Legislator Case Law & Legislation
1626/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court's assessment of unjust enrichment timing was a legal evaluation, not an impermissible amendment of the claim's basis.

Case Number 1626/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court improperly considered facts not raised in the initial complaint and failed to reject a procedural objection regarding the amendment of the claim's basis. The court held that the lower court's determination of when the unjust enrichment claim arose was a valid legal assessment of the facts, not an impermissible alteration of the claim's foundation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 904 para. 1 A.C.; Art. 559 no. 8 K.Pol.D.: The court's evaluation of factual circumstances regarding the timing of an unjust enrichment claim constitutes a legal assessment and does not amount to an impermissible amendment of the claim's basis.

Keywords

AI generated
unjust enrichment impermissible amendment appeal admissibility legal assessment procedural objection claim basis factual circumstances

Cited Legislation

AI generated

Cited Case Law

AI generated
O.A. AP 3/1997
O.A. AP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1626 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1626/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Αργυρό, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8152/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2136/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/11/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 12/5/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη.

Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση αποφάσεως πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί, εν όλω ή εν μέρει, με νέα απόφαση, συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 και 443 Α.Κ. ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες.

Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η δήλωση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνο της παραγραφής της.

Ως συνύπαρξη των απαιτήσεων προ της συμπληρώσεως της παραγραφής κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η παράλληλη ύπαρξη των δύο απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό αμφοτέρων. Η παραγραφείσα αξίωση μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό και αν ακόμη αυτή έχει απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση λόγω της παραγραφής.

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 24/3/2003 αγωγή της εξέθεσε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων εξέδωσε σε βάρος της την αναφερόμενη διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για απαιτήσεις του από σύμβαση εξαρατημένης εργασίας συνολικού ύψους 2.256.000 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων.

Ότι σε εκτέλεση αυτής της διαταγής πληρωμής κατέβαλε στον εναγόμενο για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα συνολικά το ποσό των 6.545.501 δραχμών πλην όμως η εν λόγω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε, εν μέρει, τελεσιδίκως με απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 5.045.545 δραχμών (14.807,06 Ευρώ), κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας της για αιτία που έληξε με την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Ο εναγόμενος και τώρα αναιρεσείων προσελήφθη από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας και τώρα αναιρεσίβλητης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 15.8.1990 έως 15.8.1993 ως περιφερειακός υπάλληλος.

Στις 9.10.1990 η ως άνω εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση. Ο αναιρεσείων στη συνέχεια άσκησε κατά της εργοδότριάς του αγωγή ζητώντας: α) την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και β) την αναγνώριση ότι η εν λόγω εργοδότριά του οφείλει αποδοχές υπερημερίας τριών μηνών (από 10.10.1990 έως 10.1.1991) ανερχόμενες για κάθε μήνα σε 500.000 δρχ.

για βασικό μισθό και σε 252.000 δρχ. για επιδόματα που εχορηγούντο και στους λοιπούς υπαλλήλους της. Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε με την 411/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 17/1995 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την δέχθηκε κατ' ουσίαν και ακολούθως έκρινε ανυπό-στατη την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να καταβάλει σ΄ αυτόν ως αποδοχές υπερημερίας 500.000 δρχ.

για βασικό μισθό και 252.000 δρχ. για διάφορα επιδόματα κάθε μήνα και συνολικά για το επίδικο τότε χρονικό διάστημα από 10.10.1990 έως 10.1.1991 2.256.000 δρχ. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε αίτηση αναιρέσεως η οποία έγινε δεκτή με την 342/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (17/1995) και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο για νέα κρίση.

Εν τω μεταξύ και ενώ ήταν εκκρεμής η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων με βάση την ως άνω 17/1995 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης υπέβαλε αίτηση προς το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η αίτηση έγινε δεκτή και εκδόθηκε η 22278/1995 διαταγή πληρωμής του ανωτέρω δικαστή, με την οποία επιτάχθηκε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ως αποδοχές υπερημερίας 1.500.000 δρχ.

για βασικούς μισθούς των τριών ως άνω μηνών και 756.000 δρχ. για επιδόματα του ίδιου χρονικού διαστήματος, με τους νομίμους τόκους υπερημερίας καίτοι η ως άνω εφετειακή απόφαση δεν επιδίκαζε τόκους υπερημερίας. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης άσκησε ανακοπή. Παράλληλα με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής ο ήδη αναιρεσείων προέβη σε κατάσχεση ακινήτου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και επέσπευσε σε βάρος της πλειστηριασμό.

Η τελευταία προς αποφυγή πλειστηριασμού του ακινήτου της κατέβαλλε στον αναιρεσείοντα σε εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής συνολικά το ποσό των 6.385.501 δρχ. εκ των οποίων 1.500.000 δρχ. για κεφάλαιο από βασικούς μισθούς τριών μηνών, 756.000 δρχ. για κεφάλαιο από επιδόματα τριών μηνών, 45.200 δρχ. για επιταχθείσα με τη διαταγή πληρωμής δικαστική δαπάνη, 80.801 δρχ.

για τέλος απογράφου, 100.000 δρχ. για έξοδα επιταγής, 140.000 δρχ. για έξοδα κατασχέσεως και το υπόλοιπο ποσό ως τόκους υπερημερίας. Η κατά της διαταγής πληρωμής ασκηθείσα από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης ανακοπή απορρίφθηκε με την 25552/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσίβλητη, που εν τω μεταξύ είχε καταστεί καθολική διάδοχος της «ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ» λόγω συγχωνεύσεως, έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Μετά την προαναφερομένη αναίρεση της 17/1995 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίoυ εκδικάσθηκε εκ νέου η έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 411/1991 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και με την 2316/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης γίνεται αυτή δεκτή και στη συνέχεια απορρίπτεται η αγωγή του. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1371/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την έκανε δεκτή και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο με την 2542/2000 απόφασή του, που κατέστη ήδη αμετάκλητη, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 411/1991 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δίκασε την ως άνω αγωγή του και την έκανε εν μέρει δεκτή και συγκεκριμένα :

α) αναγνώρισε ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του ήταν ανυπόστατη και β) αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη, που ως καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριας του αναιρεσείοντα συνέχιζε τη δίκη, όφειλε ως αποδοχές υπερημερίας σ΄ αυτόν για το χρονικό διάστημα από 10.10.1990 έως 10.1.1991 το συνολικό ποσό των 1.500.000 δρχ.

δηλαδή 500.000 δρχ. κατά μήνα που ήταν ο βασικός του μισθός. Ακολούθως εκδικάζεται ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως 25552/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει την ανακοπή της κατά της προαναφερομένης διαταγής πληρωμής. Με την 151/2002 απόφαση του εν λόγω Εφετείου έγινε δεκτή η έφεση και ακολούθως εν μέρει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η 22278/1995 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το πέραν του 1.500.000 δρχ.

ποσού που αφορούσε τους βασικούς μισθούς του αναιρεσείοντα για το ως άνω τρίμηνο (από 10.10.1990 έως 10.1.1991) της υπερημερίας της εργοδότριας εταιρίας. Μετά την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής έληξε η αιτία για την οποία η αναιρεσίβλητη είχε καταβάλλει στον αναιρεσείοντα τα ποσά : α) 756.000 δρχ. ως αποδοχές υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος που αφορούσαν επιδόματα 252.000 δρχ.

μηνιαία και συνολικά 756.000 δρχ. και β) 3.751.500 δρχ. που αφορούσαν τόκους υπερημερίας κονδύλια για τα οποία και ακυρώθηκε η προαναφερομένη διαταγή πληρωμής, δηλαδή συνολικά 4.507.500 δρχ. ποσό κατά το οποίο ο αναιρεσείων έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της. Για την παροχή των υπηρεσιών του κατά το χρονικό διάστημα από 10.10.1990 έως 10.1.1991 κρίθηκε αμετακλήτως με την 3209/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι ο αναιρεσείων δικαιούται μόνο το ποσό των 1.500.000 δρχ..

Συνεπώς δεν είναι δικαιολογημένος ο πλουτισμός που επήλθε στον εφεσίβλητο με την καταβολή του ανωτέρω πέραν των 1.500.000 δρχ. ποσού. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων – ενάγων πέραν της ως άνω αγωγής του άσκησε και νέα, ζητώντας να του καταβληθούν αποδοχές υπερημερίας και για το μετά την 10.1.1991 χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η 17084/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία έκρινε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντα για αποδοχές υπερημερίας μέχρι της 31.12.1992, συνολικού ύψους 22.080.000 δρχ. είχε υποκύψει σε παραγραφή, απέρριψε δε την αγωγή κατά το ποσό αυτό. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη έφεση χωρίς όμως να προσβληθεί η ως άνω διάταξή της που απέρριψε εν μέρει την αγωγή λόγω παραγραφής των αντιστοίχων αξιώσεων του αναιρεσείοντα. Οι αξιώσεις αυτές του αναιρεσείοντα υπέκυψαν σε παραγραφή στο τέλος του έτους 1997, οπότε και έπαυσαν να υπάρχουν. Η επίδικη εν προκειμένω αξίωση της αναιρεσίβλητης από αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννήθηκε το έτος 2002, όταν και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.

Συνεπώς οι δύο αυτές αξιώσεις δεν συνυπήρξαν, όντας ενεργές και ως εκ τούτου δεν μπορούν οι αξιώσεις του αναιρεσείοντα, που υπέκυψαν σε παραγραφή, να προβληθούν προς συμψηφισμό, έναντι της επίδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης. Με βάση τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές το Εφετείο αφού, απέρριψε την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα – εναγόμενο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη – ενάγουσα, το ποσό των 4.507.500 δραχμών (ήδη 13.228 Ευρώ), κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η γενόμενη καταβολή του αναφερομένου ποσού σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που εξαφανίσθηκε στη συνέχεια με απόφαση ανώτερου δικαστηρίου, συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου, συνιστά παροχή για αιτία που έληξε και δημιουργεί υποχρέωση του λαβόντος και αντίστοιχο δικαίωμα του δόντος προς αναζήτηση των αδικαιολογήτων καταβληθέντων, που γεννάται από την τελεσίδικη ανατροπή της δικαστικής απόφασης (εν προκειμένω διαταγής πληρωμής) και όχι από της γενόμενης καταβολής.

Κατά συνέπειαν ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έκανε δεκτή την περί συμψηφισμού ένσταση του αναιρεσείοντα προκειμένου ν΄ απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. «ως πράγματα» των οποίων η λήψη ή η μη λήψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Δεν συνιστούν όμως «πράγματα» και συνεπώς δεν ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην έννοια ή στην ορθή ερμηνεία του εφαρμοστέου νόμου, τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς επίσης και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.

Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη – ενάγουσα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αξίωσή της από το άρθρ. 904 Α.Κ. γεννήθηκε το πρώτο το 2002 που όμως δεν περιεχόταν στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις της αλλά προβλήθηκε το πρώτο με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, πράγμα που συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής και β) ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα δηλαδή τη σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

νομότυπα προταθείσα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντα – εναγομένου ένσταση απαραδέκτου μεταβολής της βάσεως της αγωγής, για τον ανωτέρω λόγο. Όμως, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου, τα ως άνω δεκτά γενόμενα, διελαμβάνοντο σε αυτή, και επομένως η από το Εφετείο παραδοχή τούτων και ο με βάση αυτά προσδιορισμός του χρόνου γεννήσεως της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεως αυτής (αναιρεσίβλητης) δεν συνιστά παραδοχή ανεπιτρέπτως μεταβληθείσης βάσεως της αγωγής, αλλά νομική αξιολόγηση, υπό την δοθείσα ερμηνεία των άνω διατάξεων, των προβληθέντων τούτων πραγματικών περιστατικών.

΄Ελαβε δε υπόψη και απέκρουσε εκ του πράγματος τον από υπό στοιχ. β΄ ισχυρισμόν.

Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος η περιεχόμενη στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μη κηρύσσοντας απαράδεκτη τη γενόμενη ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής είναι απορριπτέα, αφού η επικαλουμένη αιτίαση δεν θεμελιώνει τον αναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, κατά τα ήδη αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/11/2005 αίτηση του ...για αναίρεση της 2136/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ