Legislator Case Law & Legislation
1626/2011 AI generated

1626/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1626/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32ΤΜ/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2003 μη οριστική, 47/2006 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1626/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς νομίμως αυτή παραστάθηκε με το δικό της όνομα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έχει ήδη παύσει η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων της, γονέων της.

Keywords

AI generated
standing of the municipality promotion of home ownership permanent residence family residence permit honorary citizenship improved country conditions
AI generated
1528/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-1897 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9318/1899 του ίδιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια οι υπ' αριθμ. 715/1985, 8989/1990, 3335/1994 και 6698/2001 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5184/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2007 αίτησή της.
986/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
569/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
1708/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1988 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χαρίλαου Κυριακού- Παπατριανταφύλλου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6030/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 2892/1994 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1377/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1298/2000 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2001 αίτησή του.
224/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1626 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Ι., και 2. Φ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τασόπουλο ο οποίος ανακάλεσε την από 17-5-2011 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Σίφνου", που εδρεύει στην Απολλωνία Σίφνου Νομού Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κορακή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32ΤΜ/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2003 μη οριστική, 47/2006 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 3-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 Κ.Πολ.Δ. όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64§1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Άρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (αρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαια του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. Κ.Πολ.Δ., συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 47/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ήταν και η ανήλικη Φ. θυγ. Γ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους δύο γονείς της Γ. και Ε. Κ., που ασκούσαν τη γονική μέριμνά της. Η κρινόμενη όμως αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε και από την προαναφερόμενη ανήλικη γιατί στο μεταξύ αυτή ενηλικιώθηκε. Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενό του .../10.3.2010 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μαργαρίτας Μελισσού.

Συνεπώς νομίμως αυτή παραστάθηκε με το δικό της όνομα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έχει ήδη παύσει η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων της, γονέων της.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. 24/1992). Εξάλλου "ζητήματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα περί του ότι ο μεν πρώτος αναιρεσείων δεν απέκτησε την επικαρπία, η δε δεύτερη αναιρεσείουσα την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου παραγώγως με τις στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερες διακρίσεις (με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα, σε συνδυασμό με διανομή, συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα λόγω παραίτησης απ' αυτή της επικαρπώτριας και μεταγραφή των σχετικών συμβολαίων), επειδή δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων, αλλά ούτε και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκαν οι απαιτούμενες κατά τα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ πράξεις νομής αυτών και έτσι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό Φάρο της Απολλωνίας Σίφνου, έχει έκταση ... τ.μ. και απεικονίζεται με τα στοιχεία Α', Ω', Ψ, Ν', Β', Α' στο από Απριλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.

Κ.. Συνορεύει δε, βορείως σε πλευρά 20 μ. με διερχόμενη δημοτική οδό, βορειοανατολικώς σε πλευρά. 17,50 μ. με ιδιοκτησία εναγομένου Δήμου, ανατολικώς επίσης με ακίνητο ιδίου, νοτιοανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Α. και νοτιοδυτικώς με παραχωρηθείσα στην κοινή χρήση λωρίδα και δυτικώς σε πλευρά 47 μ. με διερχόμενη δημοτική οδό.

Πρόκειται, ειδικότερα, για ένα επικλινές προς τη θάλασσα ακίνητο, το οποίο είναι πετρώδες, καλύπτεται από θάμνους και χωρίζεται με ξερολιθιά από τη συνεχόμενη προς νότο ιδιοκτησία του ενάγοντος Γ. Κ. (βλ. και επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο με τη γύρω περιοχή και οι οποίες δεν αμφισβητούνται).

Όπως μάλιστα διαλαμβάνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ..., η μορφή του εδάφους του επιδίκου ακινήτου χαρακτηρίζεται ως σκλερωπός βοσκότοπος. Η ίδια δε μορφή υπάρχει δεξιά και αριστερά του υπάρχοντος πλακόστρωτου μονοπατιού, καθώς επίσης και βορειότερα αλλά και νοτιότερα του επιδίκου. Ο πρώτος των εναγόντων ισχυρίζεται, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου που άλλοτε ήταν ενιαίο.

Ότι τούτο περιήλθε σ' αυτόν με γονική παροχή, κατά την ψιλή κυριότητα, από τη μητέρα του Φ. συζ. Ι. Κ., η οποία, ακολούθως, παραιτήθηκε από το δικαίωμα της επικαρπίας που, σημειωτέον, είχε παρακρατήσει εφ' όρου ζωής της, σε συνδυασμό με τη γενομένη διανομή των επιμέρους ακινήτων, τα οποία προήλθαν από την κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου.

Ότι στη διανομή αυτή προέβη από κοινού με τους αδελφούς του Κ. Κ. και Α. συζ. Ν. Α., προς τους οποίους η Φ. Κ., μητέρα τους, είχε μεταβιβάσει το όλο ακίνητο για την ίδια πιο πάνω αιτία. Επικαλείται δε και προσκομίζει α) το υπ' αριθ. .../1990 συμβόλαιο, με ο οποίο η Φ. Κ., κυρία του όλου ακινήτου μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα και στα δύο παραπάνω τέκνα της με γονική παροχή τις διαλαμβανόμενες σ' αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες είχε συστήσει με την υπ' αριθμ. .../1990 συμβολαιογραφική πράξη, β) το υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο (μεταγενέστερο του προηγούμενου), με το οποίο η προαναφερόμενη επικαρπώτρια και οι ψιλοί κύριοι, αφού με προηγούμενη συμβολαιογραφική πράξη είχαν προβεί στην κατάργηση της ως άνω σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, προβαίνουν, ακολούθως, στη διανομή των έξι οικοπέδων, τα οποία προέκυψαν από τη γενομένη κατάτμηση του ενιαίου οικοπέδου και γ) την υπ' αριθμ. .../1998 πράξη, με την οποία παραιτήθηκε η Φ.

Κ. από το δικαίωμα της επικαρπίας, την οποία είχε παρακρατήσει εφ' όρου ζωής της στα ανωτέρω ακίνητα (οικόπεδα), και, έτσι, περιήλθε στον ενάγοντα, πλην των άλλων ακινήτων, και το επίδικο κατά πλήρη πλέον κυριότητα. Όμως, από τη μελέτη των επικαλούμενων από τον ενάγοντα τίτλων ιδιοκτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του, δεν προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους εν λόγω τίτλους.

Ειδικότερα, στον απώτερο τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και συγκεκριμένα στο υπ' αριθ. .../1917 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκούταρη φέρεται, ότι η Σ. χήρα Κ. Κ. να μεταβιβάζει στην Α. χήρα Γ. Χ. "έναν αγρόν κείμενον εις θέσιν Φάρον της νήσου Σίφνου όσης εκτάσεως και αν είναι συνορευόμενον με Κ.

Χ., Σ. Π. και δημόσιον δρόμον". Στη συνέχεια η Α. χήρα Γ. Χ. απεβίωσε το έτος 1965 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα της Φ. συζ. Ι. Κ., ως μοναδική κληρονόμο της. Η τελευταία δε, με την υπ' αριθ. .../1976 σχετική πράξη του συμβολαιογράφου Σίφνου Νικολάου Λεμονή, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη, αποδέχθηκε την παραπάνω επαχθείσα σ'αυτή κληρονομιά.

Στην εν λόγω πράξη αποδοχής κληρονομιάς το επίμαχο ακίνητο φέρεται να έχει έκταση μιάμισης επιτόπιου ζευγαριάς ή έξι στρεμμάτων ή όση επιπλέον ή έλαττον, όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται και να συνορεύει με ιδιοκτησίες Δ. Ζ., Α. Α., κληρονόμων Ι. Λ., ιδιοκτησία αγνώστων (πρώην Χ. Π.) και με διερχόμενη αγροτική οδό.

Με τα δεδομένα αυτά, από τους παραπάνω παλαιότερους τίτλους, οι οποίοι συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο ο πρώτος από αυτούς αναφέρεται σε αγρό, δηλαδή, σε ακίνητο, το οποίο έχει ενιαία μορφή και στο οποίο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, δεν μπορεί να περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, το οποίο εκτείνεται πέραν της ξερολιθιάς που περιφράσσει τη συνεχόμενη αυτού προς νότο ιδιοκτησία του ενάγοντος, Ενισχυτικό μάλιστα της απόψεως αυτής είναι και το γεγονός της μορφής τούτου (επιδίκου) που, όπως προαναφέρθηκε, είναι πετρώδης και, συνεπώς, αποκλείει το χαρακτηρισμό τούτου ως αγρού.

Εξάλλου, ενώ στο μεταγενέστερο τίτλο (δήλωση αποδοχής κληρονομίας) η έκταση του ακινήτου προσδιορίζεται σε μιάμιση επιτόπια ζευγάρια ή έξι στρέμματα, εν τούτοις η Φ. συζ. Ι. Κ. με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. .../1990 μεταγεγραμμένη διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Μαργαρίτας Μέλισσού διορθώνει την έκταση του όλου ακινήτου σε 7.400 τ.μ, από 6 στρέμματα, έκταση, δηλαδή, η οποία διαλαμβάνεται στον προγενέστερο τίτλο της, χωρίς επ' αυτού να εξηγείται δεόντως ο τρόπος, βάσει του οποίου προέκυψε η σημαντική αυτή διαφορά.

Αξίζει, επιπλέον να σημειωθεί, ότι οι ενάγοντες επικαλούνται και τα προγενέστερα αυτών υπ' αριθμ. .../1909 και .../1916 συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Σίφνου Νικολάου Πρεζάνη. Όμως από τη μελέτη και σύγκριση και του επόμενου χρονολογικά υπ' αριθ. .../1917 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκούταρη προκύπτει, ότι με βάση τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δεν είναι δυνατό με τον τελευταίο τίτλο να μεταβιβάσθηκε το ακίνητο το οποίο περιγράφεται στο υπ' αριθ. .../1909 συμβόλαιο, αφού αυτό είχε μεταβιβασθεί από τον Ι.

Χ., στο Γ. Χ., η δε Σ. Κ. φέρεται να έχει αγοράσει από τον Ι. Χ. το ακίνητο, το οποίο μεταβιβάζει με το υπ' αριθ. .../1917 συμβόλαιο στην απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. χήρα Γ. Δ., ενώ δεν γίνεται επίκληση μεσολάβησης και κάποια άλλη μεταβίβαση, ώστε να ανατρέπεται η παραπάνω σειρά. Οι προβληματισμοί δε αυτοί αναπτύσσονται και στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, ο δε πραγματογνώμων καταλήγει με πλήρεις, σαφείς και τεκμηριωμένες σκέψεις, επισυνάπτοντας και τοπογραφικό και μνημονεύοντας και απόσπασμα αεροφωτογραφίας του 1960 που λήφθηκε από την ΓΥΣ, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιέχεται στους τίτλους των εναγόντων.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ότι την επίδικη έκταση νεμήθηκαν οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ούτε ενήργησαν σ' αυτή διακατοχικές πράξεις, οι οποίες να προσιδιάζουν στη φύση και στο σκοπό του συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1917 έως την άσκηση της αγωγής. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι οι ενάγοντες επικαλούνται εκμίσθωση σε τρίτους του επιδίκου.

Πράγματι, προκύπτει, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1979 έως 1999 η δικαιοπάροχος των εναγόντων Φ. Κ. εκμίσθωνε το ακίνητο της στο Θέρος Φάρος στο Β. Ζ.. Όμως, ο τελευταίος καταθέτοντας ως μάρτυρας βεβαιώνει, ότι στη μισθωμένη έκταση δεν περιλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο, αλλά το συνεχόμενο τμήμα της εκμισθώτριας, το οποίο, σημειωτέον, διαχωρίζεται από την ιδιοκτησία των εναγόντων με ξερολιθιά.

Όπως μάλιστα διαλαμβάνει και ο πραγματογνώμων η ξερολιθιά αυτή φέρει δύο ανοίγματα (εμπατές) στα δύο άκρα της, από τις οποίες η μία οδηγεί στην ιδιοκτησία Π. και ήδη Π. και η δεύτερη στη βορειοδυτική πλευρά της και σε σημείο τέτοιο, ώστε αυτή σχεδόν εφάπτεται με τον εκεί διερχόμενο δημοτικό δρόμο. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι στην επίδικη έκταση βοσκούσε τα ζώα του, όποιος επιθυμούσε, όπως, πλην των άλλων, και οι Β.

Θ. Ζ., Α. Γ., ο Ε. Δ., καθώς και ο πιο πάνω μάρτυρας. Επιπλέον, διερχόταν ελεύθερα ο καθένας από το μονοπάτι, το οποίο βρίσκεται εντός αυτού και εκτείνεται παράλληλα με την ανωτέρω υπάρχουσα ξερολιθιά. Εντός αυτού έχουν τοποθετηθεί από τον Π. μετά από άδεια του εναγομένου εφεσιβλήτου Δήμου σωλήνες ύδρευσης της κατοικίας του, η οποία βρίσκεται βορειοανατολικά του επιδίκου, πράγμα που δεν συνέβαινε, αν το επίδικο δεν ανήκε σ' αυτόν (Δήμο), οπότε θα αντιδρούσαν οι ενάγοντες ως φερόμενοι ιδιοκτήτες και βεβαίως κατά κύριο λόγο ο πρώτος και θα υπήρχε προς τούτο διαμαρτυρία.

Αντίθετα, υπήρξαν αντιδράσεις είκοσι δύο κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι μάλιστα υπέβαλαν σχετική καταγγελία στο δημοτικό συμβούλιο ζητώντας να προβεί ο εναγόμενος Δήμος στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να σταματήσουν οι παράνομες παρεμβάσεις στην επίδικη έκταση, η οποία πράγματι αποδεικνύεται, ότι ανήκει σ' αυτόν.

Ακολούθως, ασκήθηκε σχετική αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σύρου με την υπ' αριθ. 3/2000 απόφαση του να αναγνωρίσει το Δήμο ως προσωρινό νομέα και κάτοχο του επιδίκου ακινήτου. Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε με την υπ' αριθ. 1/2001 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου όχι για λόγους ουσίας, αλλά λόγω παραγραφής που στο μεταξύ έλαβε χώρα.

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μιας μεγαλύτερης κοινοτικής έκτασης, η οποία συνεχίζεται βορειότερα μέχρι την επίσης περιφραγμένη με ξερολιθιά ιδιοκτησία Κ., ενώ μέσα από την εν λόγω έκταση διέρχεται ο πλακόστρωτος δημοτικός δρόμος. Επίσης, κατά το παρελθόν τμήμα της δημοτικής αυτής έκτασης είχε καταπατηθεί κατά την ανέγερση της παραπάνω κατοικίας της και από την Κ.

συζ Αντ. Π., η οποία ζήτησε από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο Δήμο να εγκριθεί η παραχώρηση σ' αυτή των τμημάτων, τα οποία είχαν καταπατηθεί, συνολικής εκτάσεως 248 τ.μ. Επιπλέον επισημαίνεται, ότι το έτος 1969 εμφανίσθηκε στην τότε Κοινότητα Απολλωνίας υποψήφια αγοράστρια κοινοτικού οικοπέδου στη θέση, η οποία βρίσκεται στο σημερινό επίδικο ακίνητο.

Επομένως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ούτε και η δεύτερη των εναγόντων ανήλικη θυγατέρα του πρώτου από αυτούς, στην οποία ο πατέρας της μεταβίβασε το επίδικο με το υπ' αριθ. .../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Μαργαρίτας Μελισσού κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή προς αυτή κατέστη ψιλή κυρία αυτού.

Το επίδικο ακίνητο νεμόταν ο εναγόμενος Δήμος συνεχώς και αδιαλείπτως, οι δε επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες τοπογραφήσεις του επιδίκου ακινήτου και υποβολή δηλώσεων γι' αυτό στις αρμόδιες αρχές, ανεξάρτητα του ότι έγιναν και ανάγονται σε πρόσφατα σχετικό χρόνο, δεν συνιστούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τις απαιτούμενες κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ απαιτούμενες υλικές πράξεις νομής.

Ταύτα δε, δεν αναιρούνται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες στοιχεία, όπως την τεχνική έκθεση του Κ. Σ., την κατάθεση τού μάρτυρά του ενώπιον του Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων, όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο ομοίως είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους με την οποία αυτοί ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ο μεν πρώτος επικαρπωτής η δε δεύτερη ψιλή κυρία του επιδίκου ακινήτου.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, γι' αυτό και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο (τρίτο), επίσης, λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί: 1) δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος νέμεται το επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως να προσδιορίζει πώς και πότε αυτός απέκτησε τη νομή του και σε ποιές πράξεις νομής προέβαινε. 2) Ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση "αναφέρεται εκτός από το .../1909 συμβόλαιο, και στο μεταγενέστερο αυτού υπ' αριθ. .../1916 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Νικ.

Σκούταρη (εκ παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση ως συμβόλαιο του Συμβ/φου Σίφνου Νικ. Πρεζάνη), εν τούτοις η απόφαση ουδέν αναφέρει ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαίου και δη τι αφορά και πώς συνδέεται με τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, εν σχέσει με το επίδικο". 3) Το Εφετείο σε σχέση με την παραδοχή του ότι ο εναγόμενος νεμόταν το επίδικο, ενώ δέχεται ότι "Ακολούθως ασκήθηκε σχετική αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με αποτέλεσμα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σύρου με την υπ' αριθ. 3/2000 απόφαση του να αναγνωρίσει το Δήμο ως προσωρινό νομέα και κάτοχο του επιδίκου ακινήτου.

Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε με την υπ'αριθ. 1/2001 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου όχι για λόγους ουσίας, αλλά λόγω παραγραφής που στο μεταξύ έλαβε χώρα", δε προσδιορίζει "ποιό ήταν το περιεχόμενο της πρωτόβαθμης απόφασης, ποιές οι αιτιολογίες της και τι επίδραση έχει αυτή στην υπό κρίση υπόθεση, αλλά ούτε και κάνει και κάποια συσχέτιση με αυτήν". 4) Ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται και ότι η δικαιοπάροχός του Φ.

Κ. εκμίσθωνε το ακίνητό της στο Β. Ζ.. 5) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι "το έτος 1969 εμφανίστηκε στην τότε Κοινότητα Απολλωνίας "υποψήφια αγοράστρια" κοινοτικού οικοπέδου, στη θέση, η οποία βρίσκεται στο σημερινό επίδικο ακίνητο", δεν προσδιορίζει την ακριβή θέση του φερομένου ως κοινοτικού οικοπέδου σε σχέση με το επίδικο, ούτε και αναφέρεται η τύχη της γενόμενης πρότασης της φερόμενης ως αγοράστριας, 6) Επίσης δέχεται το Εφετείο, ότι "κατά το παρελθόν (χωρίς να διασαφηνίζει πότε) τμήμα της δημοτικής αυτής έκτασης είχε καταπατηθεί κατά την ανέγερση της παραπάνω κατοικίας της και από την Κ.

σύζ. Αντ. Π., η οποία ζήτησε από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο Δήμο, να εγκριθεί η παραχώρηση σε αυτή των τμημάτων, τα οποία έχουν καταπατηθεί, συνολικής εκτάσεως 248 τ.μ.". Από τις διαπιστώσεις, όμως, αυτές της αναιρεσιβαλλομένης, που είναι απολύτως ασαφείς και αόριστες, δεν προκύπτει περί ποίου τμήματος της φερομένης ως δημοτικής περιουσίας πρόκειται (αφού το επίδικο είναι επιφανείας ...

τμ.) και αν ενεκρίθη η αιτηθείσα παραχώρηση, και, κατά πάσα περίπτωση, ουδόλως προκύπτει πως θεμελιώνει την ανυπαρξία της δικής τους νομής και την ύπαρξη της νομής του εναγομένου. Επ'αυτών ουδεμία απολύτως αιτιολογία παρέχει. 7) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι "με το υπ'αρ. .../1917 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.....φέρεται ότι η Σ.

χήρα Κ. Κ. μεταβίβασε στην Α. χήρα Γ. Χ. έναν αγρόν κείμενο εις θέσιν Φάρος της νήσου Σίφνου, όσης εκτάσεως και αν είναι, συνορευόμενον με Κ. Χ., με Σ. Π. και δημόσιο δρόμο", δηλαδή δέχεται ότι το εν λόγω ακίνητο συνορεύει με ιδιοκτησία Κ. Χ., χωρίς αιτιολογία δέχεται και ότι δεν είναι δυνατό να μεταβιβάστηκε με το υπ' αρ. .../1917 συμβόλαιο το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ' αρ. .../1909 συμβόλαιο. 8) Ενώ το Εφετείο δέχεται, ότι "Όπως μάλιστα διαλαμβάνει και ο πραγματογνώμων, η ξερολιθιά αυτή φέρει ...

δύο ανοίγματα (εμπατές) στα δύο άκρα της, από τις οποίες η μία οδηγεί στην ιδιοκτησία Π. και ήδη Π. και η δεύτερη στη βορειοδυτική πλευρά της και σε σημείο τέτοιο ώστε σχεδόν εφάπτεται με τον εκεί διερχόμενο δημοτικό δρόμο", δεν προσδιορίζει τι αποδεικνύεται από την ύπαρξη των δύο ανοιγμάτων (εμπατών), 9) Ενώ η δικαιοπάροχος των εναγόντων Φ.

Κ. με την υπ' αριθ..../1990 Διορθωτική Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Μαργαρίτας Μελισσού νομίμως μεταγραφείσα προέβη σε διόρθωση ως προς την έκταση του όλου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, και συγκεκριμένα από 1,5 ζευγαριά ή 6 στρέμματα ή όσης επί πλέον ή επί έλαττον εκτάσεως είναι, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. .../1976 Δήλωση Αποδοχής Κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Σίφνου Νικ.

Λεμονή, προσδιορίστηκε η έκταση σε 7.400 τ.μ, η απόφαση διέλαβε ότι η διόρθωση αυτή έγινε "χωρίς επ' αυτού να εξηγείται δεόντως ο τρόπος βάσει του οποίου προέκυψε η σημαντική αυτή διαφορά". Η αιτιολόγηση όμως αυτή της αποφάσεως είναι ασαφής και ανεπαρκής, διότι ενώ δέχεται ότι υπάρχει αιτιολόγηση, δεν μας λέγει ποιά ήταν αυτή, για να κριθεί η πληρότητα της ή όχι, καθώς επίσης δεν διευκρινίζει ποια θα ήταν "η δέουσα εξήγηση" που θα δικαιολογούσε τη μεγαλύτερη ως άνω έκταση.

Και 10) Ενώ το Εφετείο δέχεται, ότι "υπήρξαν αντιδράσεις είκοσι δύο κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι μάλιστα υπέβαλαν σχετική καταγγελία στο δημοτικό συμβούλιο, ζητώντας να προβεί ο εναγόμενος Δήμος στις απαιτούμενες ενέργειες, ώστε να σταματήσουν οι παράνομες παρεμβάσεις στην επίδικη έκταση, η οποία πράγματι αποδεικνύεται ότι ανήκει σ' αυτόν", δεν προσδιορίζει ποιοί ήταν οι κάτοικοι αυτοί, πού είχαν ιδιοκτησία εν σχέσει με το επίδικο, εάν είχαν σχετικό έννομο συμφέρον και ποιό ήταν αυτό, ή ποιές ήταν οι παράνομες παρεμβάσεις στην επίδικη έκταση στις οποίες προέβημεν και πότε έγιναν αυτές.

Από τις αμέσως πιο πάνω αιτιάσεις η υπό τον αριθμό 2 είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους μεταγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας (.../1990, .../1990, .../1998 και .../1998) στους οποίους οι ενάγοντες στηρίζουν τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους στο εν λόγω ακίνητο.

Επίσης και η υπό τον αριθμό 4 αιτίαση είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προκύπτει στην εκμισθωθείσα έκταση δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις (υπό τους αριθμούς 1, 3 και 5 έως και 10) δεν αποτελούν "ζητήματα" κατά την έννοια που αυτά αναφέρονται στη νομική σκέψη που εκτίθεται στην αρχή της παρούσας και, επομένως, ο λόγος αυτός αναφορικά με αυτές είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ειδικότερα, οι υπό τους αριθμούς 1 και 3 αιτιάσεις αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής, οι δε υπό τους αριθμούς 5 έως και 10 αιτιάσεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία, αφενός μεν, των αναιρεσειόντων και, αφετέρου, του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι στην προκείμενη περίπτωση.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Με τον παραπάνω, δηλαδή, λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική ψιλής κυριότητας και επικαρπίας του επιδίκου ακινήτου αγωγή, κατά τη βάση της που στηρίζεται στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να δεχθεί ότι οι ενάγοντες νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη, επί μία δεκαετία (12.3.1990 - 20.2.2001) και νόμιμο τίτλο (το .../12.3.1990 συμβόλαιο), άλλως ότι αυτοί νεμήθηκαν το επίδικο επί μια εικοσαετία, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1043 και 1045 ΑΚ, με το να μην τις εφαρμόσει.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του που προαναφέρθηκαν, κρίνοντας σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της μη άσκησης νομής από τους ενάγοντες στο επίδικο ακίνητο κατά το διάστημα από 12.3.1990 έως 20.2.2001 με καλή πίστη και με βάση το .../12.3.1990 συμβόλαιο, άλλως της μη άσκησης νομής σ'αυτό επί 20ετία, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες στερούνταν νόμιμου τίτλου, επιπρόσθετα δε, δεν άσκησαν υλικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο κατά τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα, και, έτσι, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, τις οποίες δεν εφάρμοσε γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Στον ίδιο επίσης λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες τοπογραφήσεις του επιδίκου ακινήτου και υποβολή δηλώσεων γι' αυτό στις αρμόδιες αρχές (τα από Ιουλίου 1983, Απριλίου 1995 και Σεπτεμβρίου 1998 τοπογραφικά διαγράμματα και οι από 8.8.1986, 7.8.1987 και 31.8.1989 υπεύθυνες δηλώσεις), ανεξάρτητα του ότι έγιναν και ανάγονται σε πρόσφατα σχετικό χρόνο δεν συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τις απαιτούμενες (κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ) υλικές πράξεις νομής", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 980, 1041, 1043 και 1045 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αναφορικά μεν με τη βάση της ένδικης αγωγής που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία, επειδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στο .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και, άρα δεν συντρέχει η προϋπόθεση του νόμιμου τίτλου, ενώ αναφορικά με τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, επειδή οι αναφερόμενες πιο πάνω στο λόγο αυτό αναίρεσης πράξεις, έστω και αν αποτελούν υλικές πράξεις νομής, όμως από του μηνός Ιουλίου του έτους 1983, που έγινε η παλαιότερη (τοπογράφηση του επιδίκου) μέχρι το έτος 2001 δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη κατά νόμο (1045 ΑΚ) εικοσαετία.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγους αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος ασκούσε αδιάλειπτη νομή στο επίδικο ακίνητο, χωρίς αυτός να έχει προσκομίσει αποδεικτικό καταχώρησης του επιδίκου ακινήτου στο κατά τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενο κτηματολόγιο και στα βιβλία περιουσίας του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 240 παρ. 3 και 245 του π.δ/τος 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας". Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από μέρους τους στο Εφετείο, με λόγο της έφεσής τους (ή με πρόσθετο λόγο έφεσης), ενόψει του ότι αυτοί είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε, εξάλλου, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση και ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου της από 8.11.2002 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 32/2002 πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός, περιεχόμενος σε λόγο έφεσης, δεν περιέχεται σ' αυτήν.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα πού έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα-ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το επίδικο ακίνητο, μολονότι δεν προσκόμισε τα αμέσως παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή αποδεικτικό καταχώρησης του εν λόγω ακινήτου στο κτηματολόγιο και στα βιβλία περιουσίας του, αλλά ούτε και κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση ως προς τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με βάση τις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκε βεβαιώσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης και έγγραφα).

VI. Ο προβλεπόμενος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αρ. .../1976 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σίφνου Νικολάου Λεμονή, με την οποία η μητέρα του πρώτου αναιρεσείοντος και μάμμη της δεύτερης Φ.

συζ. Ι. Κ. αποδέχθηκε την κληρονομία της χωρίς διαθήκη αποβιωσάσης μητέρας της Α. χήρας Γ. Δ. (από δεύτερο γάμο), το γένος Α. Κ., γιατί, από εσφαλμένη ανάγνωσή της, παρέλειψε κατά την περιγραφή του αγρού των αναιρεσειόντων στη Θέση "Φάρος" Σίφνου "την κρίσιμη φράση "ΜΕΤΑ ΑΓΡΙΩΜΑΤΩΝ", που υποδηλώνει, κατά τους ισχύοντες στη Σίφνο Κυκλάδων τοπικούς ιδιωματισμούς, την ύπαρξη του χέρσου τμήματος (μη καλλιεργούμενου), όπως είναι το πέραν της ξερολιθιάς τμήμα της ιδιοκτησίας μας που αποτελούσε ανέκαθεν αναπόσπαστο τμήμα αυτής και το οποίο περιλαμβάνετο στην ως ανωτέρω γενόμενη περιγραφή -διαχωριζόμενο από το "σπόριμο" τμήμα, με την ξερολιθιά που είχε κατασκευάσει η δικαιοπάροχος μας Α.

χήρα Γ. Δ., το γένος Α. και Φ. Κ.- και για την ύπαρξη του οποίου (τμήματος) χρησιμοποιήθηκε το ανωτέρω έγγραφο" και, έτσι έκρινε, ότι στον αμέσως πιο πάνω τίτλο δεν μπορεί να "περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, το οποίο εκτείνεται πέραν της ξερολιθιάς που περιφράσσει η συνεχόμενη αυτού προς τούτο ιδιοκτησία του ενάγοντος".

Πράγματι, όπως προκύπτει από την προμνημονευόμενη πράξη αποδοχής κληρονομίας, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), στην περιγραφή του πιο πάνω αγρού περιλαμβάνεται και η φράση "ΜΕΤΑ ΑΓΡΙΩΜΑΤΩΝ", η οποία έτσι διαφοροποιεί τη συνολική έκταση του ως άνω αγρού, γεγονός που μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται ή όχι στον παραπάνω τίτλο ιδιοκτησίας.

Την παραπάνω όμως κρίση του σχημάτισε το Εφετείο όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την πιο πάνω πράξη αποδοχής κληρονομίας, αλλά ύστερα από τη συνεκτίμησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα με τους υπόλοιπους τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ρητά μνημονεύονται και αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τους μάρτυρες και τις ένορκες καταθέσεις.

Με τα δεδομένα αυτά ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VII. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Η βεβαίωση, εξάλλου, του δικαστηρίου της ουσίας περί της προσκομιδής ή μη σ' αυτό αποδεικτικού εγγράφου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§1 Κ.Πολ.Δ, σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, ότι η ένδικη αγωγή είναι κατ'ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια να την απορρίψει, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την από Σεπτεμβρίου 2005 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του καθηγητή ΕΜΠ Α.

Γ., το από 7 Ιουλίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Γ., τοπογράφου - μηχανικού, με την επ' αυτού από 31.8.1989 βεβαίωση του Μ. Χ., Προέδρου της Κοινότητας Απολλωνίας Σίφνου και την από 31.8.1989 υπεύθυνη δήλωση της Φ. Κ. (δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι αυτή έγινε για να χρησιμοποιηθεί στην προκείμενη δίκη), που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους περί της άσκησης απ' αυτούς διακατοχικών πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως από αυτά (μέρη) επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στό αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.1.2008 αίτηση του Γ. Κ. του Ι. κ.ά. για αναίρεση της 47/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ