Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment due to unclear evidence on living expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Credit and Loan Fund against a final judgment granting debt restructuring to an individual. The appellant argued that the lower court's finding of permanent inability to pay was unsupported because the evidence regarding necessary living expenses was unclear. The court agreed, noting that the precise calculation of monthly costs and debt obligations was essential for the judgment's outcome, rendering the original decision legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564 para. 3, 560 para. 6, 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible and the contested judgment must be remitted for retrial when the evidence regarding the applicant's permanent inability to pay is unclear and critically affects the formation of the judgment's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1625 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1625/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. - Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μάλλιαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4233/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9017/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-5-2022 (αριθμ. κατ. 39805/65/3-5-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9017/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 2-6-2012, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 90172020 απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 26-8-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5680/27-8-2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το καθ'ου η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (ήδη αναιρεσείον), ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της προς το άνω πιστωτικό ίδρυμα και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, με σκοπό την απαλλαγή της από τις οφειλές της.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4233/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και: α) ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, με έναρξη από τον πρώτο μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης, τις οποίες όρισε ως εξής: 1) για την εκ στεγαστικού ενυπόθηκου δανείου (αρ.
λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των 118,71 ευρώ, 2) για την εκ στεγαστικού ενυπόθηκου δανείου (αρ. λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των πενήντα εννέα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (59,92) ευρώ, 3) για την εκ δανείου μικροεπισκευών (αρ. λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των επτά ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (7,76) και 4) για την εκ δανείου μικροεπισκευών (αρ.
λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των δέκα τριών ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (13,61), β) εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας και γ) επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει στο καθ' ου για τη διάσωσή της, για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, το ποσό των εκατόν πενήντα πέντε και ενενήντα δύο λεπτών (155,92), μηνιαίως, συμμέτρως διανεμόμενο ως εξής: 1) για την εκ στεγαστικού ενυπόθηκου δανείου (αρ.
λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των 103,62 ευρώ, 2) για την εκ στεγαστικού ενυπόθηκου δανείου (αρ. λογαριασμού ...) απαίτηση, ποσό των 52,30 ευρώ. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης και θα γίνεται εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει, σύμφωνα με τα στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για το οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά το χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά της απόφασης αυτής το καθ' ου και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 10-9-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 88441/4513/25-9-2018) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9017/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 27-8-2013 αίτηση της αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 27-8-2013, ήτοι πριν την αντικατάσταση του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1061/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του). Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. ΑΠ Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 552/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9017/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), γεννηθείσα το ..., είναι έγγαμη με τον Λ.
Ν., με τον οποίο έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, ηλικίας ..., ... και ... ετών, αντίστοιχα. Είναι δημόσια υπάλληλος και εργάζεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ποσού 1.258,26 ευρώ, ο δε σύζυγός της εργάζεται στο ΥΕΘΑ/ΓΕΣ (κλάδος Τεχνικού) με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 974,80 ευρώ, (βλ.
εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τους μηνών 8ου -10ου 2019), ήτοι το οικογενειακό εισόδημά τους ανέρχεται στο ποσό των 2.233,06 ευρώ. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα προσκομιζόμενα από την αιτούσα εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, το οικογενειακό εισόδημά της ανερχόταν το (φορολογικό) έτος 2010 στο ποσό των 32.261,65 ευρώ, το έτος 2011 στο ποσό των 30.647,09 ευρώ, το έτος 2012 στο ποσό των 27.477,87 ευρώ, το 2013 στο ποσό των 27.942,09 ευρώ, το 2014 στο ποσό των 27.021,02 ευρώ, το έτος 2015 στο ποσό των 27.094,35 ευρώ, το 2016 στο ποσό των 27.559,19 ευρώ, ενώ το 2018 στο ποσό των 30.012,05 ευρώ (για το 2017 δεν προσκομίζονται στοιχεία).
Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας είναι ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας κειμένης στον ..., επί της οδού ..., επιφάνειας 120,00 τ.μ., έτους κατασκευής 1965, κυριότητάς της σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και αντικειμενικής αξίας ανερχομένης στο ποσό των 46.777,50 ευρώ (του ποσοστού της), του λοιπού 50% εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον σύζυγό της, το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία της οικογένειάς της.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα κάτωθι χρέη έναντι του καθ' ου η αίτηση, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010) τα οποία ανέρχονται: 1) στο ποσό των 54.873,99 ευρώ εκ του με αρ.
λογαριασμού ... ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, 2) στο ποσό των 107.458,11 ευρώ εκ του με αρ. λογαριασμού: ... ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, [αμφοτέρων τμημάτων ενός τοκοχρεωλυ-τικού δανείου ύψους 158.000,00 ευρώ, το οποίο χορηγήθηκε στην αιτούσα και τον σύζυγό της την 27-5-2011 και επιμερίσθηκε αποκλειστικά για την εξυπηρέτησή του με παρακράτηση από τις αποδοχές της αιτούσας και του συζύγου της, σε 105.000 και 53.000 ευρώ, αντίστοιχα] και 3) στο ποσό των 9.995,22 ευρώ, εκ του με αρ.
λογαριασμού ... δανείου μικροεπισκευών, και όχι στα ποσά των 95.970,31, 48.442,14, 6.270,94 και 11.001,19 ευρώ που δέχθηκε η εκκαλουμένη, όπως ορθά επισημαίνει το εκκαλούν με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του, κατ' αποδοχή του οποίου η διαφορετική ανωτέρω αιτιολογία της εκκαλουμένης, που δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της, αντικαθίσταται και συμπληρώνεται δια της ανωτέρω (αρθρ. 534 ΚΠολΔ).
Επίσης, αποδείχθηκε, ότι το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και των ως άνω μελών της οικογένειας της, ήτοι για διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, δαπάνες εστίασης κι εκπαίδευσης, κ.λπ., ανέρχεται στο ύψος των 1.200 ευρώ, περίπου, το οποίο ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής τους (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), όπως το ποσό αυτό προσδιορίζεται εμμέσως και από την ίδια την αιτούσα, καθώς το καθαρό (μετ "αφαίρεση αναλογούντος φόρου και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης) συνολικό οικογενειακό εισόδημά της ανερχόταν το 2011, οπότε αιτήθηκε και ανέλαβε τις παραπάνω δανειακές υποχρεώσεις, σε 29.067,80 ευρώ ή 2.422,31 ευρώ μηνιαίως.
Μετά από αφαίρεση δε των οφειλόμενων για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανείων δόσεων ποσού 1.200 ευρώ περίπου, απέμενε ποσό 1.222,31 ευρώ, το οποίο είχε αξιολογηθεί από την αιτούσα και το σύζυγό της ως επαρκές για την κάλυψη των οικογενειακών τους δαπανών. Το αντίστοιχο οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα το 2013 (χρόνος κατάθεσης της αίτησης) μειώθηκε σε 2.180,90 ευρώ, απομένοντος έτσι διαθέσιμου εισοδήματος, μετά την αφαίρεση των δόσεων των δανείων, προς κάλυψη των λοιπών οικογενειακών δαπανών, ποσό 980,90 ευρώ, το 2014 το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα μειώθηκε περαιτέρω σε 2.121,80 ευρώ, απομένοντας έτσι διαθέσιμο εισόδημα ποσού 921,80 ευρώ, το 2015 το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ανήλθε σε 2.139,34 ευρώ, απομένοντας διαθέσιμο εισόδημα ποσού 939,34 ευρώ, ενώ το 2016 το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ανήλθε σε 2.181,49 ευρώ, απομένοντας ούτως διαθέσιμο εισόδημα ποσού 981,48 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, κρίνεται ότι η αιτούσα και ο σύζυγός της βρίσκονται σε αδυναμία πληρωμής των περιγραφεισών δανειακών τους υποχρεώσεων, αφού με την πλήρη κάλυψή τους θα διακινδύνευαν οι ελάχιστοι όροι αξιοπρεπούς διαβίωσης των ιδίων και των τέκνων τους, για τη διασφάλιση των οποίων απαιτείται, κατ' ελάχιστον, το αναφερθέν ποσό.
Δεδομένου ότι το ποσό της παραπάνω μηνιαίας δόσης των δανείων που είχαν λάβει η αιτούσα και ο σύζυγός της παρακρατείτο από τον μισθό τους, σε εκτέλεση σχετικού όρου των δανειακών τους συμβάσεων, απέμενε ένα ελάχιστο ποσό στη διάθεσή τους, μη επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογένειάς τους, λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε η από 29.11.2013 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία μειώθηκε το καταβλητέο στους πιστωτές του αιτούντος ποσό, σε αυτό των 180 ευρώ, από τον κάθε σύζυγο.
Η αδυναμία αυτή της αιτούσας και του συζύγου της είναι επομένως γενική και μόνιμη, αφού κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αναμένεται στο εγγύς μέλλον ουσιαστική βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, δεδομένου ότι δεν αναμένεται αύξηση των αποδοχών τους λόγω των σοβαρών δημοσιονομικών προβλημάτων του Δημοσίου.
Εξάλλου, το γεγονός ότι οι παραπάνω μειώσεις διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος της αιτούσας κυμαίνονται στο ποσό των 240 - 300 ευρώ, δεν ανατρέπει το ανωτέρω συμπέρασμα περί γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, καθόσον η αφαίρεσή του καθιστά το λοιπό διαθέσιμο εισόδημά της, που ούτως ή άλλως κρίνεται οριακά επαρκές για την αξιοπρεπή διαβίωση αυτής και της οικογένειάς της, πλήρως ανεπαρκές ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο, αφού αντιστοιχεί στο 25% περίπου του διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος. Επομένως ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο αμφισβητείται ότι η αιτούσα βρίσκεται σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα, όπως και ο συνοφειλέτης σύζυγός της, περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθόσον ουδόλως προκύπτει, ότι προέβλεψαν ότι θα περιέλθουν σε αυτή ως δυνατή συνέπεια της πράξης τους και το αποδέχθηκαν. Ήτοι κατά τον χρόνο της σύναψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, δεν προέβλεψαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και σε κάθε περίπτωση δεν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, έστω και αν η μόνιμη πλέον αδυναμία τους οφείλεται σε εσφαλμένες οικονομικές εκτιμήσεις.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι η περιέλευση της αιτούσας και του συζύγου της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών οφείλεται σε έκτακτα, απρόβλεπτα και αιφνίδια περιστατικά στη ζωή τους, καθόσον αυτοί δεν μπορούσαν να προβλέψουν, σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένης της ιδιότητάς τους ως δημοσίων υπαλλήλων, ότι υφίστατο πιθανότητα επιβολής μειώσεων στις αποδοχές τους και δη σε τέτοιο βαθμό που, κατά τα ανωτέρω, θα ανατρεπόταν ο οικογενειακός τους προγραμματισμός και θα καθίσταντο αφερέγγυοι έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων από τα οποία έλαβαν τα εν λόγω δάνεια.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το 2011, οπότε χορηγήθηκαν τα δάνεια, είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές οι ενδείξεις της επερχόμενης οικονομικής ύφεσης και ως εκ τούτου προέβλεψαν τις μελλοντικές μειώσεις των αποδοχών τους, παρόλα αυτά δε επέλεξαν να λάβουν τα δάνεια αποδεχόμενοι το ρίσκο της αδυναμίας πληρωμής τους, δεν κρίνεται βάσιμος, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη και του γεγονότος ότι ούτε και το ίδιο το εκκαλούν, που κατά τεκμήριο διαθέτει οργανωμένη οικονομική υπηρεσία, μπόρεσε να προβλέψει την έκταση και τη διάρκεια της επελθούσας οικονομικής κρίσης και τη συνεπεία αυτής επιβληθείσα μείωση στις αποδοχές των δανειοληπτών του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα και απορριφθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν αιτιάται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και δη του άρθρ. 1 του Ν.3869/2010, κρίνοντας ότι η αιτούσα υπάγεται στο προστατευτικό καθεστώς του ως άνω νόμου αν και η μοναδική οφειλή που διατηρεί, προερχόμενη από τις μεταξύ τους ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, ήταν ενήμερη και δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη.
Πλην όμως, ..., το γεγονός ότι τα δάνεια της αιτούσας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ήταν ενήμερα και ότι, η αιτούσα δεν είχε καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ως άνω ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, δεν αποκλείει την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.
Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό εκ του μισθού του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια σε ουδέν σφάλμα υπέπεσε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ο δε σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως το εκκαλούν επαναφέρει, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του την πρωτοδίκως, υποβληθείσα και απορριφθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας, η οποία συνίσταται στο ότι αυτή θα μπορούσε αντί της αιτήσεως υπαγωγής της στις διατάξεις του εν προκειμένω εφαρμοζόμενου νόμου (3869/2010), να αιτηθεί τη ρύθμιση της οφειλής της με βάση τις ειδικότερες και λιγότερο επαχθείς για το ίδιο διατάξεις που διέπουν τη ρύθμιση οφειλών προς αυτό, επικαλούμενο δηλαδή, σιωπηρώς, τις διατάξεις του άρθρ. 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010.
Ο ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος καθώς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται το εκκαλούν προς επιστήριξή του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας, αφού ... στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η δε επιλογή από την αιτούσα να ζητήσει την υπαγωγή της στο συγκεκριμένο προστατευτικό πλαίσιο δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ ετέρου καταχρηστική, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το εκκαλούν.
Εν όψει αυτών, ορθά απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την σχετικώς προβληθείσα ένσταση του εκκαλούντος, ο δε τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Ήδη το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης , υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στον λόγο αυτό, από τον αριθμό 6 του άρθρου τούτου, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της αναιρεσίβλητης και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ασαφή και δη ενδοιαστική αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, του προσδιορισμού των μηνιαίων καταβολών του οφειλέτη προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών, έτσι ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα ασαφή - ενδοιαστική αιτιολογία, αφενός ως προς τη στάθμιση των βιοτικών αναγκών της αναιρεσίβλητης και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της και των μηνιαίων υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και αφετέρου ως προς τον καθορισμό του ποσού, στο οποίο θα ανέλθουν οι μηνιαίες καταβολές προς το αναιρεσείον.
Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το συνολικό καθαρό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, προερχόμενο από τους μισθούς της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, που εργάζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι, ανέρχεται στο ποσό των 2.233,06 ευρώ, οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης αυτής και της οικογενείας της ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ "περίπου", και οι μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων προς το αναιρεσείον ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ "περίπου", με ενδεχόμενο, συνεπώς, τόσο οι δαπάνες διαβίωσης, όσο και οι μηνιαίες δόσεις των δανείων να είναι κατώτερες από τα εν λόγω ποσά, δεν υφίσταται κατόπιν των παραδοχών αυτών [ήτοι της αναφοράς της φράσεως, "ανέρχονται στο ποσό 1.200 ευρώ περίπου"], σαφής αιτιολογία ως προς το εάν η αναιρεσίβλητη, που υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των (118,71+59,92+7,76+13,61=) 200 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, ως μηνιαία καταβολή για την εξόφληση του χρέους της προς το αναιρεσείον και το ποσό των 155,92 ευρώ, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, ως μηνιαία δόση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, της καταβολής των δόσεων αρχόμενης μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της προς το αναιρεσείον.
Και τούτο, διότι, από την αντιπαραβολή του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος, ύψους 2.233,06 ευρώ και του ποσού των 1.200 ευρώ "περίπου" που διατίθεται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ίδιας και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς της, απομένει υπόλοιπο διαθέσιμο ποσό για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων 1.033,06 ευρώ, αφαιρουμένου δε του ποσού των 200 ευρώ που ορίσθηκε ως μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών της προς το αναιρεσείον και της καταβλητέας από το σύζυγό της, δυνάμει της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 4223/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών μηνιαίας δόσης ποσού 200 ευρώ προς το αναιρεσείον και τον έτερο πιστωτή του, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης, απομένει υπόλοιπο ποσό (2.233,06-1.200-200-200=) 633,06 ευρώ, το οποίο θα μπορούσε να διατεθεί προς εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.
Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και αναμφίβολο ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, δεδομένου ότι ο ακριβής καθορισμός των μηνιαίων δαπανών που κρίθηκαν αναγκαίες για τη διαβίωση της αναιρεσίβλητης και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς της και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων αυτής για την εξυπηρέτηση των δανείων της, συναρτάται απολύτως με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αλλά και με τον καθορισμό των καταβλητέων μηνιαίων καταβολών για την εξόφληση του χρέους της, οι οποίες διαμορφώνουν το διατακτικό της απόφασης.
Επομένως, ο ανωτέρω (μοναδικός) αναιρετικός λόγος, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον, ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 του Ν.2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9017/2020 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ