Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, ruling sole fault lies with the plaintiff driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a traffic accident judgment, upholding the lower court's finding that the plaintiff driver was solely at fault. The appellant argued that both drivers were equally responsible, but the court found the plaintiff failed to stop or slow down when they could have seen the other vehicle. Consequently, the court ruled that the appellant's claim of shared liability was baseless and rejected the appeal as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the Code of Obligations and 560(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal under Article 560(1) of the Code of Civil Procedure is inadmissible if it challenges a procedural rule rather than a substantive law rule governing rights and obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1626 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ι. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργία Μπορδόκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Κ., 2 Κ. Κ. του Α., κατοίκων ... και 3. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE A.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Πατεράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 132/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 27-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη-Φραγκίσκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.
Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 § § 4 και 5 του Ν. 2696/1999, περί του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 § 1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά.
Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α) εκείνων που κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας, β) των σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών οχημάτων, τα οποία έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) εκείνων που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους οδηγούς.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος τα ακόλουθα συνοπτικώς εκτιθέμενα και ειδικότερα ότι : Την 1.12.2007 και περί ώρα 11.10, ο ενάγων - νυν αναιρεσείων Ν. Ι. οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητά του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατασκευής εργοστασίου VW, τύπου Polo, 1050 κυβικών εκατοστών, κινείτο εντός της πόλης της ... και επί της οδού ..., με κατεύθυνση από τον συνοικισμό ... προς το κέντρο της πόλης. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Α. Κ., οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητα του δεύτερου τούτων και ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εξ αυτών ασφαλιστική εταιρία, υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατασκευής εργοστασίου BMW, εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από την περιοχή του Ο.Α.Ε.Δ. προς τον συνοικισμό των παλινοστούντων, ο οποίος βρίσκεται πίσω από το εμπορικό κέντρο με τον διακριτικό τίτλο "...". Οι προαναφερόμενοι οδοί διασταυρώνονται καθέτως μεταξύ τους μπροστά στο ως άνω εμπορικό κέντρο, είναι δε διπλής κυκλοφορίας, με νησίδα στη μέση και ευθείες σε μήκος πολλών εκατοντάδων μέτρων, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται η ορατότητα.
Περαιτέρω, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία είχαν τοποθετηθεί φωτεινοί σηματοδότες για την ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων που εισέρχονται στη διασταύρωση από κάθε κατεύθυνση, πλην όμως από τις 19.9.2007 μέχρι και τις 16.2.2008 - άρα και κατά την ως άνω ημερομηνία (1.12.2007) του ενδίκου ατυχήματος - λειτουργούσαν μόνο με την ένδειξη του κίτρινου παλλόμενου φωτός, χωρίς και να υπάρχει σήμανση της τροχαίας με πινακίδες με την ένδειξη STOP, ώστε να αντιλαμβάνονται οι οδηγοί ότι πρέπει να παραχωρήσουν προτεραιότητα.
Γίνεται δε στη συνέχεια δεκτό από το ως εφετείο δικάσαν πολυμελές πρωτοδικείο ότι ναι μεν δυνάμει της μνημονευόμενης στην πληττόμενη απόφασή του απόφασης του Διοικητή ΕΛΑΣ Ροδόπης τα οχήματα τα κινούμενα επί της επαρχιακής οδού .. συνέχεια της οποίας αποτελεί και η οδός ..., επί της οποίας εκινείτο το όχημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έχουν προτεραιότητα έναντι των εισερχομένων στην οδό αυτή οχημάτων, πλην όμως μέχρι και την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος η απόφαση αυτή του ως άνω Διοικητή της ΕΛΑΣ δεν είχε υλοποιηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Έτσι λοιπόν και εφόσον επρόκειτο περί ισοπέδου οδικού κόμβου η προτεραιότητα ανήκε, σύμφωνα με το άρθρο 26 § 5 του ΚΟΚ, στον ερχόμενο από τα δεξιά, δηλαδή στον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν συνέτρεχε κάποια περίπτωση εξαίρεσης από τον κανόνα αυτό από τις αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο.
Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εισήλθε στην ανωτέρω διασταύρωση ανελέγκτως, χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του οχήματός του και χωρίς να παραχωρήσει, όπως είχε υποχρέωση να πράξει, την προτεραιότητα στον εκ δεξιών αυτού κινούμενο πρώτο των εναγομένων - νυν αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημα του δευτέρου τούτων, είχε ήδη εισέλθει στην διασταύρωση και είχε αρχίσει να την διασχίζει.
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ενάγοντος ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα (πίσω αριστερή πόρτα) του αυτοκινήτου του εναγομένου, προκαλώντας σ' αυτό υλικές ζημιές. Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με τις περαιτέρω παραδοχές α) ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο πρώτος εναγόμενος κινείτο με υψηλή ταχύτητα, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, η οποία και να συνετέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, β) ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) όχι μόνον είχε εισέλθει στην διασταύρωση κατά τον χρόνο του ερευνόμενου ατυχήματος αλλά και ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την καθέτως προς την πορεία του ενάγοντος - αναιρεσείοντος λωρίδα κυκλοφορίας επί της οποίας κινείτο, πράγμα ακριβώς (διαφαινόμενη εγκατάλειψη της λωρίδας κυκλοφορίας εκ μέρους του α' εναγόμενου) που είχε ως συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, να προσκρούσει το αυτοκίνητο του ενάγοντος με το εμπρόσθιο τμήμα του στην πίσω αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, γ) ότι η ορατότητα του ενάγοντος προς την κατεύθυνση του πρώτου εναγομένου ήταν ανεμπόδιστη, δ) ότι ο ενάγων δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του κατά τρόπο ώστε να δύναται κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς και ιδίως να διακόψει την πορεία του όταν αντιλήφθηκε στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού το αυτοκίνητο του εναγομένου και ε) ότι - εμμέσως πλην σαφώς - η εκ μέρους του α' εναγόμενου μη διακοπή και μη επιβράδυνση της πορείας του κατά τον χρόνο εισόδου του στην διασταύρωση δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατέληξε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ενάγων.
Με βάση δε την παραδοχή του αυτή έκανε δεκτή την από 15.10.2009 έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 164/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής η οποία είχε κρίνει ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος ήσαν και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, απέρριψε ως αβάσιμη την από 22.4.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ουδόλως παραβίασε τις διατάξεις των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά τον οποίο συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων και όχι μόνον ο ενάγων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
ΙΙ.- Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.- Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το αποδεικτικό της πόρισμα "παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα το καθήκον αληθείας". Επομένως, εφόσον η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε από το Εφετείο δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αλλά κανόνας δικονομικού δικαίου (ΑΠ 177/2010), ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος πρωταρχικά ως απαράδεκτος. Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης 40/2010 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 34/2010 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ