Legislator Case Law & Legislation
1626/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding new evidence and insufficient reasoning in civil judgment.

Case Number 1626/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court relied on insufficient reasoning and failed to consider a prior acquittal verdict. The court rejected these claims as inadmissible due to vagueness and because the lower court had explicitly considered the prior acquittal in its findings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 C.P.C.; Art. 559 C.P.C.: Appeals based on new evidence or insufficient reasoning are inadmissible unless they concern public order, unless the lower court failed to consider evidence adduced by the parties.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal new evidence rule insufficient reasoning prior acquittal verdict public order exception evidence consideration civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 C.P.C.
Art. 559 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.
Art. 495 para. 3 C.P.C.
Art. 335 C.P.C.
Art. 338 C.P.C.
Art. 339 C.P.C.
Art. 346 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1626 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1626/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάρδα. Του αναιρεσιβλήτου: "Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμη Κυριαζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5412/2005 μη οριστική και 2452/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6844/2013 μη οριστική και 1542/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-8-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλομΑΠ 15/2000, ΑΠ 40/2018,ΑΠ 157/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθ. 2452/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας και άλλων υπαλλήλων του, περί αναγνωρίσεως της εις ολόκληρον υποχρεώσεως των εναγομένων να της καταβάλουν αποζημίωση λόγω της εις βάρος του τελεσθείσας απ' αυτούς και από κοινού αδικοπραξίας, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 24.9.2012 έφεσή της και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1542/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν.

Η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 22.8.2017 αίτησή της για αναίρεση της εν λόγω απόφασης. Με τον πρώτο λόγο αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα για το ποινικό αδίκημα της απάτης σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου δυνάμει της υπ' αριθ. 3463/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν η κατηγορία από την οποία αθωώθηκε ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της για την καταβολή αποζημίωσης στο αναιρεσίβλητο.

Ότι, παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής της ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή της κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα τις οποίες δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτής τεκμήριο αθωότητας.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι προεχόντως απαράδεκτες για δύο λόγους. Πρώτον, λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία ακριβώς είναι τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως του ποινικού αδικήματος ή των ποινικών αδικημάτων, αν είναι περισσότερα, για τα οποία κηρύχθηκε αθώα, και ποία ακριβώς η (υπαίτια) αδικοπρακτική της συμπεριφορά (δηλαδή το αστικό αδίκημα), για την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να πληρώσει αποζημίωση στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο το ποινικό αδίκημα του οποίου κρίθηκε αθώα ταυτίζεται ή όχι απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της.

Η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην ανεπαρκή για τον ως άνω έλεγχο αναφορά ότι κηρύχθηκε αθώα απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση σε βάρος της περιουσίας του Ταμείου, χωρίς να εξειδικεύει -έστω συνοπτικά- τα ως άνω αναγκαία για την πληρότητα του προβαλλόμενου λόγου στοιχεία. Δεύτερον, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί της παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας προτάθηκε από αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο εφέσεως.

Επομένως δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας, τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας.

Ούτε πάλι η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιδίως ότι πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός, που αφορά ο λόγος αναιρέσεως, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης (παντελής έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα) των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" (Ολομ ΑΠ 32/1996, Ολομ ΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1401/2010).

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι τέλεσε αδικοπραξία και δη απάτη σε βάρος του αναιρεσίβλητου Ταμείου, ενώ από το γεγονός ότι με την υπ' αριθ. 3463/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώα για το ποινικό αδίκημα της απάτης έπρεπε να καταλήξει σε όμοιο αποδεικτικό συμπέρασμα.

Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενώ η αναφορά μόνον ότι το Εφετείο δεν δικαιολογεί "με ειδικό και αιτιολογημένο τρόπο" την αποκλίνουσα από το ποινικό δικαστήριο κρίση του δεν αίρει την ανωτέρω αοριστία.

Επιπλέον δε ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αμφισβητεί την ορθότητα το αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 201/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 3463/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώα για το ποινικό αδίκημα της απάτης, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση.

Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σελ. 2η του 40ου φύλλου) της ποινικής αυτής απόφασης μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ποινική αυτή απόφαση και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Αυγούστου 2017 αίτηση της Ε. Α. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1542/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ