης, τις 29-7-2011, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων της πρώτης αίτησης (Ο.
Π.) με την προαναφερθείσα απόφαση, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, καθόσον παρήλθε από τους παραπάνω προσδιορισμένους χρόνους της φερόμενης τέλεσής τους μέχρι το χρόνο συζήτησης της ένδικης αναίρεσης (9-10-2019) χρονικό διάστημα υπερβαίνον την οκταετία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθώς και ενόψει του ότι, με το άρθρο 461 Ν.Π.Κ " Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτόν", δεν επαναδιατυπώθηκε η διάταξη του άρθρου 227 παρ. 1 του Π.Π.Κ στο Ν.Π.Κ., που προέβλεπε υποχρεωτική αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη του καταδικαζόμενου για ψευδορκία και με το άρθρο 511 εδ.
δ' Ν.ΚΠοινΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει: 1) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση: α) ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του πρώτου αναιρεσείοντος (Ο. Π.) για τις ως άνω παραγραφείσες μερικότερες πράξεις, που φέρονται άπασες τελεσθείσες στις 29-7-2011, β) ως προς τις διατάξεις της περί ποινών, οι οποίες αφορούν και τις ως άνω υπόλοιπες μη παραγραφείσες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, που είναι, αφενός μεν όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα (Ο.
Π.), i) η ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή (χρόνος τέλεσης 21-10-2011 και 6-12-2012), ii) η χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης (χρόνος τέλεσης 12-3-2012), iii) η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (ήδη ψευδής κατάθεση ενσωματωθείσα στο άρθρο 224 Ν.Π.Κ. - χρόνος τέλεσης 21-11-2011) και iv) η δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης (χρόνος τέλεσης 21-11-2011), αφετέρου δε, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα (Ι.
Σ.) η ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδής κατάθεση - χρόνος τέλεσης 21-10-2011), 2) να απαλειφθεί από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η διάταξη, με την οποία επιβαλλόταν σε καθένα από τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για ένα έτος, 3) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος στην πρώτη από τις άνω αιτήσεις (Ο.
Π.) για τις ως άνω παραγραφείσες αξιόποινες πράξεις, 4) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προκειμένου να γίνει επιμέτρηση της ποινής για τις υπόλοιπες μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες τελέστηκαν, αυτές μεν που βαρύνουν τον πρώτο αναιρεσείοντα (Ο.
Π.), ήτοι η ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή στις 21-10-2011 και 6-12-2012, η χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης στις 12-3-2012, η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (ήδη ψευδής κατάθεση) στις 21-11-2011 και η δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης στις 21-11-2011, αυτή δε που βαρύνει το δεύτερο αναιρεσείοντα (Ι.
Σ.) και είναι η ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδής κατάθεση) στις 21-10-2011, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ) και 5) να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης.
Σημειώνεται, ότι από τις πολιτικώς ενάγουσες, Β. Γ. και Γ. Γ., που κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως προκύπτει από τα από 23-7-2019 και 8-8-2019 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Λ. Χ., που υπάρχουν στο φάκελο της Δικογραφίας, η μεν πρώτη εμφανίστηκε και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, η δε δεύτερη δεν εμφανίστηκε ούτε παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, πλήν όμως η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 515 παρ.2 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα αναβολής. –
ΑΝΑΙΡΕΙ την απόφαση, με αριθμό 1186/2019, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών: α) ως προς τη διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος στην πρώτη αίτηση (Ο. Π.) για τις πράξεις: i) της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή (δύο πράξεις), με φερόμενο χρόνο τέλεσης αμφοτέρων τις 29-7-2011, ii) της ψευδορκίας μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), με φερόμενο χρόνο τέλεσης, ομοίως, τις 29-7-2011 και iii) της πρώτης από τις δύο φερόμενες ως εξακολουθητικώς τελεσθείσες πράξεις της χρήσης υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης, με φερόμενο χρόνο τέλεσης, επίσης, τις 29-7-2011 και β) ως προς τις διατάξεις της περί ποινών.
-ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τη διάταξη, με την οποία επιβαλλόταν σε καθένα από τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για ένα έτος. –
ΠΑΥΕΙ οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος στην πρώτη από τις άνω αιτήσεις (Ο. Π.) για το ότι:
1) Στην …., στις 29.07.2011, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτήν. Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 11.07.2011 έγκληση σε βάρος των εγκαλουμένων, Β. Γ. και Γ. Γ., μέρος του περιεχομένου της οποίας έχει ως ακολούθως : "Τότε (εννοεί 04.06.1999) η πρώτη εγκαλουμένη (εννοεί τη Β.
Γ.) με τη συνδρομή της δεύτερης (εννοεί τη Γ. Γ.) εξ αυτών μητέρας της μου επιτέθηκε με μαχαίρι λέγοντάς μου: τι θες ρε αλήτη, καλά έκανα και τα πήρα τα λεφτά. Ταυτόχρονα μαζί με την πρώτη εγκαλουμένη μου επιτέθηκε και η δεύτερη εξ αυτών μητέρα της και με χτυπούσαν ταυτόχρονα και οι δύο με αποτέλεσμα να μου προκαλέσουν κάκωση τριχωτού κεφαλής, μώλωπες στη δεξιά πτέρνα εκτάσεως 3X3 εκ., εκδορά δεξιάς υπερκλειδικής χώρας εκτάσεως 4 εκ.
με φορά από πάνω προς τα κάτω, μώλωπα στο αριστερό γόνατο, δύο γραμμοειδή παράλληλα θλαστικά τραύματα εκτάσεως 7 εκ. περίπου στο άνω και μέσο τριτημόριο αριστερού αντιβραχίου ραχιαίας επιφάνειας, καθώς και οίδημα δεξιάς άκρας χειρός δείκτου πρώτη άρθρωση μετακαρπίου. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν άνευ άλλου τινός από την με αρ.
πρωτ. ΦΑ/160/25.10.2005 Βεβαίωση του Δημοσίου Νοσοκομείου της ... ... Επειδή η πρώτη εγκαλουμένη με πρόθεση και ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενώ γνώριζε ότι η επίθεση με μαχαίρι εναντίον μου μπορούσε να προκαλέσει τον σοβαρό τραυματισμό μου από τον οποίο ήταν δυνατόν να επέλθει αιτιωδώς ο θάνατός μου με την άμεση συνδρομή της δεύτερης εξ αυτών μητέρας της επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο".
Ωστόσο, το προαναφερθέν περιεχόμενο της έγκλησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι οι εγκαλούσες ουδέποτε επιτέθηκαν με μαχαίρι στον κατηγορούμενο και δεν του προκάλεσαν καμία σωματική βλάβη, επεδίωκε δε ο κατηγορούμενος την άσκηση σε βάρος τους ποινικής δίωξης για το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
2) Στην …., στις 29.07.2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, επιβεβαίωσε με όρκο το περιεχόμενο της κατατεθείσας στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών από 11.07.2011 μηνύσεως σε βάρος των εγκαλουμένων, Β. Γ. και Γ. Γ., όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται αμέσως ανωτέρω, υπό στοιχείο "1", η αλήθεια δε την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ήταν ότι οι εγκαλούσες, Β. Γ. και Γ. Γ., ουδέποτε του επιτέθηκαν με μαχαίρι και ουδέποτε προκάλεσαν σε αυτόν σωματικές κακώσεις.
3) Στην …., στις 29.07.2011, χρησιμοποίησε υφαρπαχθείσα ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, κατά την υποβολή από αυτόν της από 11.07.2011 μηνύσεως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ενσωμάτωσε σε αυτή το υπ' αριθ. πρωτ. ΦΑ160/25.10.2005 πιστοποιητικό, η έκδοση του οποίου από το Γενικό Νοσοκομείο ... στηρίχθηκε στην αγνώστου γραφικού χαρακτήρα ανυπόγραφη έγγραφη καταγραφή στις 05.06.1999 στο βιβλίο του εκτάκτου χειρουργικού ιατρείου της εξέτασης του κατηγορουμένου, επιδιώκοντας δια του πιστοποιητικού αυτού να εξαπατήσει τους δικαστικούς λειτουργούς ως προς το αναληθές γεγονός ότι υπέστη προ δεκαώρου της 05.06.1999 ξυλοδαρμό που του προκάλεσε, κατά τα αναγραφόμενα στο πιστοποιητικό, ζάλη, κάκωση τριχωτού κεφαλής, μώλωπες στη δεξιά πτέρνα εκτάσεως 3X3 εκ., άλγος, εκδορά δεξιάς υπερκλειδικής χώρας εκτάσεως 4 εκ. με φορά από πάνω προς τα κάτω, μώλωπα στο αριστερό γόνατο, δύο γραμμοειδή παράλληλα θλαστικά τραύματα εκτάσεως 7 εκ. στο άνω και μέσο τριτημόριο αριστερού αντιβραχίου ραχιαίας επιφάνειας, προκληθέν από νύσσον και τέμνον όργανο με χείλη ομαλά αιμορραγικώς διηθημένα, οίδημα δεξιάς άκρας χειρός δείκτου πρώτη άρθρωση μετακαρπίου.
-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση της ποινής για τις υπόλοιπες μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις των αναιρεσειόντων, που τελέστηκαν, οι μεν βαρύνουσες τον αναιρεσείοντα της πρώτης αίτησης (Ο. Π.), i) η ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή στις 21-10-2011 και 6-12-2012), ii) η χρήση υφαρπαχθείσας ψευδούς βεβαίωσης στις 12-3-2012, iii) η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (ήδη ψευδής κατάθεση) στις 21-11-2011 και iv) η δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης στις 21-11-2011, η δε βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα στη δεύτερη αίτηση αναίρεσης (Ι. Σ.) ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδής κατάθεση) στις 21-10-2011), για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και –
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, τις από 24-6-2019 (αρ. πρωτ. 7140/2019) και από 21-6-2019 (αρ. πρωτ. 7098/2019) αιτήσεις αναίρεσης των i) Ο. Π. του Κ., κατοίκου ... και ii) Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., αντίστοιχα [ασκηθείσες με δηλώσεις επιδοθείσες στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η μεν πρώτη αυθημερόν, η δε δεύτερη στις 24-6-2019], για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2019..
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ