Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment regarding rent deposit return and security measures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment regarding the return of rent deposits and security measures. The court held that the withdrawal of security measures by a lower court did not retroactively invalidate the initial measures or the subsequent deposit withholding. Consequently, the appellant's arguments regarding the lack of a final judgment on the main claim were rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 and 554 of the Code of Civil Procedure; The withdrawal of security measures by a lower court does not retroactively invalidate the initial measures, nor does it establish a final judgment on the main claim required to trigger the return of deposits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1626 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1626/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ρ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Α.-Π. Μ. & β) Ε.-Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. χήρας Σ. Α., το γένος Σ. Τ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ζ. Α., 2) Χ. Α. του Σ., 3) Β. Α. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μασούρα και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ε. Α. του Χ. η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται στην αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔικ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρ. 553 αρ. 1β ΚΠολΔικ. (ΑΠ 1466/10, 1428/08, ΑΠ 839/08).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔικ μ’ αυτές των αρθρ. 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 367/2014, ΑΠ 915/2017). Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των απλών ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, όχι ως προς όλους αλλά μόνο ως προς αυτόν (ομόδικο), ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 367/2014, ΑΠ 764/09).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της 46/2015 αποφάσεως του [ως Εφετείου δικάσοντος] Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου κρίνεται, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς την απολιπομένη, καίτοι εμπροθέσμως και νομοτύπως κληθείσα, τετάρτη των αναιρεσιβλήτου Ε. Α., εφόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ερημοδικασθείσας ως άνω τετάρτης αναιρεσιβλήτου και των λοιπών, απλών ως εκ του χαρακτήρος της καταχθείσης και παρακάτω αναφερομένης διαφοράς, κατ’ αντιμωλίαν δικασθέντων ομοδίκων αυτής εφεσιβλήτων (και νυν αναιρεσιβλήτου), έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς την ως άνω τετάρτη αναιρεσίβλητη, η οποία, ως ερημοδικασθείσα στην δευτεροβάθμια δίκη, δικαιούται στην άσκηση ανακοπής ενόψει τον ότι δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε γίνεται σχετική επίκληση από την αναιρεσείουσα, είτε επίδοση προς την ως άνω ερημοδικασθείσα ή προς την ίδια από την τελευταία της προσβαλλομένης αποφάσεως και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτηση αυτής (ερημοδικασθείσας) από το σχετικό δικαίωμα.
Από τη διάταξη του αρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 7/06, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση. (ΑΠ 1653/2008).
Τέτοια διαφορά δημιουργείται πλην άλλων και στην περίπτωση που διεκδικείται ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία (ΑΠ 250/2009, ΑΠ 1495/2009). Υπό τον όρο δικαστική μεσεγγύηση νοείται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου κ.λ.π., για την εξασφάλιση των επ’ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια, ο μεσεγγυούχος δε υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση. (ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 1653/2008).
Αν τα πράγματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως το δικαστήριο δεν διορίζει μεσεγγυούχο αλλά διατάζει τη δημόσια κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ιδιότητα του Ταμείου ως δημοσίας αρχής και ειδικότερα ως ΝΠΔΔ (ΠΔ 471/1980) δεν μεταβάλλει τη σχέση της δημοσίας καταθέσεως ως συμβάσεως παρακαταθήκης του κοινού δικαίου διεπομένης από τις περί αυτής (822-832 ΑΚ) και της δημοσίας καταθέσεως (427-433ΑΚ) διατάξεις του ΑΚ και της νομοθεσίας περί του ΤΠΔ (ΑΠ 669/1992).
Επί της συμβατικής καθώς και επί της δικαστικής μεσεγγυήσεως η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνον σε εκείνον από τους περισσοτέρους ενδιαφερομένους, στον οποίο το πράγμα περιέρχεται όταν αρθεί η αμφισβήτηση ή η αβεβαιότητα, που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος είτε με συμφωνία των μερών είτε μετά τελεσίδικη ή ανέκκλητη δικαστική απόφαση που τέμνει τη διαφορά, η οποία προκάλεσε τον διορισμό μεσεγγυούχου, εκ των πλειόνων δε ενδιαφερομένων διατάσσεται η απόδοση σ’ εκείνον που αναγνωρίστηκε με την απόφαση ως δικαιούχος.
Η απόδοση του πράγματος δεν μπορεί να γίνει προτού αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των περισσοτέρων ενδιαφερομένων επί του πράγματος. Περαιτέρω, απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει, κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ, προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα, ως μορφή προσωρινής δικαστικής, προστασίας που αποσκοπούν στην διασφάλιση των εριζόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς τους ή τη ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 ΚΠολΔ), έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη και κατ’ επέκταση με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα.
Ωστόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί γνήσια εκδήλωση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού η κρίση της είναι αυθεντική και συνεπώς δεσμευτική για το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και αναλόγως ως προς τα ληπτέα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων.
Σε κάθε δηλαδή περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 682 ΚΠολΔ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας (αρθρ. 20 § 1 Συντ.).
Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ’ αυτή, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους.
Έτσι η κατάλυση γενικώς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ’ εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρ. 1277 σε συνδυασμό με άρθρ. 1331 και 1280 εδ. β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρ. 730§2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.
Αντίστοιχα, δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης. Με την ειδικότερη αυτή έννοια η προσωρινή ισχύς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζει ως προσωρινό και το δεδικασμένο της, το οποίο πάντως κάμπτεται έμμεσα όταν εκτοπισθεί από το δεδικασμένο της απόφασης για την κύρια δίκη.
Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της κατά τα άρθρα 693§2, 715§5, 727, 729§5, 730§1 ΚΠολΔ και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση κατά το άρθρ. 696-698, 702§2εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων (βλ.
και ΑΠ 75/2014). Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 831, 832, 822 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά των αναιρεσιβλήτων εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή της δεχθείσα τη μη συνδρομή υποχρεώσεως εκ των αναιρεσιβλήτων αναιρεσιβλήτου Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ) προς απόδοση σ’ αυτήν του, δυνάμει ανακληθείσας, ήδη, αποφάσεως (των) ασφαλιστικών μέτρων (παρά) κατατεθέντος στο τελευταίο (ΤΠΔ) ποσού μισθωμάτων σχετικώς με τα καταδολιευτικώς (κατά τους αναιρεσιβλήτους), μεταβιβασθέντα από το μη διάδικο στην παρούσα δίκη Κ.
Κ. προς τον αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσείουσας (Μ. Μ.) ακίνητα, για τα οποία εκκρεμεί η από τους αναιρεσιβλήτους κατά των ως άνω Κ. Κ. και Μ. Μ. εγερθείσα, από το αρθρ. 939ΑΚ αγωγή διαρρηξεως παρόλο που τα, ως αποδεχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την αποδοχή, ως βασίμου, της ενδίκου αγωγής της (αναιρεσείουσας).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ). Επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Στις 17.11.2004 ο Κ. Κ., κάτοικος ..., με πρόθεση σκότωσε τον Σ.
Α., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των τεσσάρων πρώτων εναγομένων (και ήδη αναιρεσιβλήτου). Από την παραπάνω αιτία συνεπώς οι ανωτέρω διατηρούν αξίωσε σε βάρος του προαναφερθέντος δράση για την χρηματική ικανοποίηση τους, λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από τον θάνατο του ανωτέρω. Εν τω μεταξύ ο ανωτέρω Κ.
Κ. δυνάμει του με αριθμό .../23.11.2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Π., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου, [ο οποίος κατά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου εκπροσωπούνταν από τη σύζυγο του Ε. Κ., δεδομένου ότι αυτός είχε συλληφθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη και ως τούτου είχε διαταχθεί η προσωρινή του κράτηση] μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Μ.
Μ., ο οποίος έχει αποβιώσει και είναι πατέρας των εκπροσωπουμένων από την ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανηλίκων τέκνων τις τρείς αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκαν στην κυριότητα του Κ. Κ., οι οποίες βρίσκονται στο ισόγειο οικοδομής στην θέση "..." της πόλης ... και στο με ... Ο.Τ. και επί των οδών ... ... ...
και συγκεκριμένα την υπό στοιχείο Α.Π. αποθήκη, εμβαδού 108,56 τ.μ. το υπό στοιχείο Κ1 κατάστημα εμβαδού 48,41 τ.μ. και το υπό στοιχείο Κ2 κατάστημα, εμβαδού 66,66 τ.μ. Στη συνέχεια οι ως άνω εναγόμενοι υπέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την με αριθμό κατάθεσης ...2006 αίτησή τους με την οποία ζητούσαν την θέση σε δικαστική μεσεγγύηση των ανωτέρω μεταβιβασθέντων ακινήτων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η παραπάνω απαίτησή τους σε βάρος του Κ.
Κ.. Επί της ανωτέρω αίτησης, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκδόθηκε η με αριθμό 1126/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η θέση σε δικαστική μεσεγγύηση των ανωτέρω μεταβιβασθέντων ακινήτων και η παρακατάθεση στο πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα που διατηρούσε το τελευταίο στη Δ.Ο.Υ. ..., τα οποίο λόγω της αναφερόμενης στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη συγχώνευσης έχει μεταφερθεί στην ...
των μισθωμάτων από τα παραπάνω μεταβιβασθέντα ακίνητα, τα οποία τον ως άνω χρόνο ήταν μισθωμένα. Ακολούθως οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας την με αριθμό κατάθεσης 29/2006 αγωγή, την οποία έστρεφαν σε βάρος του Κ. Κ. και του ως άνω δικαιοπαρόχου των εκπροσωπούμενων από την ενάγουσα ανηλίκων και με την οποία ζητούσαν την διάρρηξη της ως άνω εκποιητικής, δικαιοπραξίας, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την ενέργεια αυτή και επικουρικά την αναγνώριση υποχρέωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο του πατέρα τους από τον πρώτο εναγόμενο στην παραπάνω αγωγή Κ.
Κ. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 86/2007 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος του δεύτερου εναγομένου αυτής και εν προκειμένω του Μ. Μ., πατέρα και δικαιοπαρόχου των εκπροσωπούμενων από την ενάγουσα ανηλίκων, ενώ ανέστειλε την εκδίκαση του δεύτερου επικουρικού αιτήματος το οποίο στρέφονταν, όπως προαναφέρθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου Κ.
Κ. για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους εναγομένους. Κατά της παραπάνω απόφασης οι ως άνω εναγόμενοι άσκησαν την με αριθμό κατάθεσης …2007 έφεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 674/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η ως άνω έφεση των τεσσάρων πρώτων εναγομένων ως απαράδεκτη, διότι η ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση παραμένει εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται κατ’ αυτής η άσκηση έφεσης.
Ενώ το ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι παρά το γεγονός ότι η ως άνω έφεση των εναγομένων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αυτό δεν εμποδίζει αυτούς να ασκήσουν νέα έφεση, όταν η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταστεί οριστική, αφού η έφεση αυτή δεν προσκρούει στην απαγορευτική της άσκησης δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα άσκησης του ενδίκου τούτου μέσου.
Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και κατόπιν αίτησης την οποία άσκησε ο ως άνω δικαιοπάροχος και πατέρας των εκπροσωπούμενων από την ενάγουσα ανηλίκων τέκνων, ανακάλεσε με την με αριθμό 44/2011 απόφαση το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, που διατάχθηκε με την με αριθμό 1126/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, απορρίπτοντας ταυτόχρονα το αίτημα του ανωτέρω αιτούντος περί απόδοσης σ’ αυτόν των χρηματικών ποσών που παρακατατέθηκαν δημόσια στο πέμπτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο προς εκτέλεση της προαναφερθείσας με αριθμό 1126/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Ακολούθως η ενάγουσα υπέβαλε προς την κεντρική υπηρεσία του εναγομένου νομικού προσώπου την από 10.8.2012 αίτηση της με την οποία ζητούσε την καταβολή σ’ αυτήν για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της του αναφερόμενου στην αγωγή ποσού. Όμως το εναγόμενο νομικό πρόσωπο συμμορφούμενο στο με αριθμό πρωτοκόλλου .../24.8.2012 έγγραφο του νομικού συμβούλου του κράτους, το οποίο γνωμοδότησε ότι η ενάγουσα πρέπει να επιδιώξει την έκδοση δικαστικής απόφασης, η οποία θα αποφαίνεται ρητά για τη συνέχιση η μη της δημόσιας παρακατάθεσης των μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 44/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας ποσών από τους μισθωτές των παραπάνω ακινήτων, αφού ληφθεί πιθανά υπόψη και η γενικότερη πορεία της κυρίας δίκης, που αφορά την αγωγή διάρρηξης, ζήτησε από την ενάγουσα να προσκομίσει τα ως άνω δικαιολογητικά.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχει η προϋπόθεση, η οποία εκτέθηκε παραπάνω στην υπό στοιχείο
ΙΙ νομική σκέψη, δηλαδή της έκδοσης τελεσίδικης ή ανέκκλητης δικαστικής απόφασης που τέμνει την διαφορά, η οποία προκάλεσε την δικαστική μεσεγγύηση των μισθωμάτων, τα οποία η ενάγουσα ζητά να της αποδοθούν για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, καθώς επί της προαναφερόμενης αγωγής των τεσσάρων πρώτων εναγομένων σε βάρος του Κ.
Κ. και του δικαιοπαρόχου των ανηλίκων τέκνων της ενάγουσας, η οποία αγωγή προκάλεσε την δικαστική μεσεγγύηση των μισθωμάτων, δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, όπως εκτέθηκε παραπάνω. Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται σε βάρος του πέμπτου εναγομένου νομικού προσώπου υποχρέωση προς απόδοση στην ενάγουσα του ανωτέρω χρηματικού ποσού".
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον αναιρετικό, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο πλημμέλειας καθόσον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά των αναιρεσιβλήτων εγερθείσα και επί των διατάξεων των άρθρων 831, 832, 822 ΑΚ θεμελιωθείσα ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας δεχθέν, ορθώς, τη μη συνδρομή, στην ένδικη περίπτωση, της υποχρεώσεως του, εκ των αναιρεσιβλήτων, Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) προς απόδοση σ’ αυτήν του σε εκτέλεση της παραπάνω 1122/2006 αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων κατατεθέντος στο τελευταίο ποσού μισθωμάτων, που αφορούσαν στα καταδολιευτικώς φερόμενα ως μεταβιβασθέντα [από το μη διάδικο στην παρούσα, Κ.
Κ. προς τον αποβιώσαντα ήδη σύζυγο (Μ. Μ.) της αναιρεσείουσας] ακίνητα, για τα οποία εκκρεμεί η κατά των ως άνω (πωλητή και αγοραστή) Κ. Κ. και Μ. Μ. (από 25.6.2006 και με αριθμ. .../06) εγερθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αγωγή διαρρήξεως (άρθρο 939 ΑΚ) και επιδικάσεως χρηματικής, λόγω ψυχικής οδύνης, αποζημιώσεως, με αφορμή την οποία διατάχθηκε, με την ως άνω απόφαση, ύστερα από αίτηση των αναιρεσιβλήτων, ως ασφαλιστικό μέτρο προς εξασφάλιση των εν λόγω απαιτήσεών τους, η δικαστική μεσεγγύηση των παραπάνω ακινήτων "και η παρακατάθεση στο ΤΠΔ των εκ μέρους των μισθωτών αυτών (ακινήτων) καταβαλλομένων μισθωμάτων".
Ειδικότερα απέρριψε την αγωγή με την ορθή αιτιολογία της μη συνδρομής, στην ένδικη περίπτωση, της προϋποθέσεως, της εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής διαρρήξεως, η οποία να τέμνει τη σχετική διαφορά που προκάλεσε τη λήψη των προαναφερθέντων ασφαλιστικών μέτρων, υπό την οποία (προϋπόθεση) και μόνο, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, καταφάσκεται η υποχρέωση του ΤΠΔ προς απόδοση των κατατεθέντων μισθωμάτων στον αναγνωρισθησόμενο δικαιούχο αυτού.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χωρήσασα, με την 44/2011 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Λευκάδας, ανάκληση των διαταχθέντων ως άνω ασφαλιστικών μέτρων (της δικαστικής μεσεγγυήσεως και της δημόσιας παρακαταθέσεως των μισθωμάτων) δεν ενεργεί αναδρομικώς, θίγουσα την αρχική νομιμότητα αυτών (ασφαλιστικών μέτρων) και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους, επί της οποίας θα μπορούσε να θεμελιωθεί η αίτηση αποδόσεως των ακύρως κατατεθέντων μισθωμάτων ως εκλειψάσης αναδρομικώς της νομιμότητας της γενομένης παρακαταθέσεως, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά ενεργεί για το μέλλον αποτρέπουσα τη νομιμότητα της διατηρήσεώς των διαταχθέντων ασφαλιστικών μέτρων καλύπτοντας έτσι μόνιμα, με το μανδύα της νομιμότητος τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε, δηλαδή τη νομιμότητα του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου και γενικότερα του δικαιώματος του αιτούντος να τύχει δικαστικής προστασίας κατά το μέχρι την ανάκληση χρονικό διάστημα (ΑΠ 618/2003).Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το αρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει τη μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των (παρισταμένων) αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 20.5.2016 και με αριθμ. καταθ. …16] αίτηση αναιρέσεως της 46/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ