Legislator Case Law & Legislation
1626/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership and evidence admissibility grounds under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1626/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance court decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court relied on unproven evidence and failed to provide legal grounds for its findings. The court rejected these claims, ruling that the evidence cited by the appellate court was properly introduced and that the lower court's evaluation of facts was beyond judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1033, 1041, 1045, 974 of the Civil Code; Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal grounds or improper evidence admissibility is inadmissible if the contested evidence was properly cited and the lower court's factual assessment is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition adverse possession statute appeal admissibility evidence admissibility judicial review limits civil procedure code court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Article 1041 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 559, paragraph 11, sub-paragraph b of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1626 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Βαξεβάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δαλάτση-Μπαρμπαλιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της αρχικής διαδίκου ΨΨ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2013/1995 μη οριστική, 10164/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος με τακτική χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται, μεταξύ άλλων, άσκηση νομής επί συνεχή δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο, εκτάσεως 200 τ.μ., μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου ..., μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα, με αιτία την πώληση, δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Δασκαλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον αρχικό ιδιοκτήτη αυτού ΑΑ στην αρχική πρώτη ενάγουσα ΨΨ. Η νομή, όμως, του ακινήτου αυτού, χωρίς την οικία, είχε παραδοθεί από τον ανωτέρω ιδιοκτήτη του στην αγοράστρια ΨΨ από τον Ιούλιο του έτους 1954, η οποία και διατήρησε έκτοτε τη νομή αυτού μέχρι τις 12-10-1965, που καταρτίσθηκε το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπως, άλλωστε, ρητά τούτο αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο.

Έτσι η αρχική πρώτη ενάγουσα νεμήθηκε έκτοτε το επίδικο με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του και συγκεκριμένα κατασκεύασε μανδρότοιχο, φύτεψε δένδρα, καλλιέργησε κηπευτικά και ανήγειρε επ' αυτού την πιο πάνω ισόγεια οικία, μαζί με το σύζυγό της ΒΒ, ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών και δημοσίων έργων και διέθετε δικά του μηχανήματα.

Μετά δε την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η κυριότητα του επιδίκου, ασκούσε τη νομή επ' αυτού και με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητά του. Γενικά είχε την επίβλεψη και εποπτεία του επιδίκου, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκδηλώνει τη φυσική εξουσία της, με εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό.

Η εν λόγω νομέας κατά τους πρώτους μήνες του έτους 1956 παραχώρησε κατά χρήση μόνο και χωρίς αντάλλαγμα την προαναφερόμενη οικία, που ήταν ημιτελής μεν, αλλά κατοικήσιμη, στην αρχική πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της ΓΓ, όταν η τελευταία εσπευσμένα, εξαιτίας του επικείμενου θανάτου του πατέρα της και συζύγου της πρώτης ενάγουσας ΒΒ, παντρεύτηκε το έτος 1956 τον αρχικό δεύτερο εναγόμενο Χ3.

Ο γάμος έγινε στις 4-3-1956 και ο ΒΒ πέθανε στις 14-4-1956. Έκτοτε η αρχική πρώτη ενάγουσα, αν και δεν είχε στην κατοχή της το επίδικο ακίνητο, εξακολούθησε να συμπεριφέρεται ως νομέας αυτού. Ειδικότερα αυτή, εκτός του ότι είχε πάντοτε την επίβλεψη και εποπτεία του επιδίκου, κατοικώντας μάλιστα ακριβώς απέναντι από αυτό, εξακολούθησε να πληρώνει τις συμφωνημένες δόσεις για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του.

Σύμφωνα με το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το τίμημα αγοράς του είχε ορισθεί σε 28.000 δραχμές και από το ποσό αυτό η αρχική πρώτη ενάγουσα (αγοράστρια) πλήρωσε, 21.000 δραχμές με την παράδοση σ' αυτήν της νομής του επιδίκου κατά μήνα Ιούλιο του 1954, 1.500 δραχμές τη 1-9-1958, 1.000 δραχμές στις 8-9-1959 και τις υπόλοιπες 4.500 δραχμές κατά τη σύνταξη του συμβολαίου αυτού στις 12-10-1965.

Στη συνέχεια αυτή, με την από 28-7-1969 προσφυγή της ενώπιον του Φορολογικού Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την ακύρωση του ... Φύλλου Ελέγχου της Οικονομικής Εφορίας, που συντάχθηκε για το φόρο μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου, με το οποίο η αξία αυτού υπολογίσθηκε στο υπερβολικό, κατ' αυτήν, ποσό των 700.000 δραχμών.

Επί της προσφυγής εκδόθηκε η 7909/1971 απόφαση του ως άνω Φορολογικού Πρωτοδικείου που προσδιόρισε την αγοραία αξία του επιδίκου σε 400.000 δραχμές και κατ' αυτής ασκήθηκαν από την ίδια και το Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του Φορολογικού Εφετείου Αθηνών, οι από 20-6-1972 και 20-3-1972 εφέσεις αντίστοιχα. Στις 31-5-1976 η ίδια αρχική πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στο Δήμο ..., για τέλη κατασκευής κρασπέδων στο επίδικο, το ποσό των 1.000 δραχμών.

Επίσης αυτή, άσκησε προηγουμένως, τις από 28-2-1963 και 27-5-1964 εφέσεις της ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του Δήμου Αθηναίων, ζητώντας την εξαφάνιση των 272/1962 και 1080/1963 αποφάσεων της Γ' Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του ίδιου Δήμου, με τις οποίες είχε επιβληθεί εισφορά λόγω υπαγωγής του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλης.

Ακόμη αυτή, στη φορολογική δήλωσή της του έτους φορολογίας 1979 (σύμφωνα με το ν. 11/1975), δήλωσε, μεταξύ των άλλων ακινήτων της, και το επίδικο. Έτσι η αρχική πρώτη ενάγουσα έγινα κυρία του επιδίκου με τον παράγωγο τρόπο της αγοράς και σε κάθε περίπτωση με πρωτότυπο τρόπο μέχρι το έτος 1981, αφού νεμήθηκε το επίδικο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας από το έτος 1965 και εφεξής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1954.

Κατά το έτος 1981 η αρχική πρώτη ενάγουσα, με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 14-5-1981, μεταβίβασε, λόγω προίκας, το επίδικο οικόπεδο (με την επ' αυτού οικία), κατά ποσοστό 55/100 εξ αδιαιρέτου, στη μεν δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα της Ψ κατά ψιλή κυριότητα, στο δε προικολήπτη σύζυγο της τελευταίας ΔΔ κατά διοίκηση και επικαρπία.

Ακολούθως στις 4-12-1984, η δεύτερη ενάγουσα, Ψ, που, μετά την κατάργηση της προίκας με το άρθρο 56 του ν. 1329/1983, ήταν κυρία πλέον του επιδίκου κατά ποσοστό 55/100 εξ αδιαιρέτου, κοινοποίησε στην αρχική πρώτη εναγόμενη, αδελφή της, ΓΓ, την από 20-11-1984 εξώδικη πρόσκλησή της, με την οποία την κάλεσε να της αποδώσει τη χρήση της επί του επιδίκου οικίας, που κατά παράκληση είχε παραδοθεί στην εν λόγω αδελφή της, επικαλούμενη ότι είχε συμφωνήσει με τρίτο, κατασκευαστή πολυκατοικιών, την ανέγερση στο επίδικο οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής.

Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την απόδοση του ακινήτου. Μάλιστα η αρχική πρώτη εναγόμενη απάντησε στην πρόσκληση αυτή με το από 7-12-1984 εξώδικό της, που επιδόθηκε στην αντίδικο αδελφή της στις 11-12-1984, με το οποίο ισχυρίσθηκε ότι η ίδια απέκτησε τη νομή του επιδίκου από το έτος 1954, ανεγείροντας σ' αυτό κατά τα έτη 1954-1956, με δαπάνες κυρίως του συζύγου της, την επίμαχη οικία και φυτεύοντας και καλλιεργώντας σ' αυτό δένδρα κ.λ.π., και ότι έχει καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Για την εξώδικη αυτή απάντηση διαμαρτυρήθηκε η αρχική πρώτη ενάγουσα με δικό της εξώδικο, που κοινοποιήθηκε στην αρχική πρώτη εναγόμενη στις 29-12-1984, με το οποίο της ζήτησε να της αποδώσει το επίδικο, αναφέροντας ότι αυτή ήταν εκείνη που αγόρασε το ακίνητο με το πιο πάνω ... συμβόλαιο, ότι με δικές της δαπάνες ανήγειρε επ' αυτού την οικία και ότι πάντοτε είχε την εποπτεία και επίβλεψη αυτού, χωρίς η πρώτη εναγόμενη να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα σ' αυτό.

Με τον τρόπο αυτό άρχισε η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η αρχική πρώτη από αυτούς ΓΓ, έγινε κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμήθηκε τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1954, που ο πατέρας της ΒΒ της το παραχώρησε άτυπα ως προίκα, μέχρι και την έγερση της αγωγής (έτος 1987 ), ασκώντας επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής (ανέγερση οικίας, διαμονή σ' αυτήν, εμφύτευση και καλλιέργεια δένδρων και φυτών, εποπτεία και επίβλεψη).

Όμως ο καταλυτικός αυτός της αγωγής ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί. Από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων της δεύτερης ενάγουσας ..., ... και ..., οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων ..., ..., ...

και ..., ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, αποδείχθηκε 1) ότι η αρχική πρώτη ενάγουσα ήταν εκείνη που απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου από τον αληθή κύριο αυτού ΑΑ (η κυριότητα του οποίου δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους), όπως άλλωστε αναγράφηκε στη συνέχεια στο ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας και όχι ο πατέρας της αρχικής πρώτης εναγομένης ΒΒ, και αυτή νεμήθηκε ακολούθως, με διάνοια κυρίου, το επίδικο, ασκώντας επ' αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και 2) ότι η παραχώρηση της χρήσης του επιδίκου στην αρχική πρώτη εναγομένη έγινε από τη μητέρα της, αρχική πρώτη ενάγουσα, για την αιτία που προεκτέθηκε.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης Χ3 (δεύτερος εναγόμενος) στη βεβαίωσή του προς την αρμόδια Οικονομική Εφορία με ημερομηνία 26-9-1961, δήλωσε ότι ιδιοκτήτης του επιδίκου είναι η αρχική πρώτη ενάγουσα και ότι ο ίδιος κατοικεί εκεί από το έτος 1957, χωρίς να πληρώνει μίσθωμα, επειδή η σύζυγός του είναι κόρη της ιδιοκτήτριας.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η δήλωση αυτή υποβλήθηκε στην αρμόδια Εφορία, προκειμένου να "θεμελιωθεί δικαίωμα λήψης δανείου για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας του ανωτέρω εναγομένου", ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεν κρίνεται πειστικός. Η αρχική πρώτη ενάγουσα είχε τότε καλές σχέσεις με την πρώτη εναγόμενη, κόρη της, και της είχε υποσχεθεί, όπως και στην άλλη κόρη της (δεύτερη ενάγουσα), ότι θα της μεταβιβάσει μερίδιο του επιδίκου.

Μάλιστα αυτή τήρησε την εν λόγω υπόσχεσή της, καθόσον με την από 18-3-1985 μυστική διαθήκη της, που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Αιμιλία- Άννα Σακελλαροπούλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο της την αρχική πρώτη εναγομένη σε ποσοστό 30/100 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, παρά την ύπαρξη της μεταξύ τους αντιδικίας αναφορικά με το επίδικο, η οποία ήδη είχε αρχίσει με την έγερση από τις και τώρα ενάγουσες κατά της πρώτης εναγομένης της προγενέστερης από 27-12-1984 διεκδικητικής του επιδίκου αγωγής, η οποία απορρίφθηκε, λόγω αοριστίας, με τις 5585/1985 και 1475/1987 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Έτσι οι παραπάνω δύο θυγατέρες της αρχικής πρώτης ενάγουσας (ΨΨ), έχοντας υπόψη την πιο πάνω υπόσχεση της μητέρας τους, διαπραγματεύθηκαν για ικανό χρονικό διάστημα (πριν και μετά τη σύνταξη του προαναφερομένου ... συμβολαιογραφικού προικοσυμφώνου) με μηχανικούς και εργολάβους την ανέγερση οικοδομής επί του επιδίκου, με το σύστημα της αντιπαροχής, πλην όμως χωρίς επιτυχία, ανεξαρτήτως, βέβαια, του ότι στη συνέχεια, στις 19-12-1990, η αρχική πρώτη εναγομένη αποποιήθηκε την κληρονομία της μητέρας της.

Οι εναγόμενοι επικαλούνται και προσκομίζουν ακόμη αποδείξεις του Υπουργείου Βιομηχανίας και της ΔΕΗ του έτους 1965, που αφορούν δαπάνες ηλεκτρικής εγκατάστασης και παροχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο, οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα του αρχικού δευτέρου εναγομένου Χ3, συζύγου της αρχικής πρώτης εναγομένης.

Οι πράξεις, όμως, αυτές είναι συνυφασμένες με την πιο πάνω εκτεθείσα συμφωνημένη χρήση του επιδίκου από το ζεύγος Χ3- ΓΓ και είναι εύλογο οι σχετικές αυτές δαπάνες να πληρώνονται από εκείνους που είχαν τη χρήση του επιδίκου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εν λόγω κάτοχοι ασκούσαν στο επίδικο φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.

Το ότι ο δεύτερος εναγόμενος Χ3 στις δηλώσεις του φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 1976 έως 1984 (χρήσεις των ετών 1975 έως και 1983) δήλωνε το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκατοικούμενο και ιδιοκτησίας του 100ο/ο, δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο ικανό να αναιρέσει την παραπάνω κρίση του δικαστηρίου, όπως αυτή σχηματίσθηκε από τις λοιπές αποδείξεις που αναφέρθηκαν.

Άλλωστε, οι δηλώσεις αυτές αφορούν τον αρχικό δεύτερο εναγόμενο και όχι την πρώτη εναγομένη, που πρόβαλε την ένσταση ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο, και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δέκα ετών (1975-1983) και έτσι, σε καμιά περίπτωση, δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη, για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, εικοσαετία.

Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1981, όταν με το ... προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, καταρτίσθηκε η μεταβιβαστική της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου σύμβαση συστάσεως προίκας, ως προς το ποσοστό 55/100 εξ αδιαιρέτου, είχε καταλυθεί η κυριότητα της αρχικής πρώτης ενάγουσας, δικαιοπαρόχου της δεύτερης ενάγουσας, η ύπαρξη της οποίας ήταν απαραίτητη για να μεταχθεί σε εκείνη το δικαίωμα αυτό, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η αρχική πρώτη εναγόμενη είχε αποκτήσει εντωμεταξύ, πριν από την εν λόγω μεταβίβαση, την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ούτε βέβαια μπορεί να γίνει λόγος για κατάλυση του δικαιώματος κυριότητας της δεύτερης ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη με έκτακτη χρησικτησία για το μετέπειτα, από το έτος 1981 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 1987), χρονικό διάστημα, αφού κατ' αυτό δεν συμπληρώνεται εικοσαετία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ψ απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 55/100 εξ αδιαιρέτου, με τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της σύμβασης συστάσεως προίκας, ότι η αρχική πρώτη εναγόμενη ΓΓ, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν μετά τον επισυμβάντα στις 3-8-1999 θάνατό της οι αναιρεσείοντες κληρονόμοι της, δεν κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την αγωγή περί διεκδικήσεως της συγκυριότητας του επιδίκου, ως προς την αναιρεσίβλητη ενάγουσα, και απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας της καθολικής δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, δεν έσφαλε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την άμεση δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης ενάγουσας με παράγωγο τρόπο (αγορά), αλλά και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας του επιδίκου από την καθολική δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως οι συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών στα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει ότι υπήρχε σχέση παρακλήσεως- χρησιδανείου στη χρήση του επιδίκου ακινήτου από την οικογένεια του συζύγου της αρχικής πρώτης εναγομένης Χ3, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν είχε επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη και ειδικότερα " την από 26-9-1961 βεβαίωση του ως άνω συζύγου της πρώτης εναγομένης προς την αρμόδια οικονομική εφορία, στην οποία αυτός δήλωσε ότι ιδιοκτήτης του επιδίκου είναι η αρχική πρώτη ενάγουσα και ότι ο ίδιος κατοικεί εκεί από το έτος 1957 χωρίς να πληρώνει μίσθωμα, επειδή η σύζυγός του είναι κόρη της ιδιοκτήτριας".

Από τα διαδικαστικά, όμως, έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου ρητώς είχε επικαλεστεί το ως άνω έγγραφο ως εξής: "από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από 26-9-1961 βεβαίωση του δεύτερου εναγόμενου και υπεύθυνη δήλωσή του προς την αρμόδια οικονομική εφορία δήλωνε αυτός ότι ιδιοκτήτης του ένδικου ακινήτου επί της οδού ...

ήταν η ΨΨ και ότι μίσθωμα δεν υπάρχει, διότι η σύζυγος του ΓΓ τυγχάνει κόρη της ΨΨ και ότι τυγχάνει μισθωτής από το 1957 μέχρι τις 26-9-1961" (βλ. σελίδα 7 των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου). Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), το οποίο με επίκληση προσκομίστηκε, και ο τελευταίος εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2003 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 651/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ