Supreme Court adjourns appeal to wait for Full Bench ruling on constitutionality of medical staff reductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece adjourned the appeal proceedings to await a decision from the Full Bench regarding the constitutionality of medical staff reductions. The parties argued over the validity of these reductions and the subsequent legal claims, while the Court noted that a Full Bench ruling is necessary to determine if the reductions are constitutional. Consequently, the Court refused to rule on the merits to prevent contradictory judgments and ensure legal consistency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may adjourn appeal proceedings to await a Full Bench ruling on a constitutional issue to ensure uniformity of jurisprudence and avoid contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1625 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1625/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Β. του Ι., ….και 18)Α. Χ. του Κ., όλων κατοίκων Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), η οποία εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2762/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα φυσικά πρόσωπα με την από 29-6-2022 αίτησή τους και την από 19-9-2022 αίτηση του νομικού προσώπου. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του νομικού προσώπου ζήτησε την απόρριψη της από 29-6-2022 αίτησης, την παραδοχή της από 16-9-2022 αίτησης του νομικού προσώπου και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 29.6.2022 (αριθ καταθ 639/52/29.6.2022) των δεκαοκτώ (18) εκ των είκοσι επτά (27) αρχικών εναγόντων, β) από 16.9.2022 (αριθ. καταθ 876/72/19.9.2022) του εναγόμενου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου), καθώς, επίσης, και από 26.1.2023 και με αριθμό κατάθεσης 24/2023 πρόσθετους λόγους του ανωτέρω αναιρεσείοντος- εναγομένου ν.π.δ.δ.
ζητείται η αναίρεση της 300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 24.10.2019 έφεση του εναγόμενου ως προς τους 1η, 5°, 6°, 9°, 10°, 11°, 14η, 16° και 21° των εναγόντων, (οι οποίο δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), δέχτηκε κατ' ουσίαν την ανωτέρω από 24.10.2019 έφεση και τους από 30.11.2020 πρόσθετους λόγους του εναγόμενου, εξαφάνισε την 2762/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αναγνώρισε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη και (αναγνώρισε) ότι το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες ως μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.8.2016 έως 4.12.2018 τα αναφερόμενα ειδικά σ' αυτήν χρηματικά ποσά.
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επίσης παραδεκτοί και εμπρόθεσμοι είναι και οι από 26.1.2023 πρόσθετοι λόγοι του εναγομένου - αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.
την 24/26.1.2023 κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στον παραστάντα ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο των καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι, Ι. Τ., πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. την 7359Ε/26.1.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Γέμελου).
Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Οι ενάγοντες με την από 27.7.2018 αγωγή τους εξέθεταν ότι είναι ιατροί με τις αναφερόμενες σ' αυτήν ειδικότητες, απασχολούμενοι στο εναγόμενο, οι μεν 1η, 5ος, 6ος, 9ος, 10η, 11ος, 14η , 16ος, 19η και 21ος ως επικουρικοί ιατροί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι δε λοιποί, μετά από μετάταξή τους, κατά τις διατάξεις του ν.4328/2014, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προηγουμένως διαδοχικά στον ΕΟΠΥ και στο ΙΚΑ και ότι το εναγόμενο, έχοντας προβεί σε αντισυνταγματικές περικοπές των αποδοχών τους, με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, τους οφείλει για διαφορές αποδοχών τα ειδικότερα επικαλούμενα ο καθένας ποσά, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 19.5.2017, καθώς και τα επιπλέον αιτούμενα ποσά από 19.5.2017 έως 19.12.2018, που επρόκειτο πιθανώς να συζητηθεί η αγωγή, λόγω αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων του ν.4472/2017.
Επιπλέον, ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το επίδομα προϋπηρεσίας τους πρέπει να υπολογιστεί επί του ποσού των 2.067 ευρώ, που αποτελεί το βασικό μισθό του πρωτοδίκη, ότι η επιβολή εισφοράς, χωρίς αναλογιστική μελέτη και χωρίς προσδιορισμό των παροχών παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και αντίκειται στο Σύνταγμα και ότι η διάταξη του άρθρου 96 του ν.4461/2017, με την οποία επιβάλλεται αναδρομικά από την 1.1.2017 αύξηση της εισφοράς του Κλάδου Εφάπαξ Παροχών είναι αντισυνταγματική και επικουρικά ότι είναι αντισυνταγματική τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 και μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, να αναγνωριστεί ότι στις περιπτώσεις των 3ου, 4ης, 7ου, 12ου, 13ου, 17ου, 18ου, 20ου, 24ης, 26ης και 27ου από αυτούς δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη περί κρατήσεων εισφορών 4%, εφόσον ο νόμος εξαιρεί όσους είχαν ασφαλιστεί προ της 31.12.1992 και, επικουρικά, αν ήθελε κριθεί ότι το νέο μισθολόγιο, όπως αυτό ρυθμίστηκε με τον ν.4472/2017 και η διάταξή του περί αναδρομικότητας είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο τους οφείλει, με βάση το άρθρο 155 αυτού, το επίδομα προσωπικής διαφοράς για το ίδιο χρονικό διάστημα (1.1.2017 έως 19.12.2018), όπως αναλυτικά εκτίθεται για καθέναν.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 2762/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη για τους 1η, 5°, 6°, 9°, 10η, 11°, 14°, 16°, 19η και 21° ενάγοντες, και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, αναγνώρισε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των εν λόγω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη και αναγνώρισε, επιπλέον, ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε καθένα εκ των αμέσως ανωτέρω εναγόντων, ως μισθολογικές διαφορές, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε εκ μέρους του εναγομένου η από 24.10.2019 και με αριθμό καταθέσεως 9635/741/2019 έφεση και οι από 30.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης 1045/261/2020 πρόσθετοι λόγοι, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 300/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η έφεση κατά των 1ης, 5ου, 6ου, 9ου, 10ης, 11ου, 14ου, 16ου και 21ου των εφεσίβλητων- εναγόντων, έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους - ενάγοντες, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και αναγνωρίστηκε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των ανωτέρω εναγόντων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη, καθώς, επίσης, αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει σε καθένα από τους εν λόγω ενάγοντες, ως μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.8.2016 έως 4.12.2018, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... οι 2ος και 27ος των εναγόντων είναι ιατροί ορθοπεδικοί, οι 3ος, 4η, 25η και 26η κυτταρολόγοι, ο 7ος παθολόγος, η 8η, ο 20ος και ο 23ος οδοντίατροι, ο 12ος βιοπαθολόγος, ο 13ος γενικός χειρούργος, ο 15ος νευρολόγος,, ο 17ος γυναικολόγος, ο 18ος ωτορινολαρυγγολόγος, η 22η παιδίατρος και ο 24ος καρδιολόγος, οι οποίοι απασχολούνταν στο ΙΚΑ και έπειτα στον ΕΟΠΥΥ, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Μετά τη θέσπιση του ν.4238/2014 τέθηκαν αυτοδικαίως σε καθεστώς διαθεσιμότητας για ένα μήνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεώς τους, μετατάχθηκαν από τις 20-3-2014 στην εναγομένη, (ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.) σε κενές οργανικές θέσεις κλάδου ΓΙΕ ιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, αντίστοιχες της ειδικότητάς τους, που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, επανακατατάχθηκαν δε σε θέσεις ιατρού Ε.Σ.Υ με την υπ' αριθμ.
ΔΑΑΔ38976/8-9-2016 απόφαση του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4368/2016. Επομένως, σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, οι άνω ενάγοντες έπρεπε να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις αποδοχές των ιατρών Ε.Σ.Υ, χωρίς τις περικοπές που επιβλήθηκαν με τον ν.4093/2012, οι οποίες, σύμφωνα με τις σχετικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, έχουν κριθεί ως αντικείμενες στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, αλλά και τις αρχές της αναλογικότηττας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υιοθέτησε την ίδια άποψη, ανεξαρτήτου όντος ότι οι ενάγοντες κατατάχθηκαν στην εναγομένη μετά την έναρξη της ισχύος του ν.4093/2012, αφού η μισθολογική τους κατάσταση διαμορφώθηκε εκ των υστέρων επί τα χείρω, με βάση τις περικοπές που αυτός προέβλεπε, κατά τα άνω, αλλά και του ότι η προμνημονευθείσα απόφαση, ΟλΣτΕ 431/2018, με την οποία κρίθηκαν τα συγκεκριμένα ζητήματα, δημοσιεύθηκε εκ των υστέρων, και, επομένως, πρέπει ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, όπως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο του μνημονευόμενου στο σκεπτικό άρθρου 11 παρ.1 του ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14-11-2018), που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του (άρθρο 17 αυτού), η οποία έπεται χρονικά της άσκησης της αγωγής και προηγείται της συζήτησής της (4-12-2018) και της δημοσίευσης της εκκαλουμένης, καθώς η ρύθμιση αυτή αφορά κατ' αρχήν περιορισμένο χρονικό διάστημα και έπεται της δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του ν.4093/2012 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να καταστήσει εκ των υστέρων συνταγματικές τις περικοπές που αυτός επέβαλε.
Αντιθέτως, η διατήρηση εν τέλει των αποδοχών της ανωτέρω κατηγορίας απασχολούμενων στο προ του ν.4093/2012 μισθολογικό καθεστώς, όπως ήδη εκτέθηκε, έγινε ακριβώς προς αποκατάσταση των μηνιαίων αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ, στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με τον ν.4093/2012. Ως εκ τούτου πρέπει ο πρώτος πρόσθετος λόγος της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο η εκκαλούσα χρησιμοποιεί την πρόβλεψη της προσωπικής αυτής διαφοράς ως επιχείρημα υπέρ της συνταγματικότητας των περικοπών που επήλθαν με τον ν.4093/2012, να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα και με την εκτενή σχετική σκέψη περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεών του, που προεκτέθηκε.
Συναφώς, απαράδεκτος τυγχάνει ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι με τις υπ' αριθμ. 308 και 535/2020 αποφάσεις Τμημάτων του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια το συγκεκριμένο ζήτημα, καθόσον αφενός μεν δι' αυτού δεν αποδίδεται οποιαδήποτε πλημμέλεια στην εκκαλουμένη, αφετέρου δε δεν συντρέχει πλέον και λόγος αναστολής της δίκης, κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, καθώς ήδη εκδόθηκε η ήδη μνημονευθείσα υπ' αριθμ. 3/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι οι παραπάνω διατάξεις καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μισθολογικές περικοπές των ιατρών του Ε.Σ.Υ επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1.8.2012, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεώς των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι άνω ενάγοντες από τη μετάταξή τους αμείβονταν με τον μισθό του Επιμελητή Α' και όχι του Διευθυντή, με βάση τη συνολική προϋπηρεσία τους άνω των 15 ετών, κατ' άρθρο 38 του ν. 4368/21-2-2016, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-7-2016 και εντεύθεν, ενώ και το χρονοεπίδομα που τους καταβαλλόταν, υπολογιζόταν όχι με βάση τον μισθό του Πρωτόδικη (2.067 ευρώ), αλλά του βασικού μισθού του Επιμελητή Α' (1.513 ευρώ).
Ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε ότι για την επίδικη χρονική περίοδο, που έπεται της δημοσίευσης του άνω νόμου (21-2-2016) οι εφεσίβλητοι έπρεπε να καταταγούν στο βαθμό του διευθυντή και να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες για αυτόν αποδοχές, ανεξαρτήτως του ότι η επανακατάταξή τους έλαβε χώρα στις 8- 9-2016.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ιατροί κατατάχθηκαν από την ένταξή τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014 στον βαθμό του διευθυντή, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 25 του συγκεκριμένου νόμου αλλά και του άρθρου 38 του ν.4368/2016, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του αλυσιτελώς προτείνεται, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος. Επιπλέον, για τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος με βάση τον μισθό του Πρωτόδικη, είναι σαφής η διάταξη του άρθρου 30 παρ.Α 1 εδ.β' του ν.3205/2003, ενώ ο τρόπος υπολογισμού του χρόνου προϋπηρεσίας προβλέπεται στο α' εδάφιο της ίδιας παραγράφου του προαναφερθέντος άρθρου.
Συνεπώς, τα αυτά δεχόμενο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και πρέπει ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος ενώ ο συναφής προς αυτόν πέμπτος-και κατ' ορθή αρίθμηση έκτος- πρόσθετος λόγος αυτής, με τον οποίο η εκκαλούσα διατείνεται ότι το σχετικό ζήτημα εκκρεμεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο παρέπεμψε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ή μη των μισθολογικών περικοπών των ιατρών του Ε.Σ.Υ, με βάση τον ν.4093/2012, επιφυλασσόμενο ταυτόχρονα να αποφανθεί επί του τρόπου υπολογισμού του χρονοεπιδόματος των εκεί εναγόντων ιατρών, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι δεν προσάπτεται οποιαδήποτε πλημμέλεια στην εκκαλουμένη, ενώ δεν τίθεται και ζήτημα αναστολής της δίκης κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, που εξετάζεται άλλωστε και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, διότι αφενός θα επιβραδύνετο σημαντικά η παρούσα δίκη και αφετέρου, διότι η διατύπωση επιφύλαξης, λόγω και της ρητής γραμματικής διατύπωσης της προαναφερθείσας διάταξης, δεν προδικάζει αντίθετη κρίση περί του ανωτέρω ζητήματος.
Επίσης, απαράδεκτοι τυγχάνουν για τον ίδιο λόγο και ο έκτος και έβδομος-κατ' ορθή αρίθμηση έβδομος και όγδοος, αντίστοιχα- πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν την αναδρομική ή μη ισχύ του άρθρου 38 του ν. 4368/2016 από 31-12-2014 και τη διατήρηση ή μη της οικογενειακής παροχής, ύψους 35 ευρώ μηνιαίως που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 στοιχ.α' του ν.3205/2003, κατά παραπομπή από τη διάταξη του άρθρου 44 παρ.Α αρ.5 του ίδιου νόμου, μετά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 17 του ν.4024/2011, αντίστοιχα, ζητήματα δηλαδή που επίσης επιφυλάχθηκε να αποφανθεί το άνω Τμήμα του Αρείου Πάγου.
Επιπροσθέτως, ως προ το εάν τίθεται ζήτημα αναστολής κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου επί των εκκρεμών αυτών δικών, λεκτέα τυγχάνουν τα ακόλουθα: α/ στην κρινόμενη υπόθεση, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του ν. 4368/2016, αφού οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν χρονικό διάστημα μετά τη δημοσίευση και έναρξη της ισχύος του και, επομένως, ακόμη και αν οι εφεσίβλητοι είχαν από 10 έως 25 έτη προϋπηρεσία ορθώς κατετάγησαν στη θέση του διευθυντή μη απαιτούμενης 25ετίας αλλά 15ετίας, με βάση το άρθρο 38 αυτού.
Ως εκ τούτου δεν υφίσταται συνάφεια με το νομικό ζήτημα το οποίο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει το Β2 Τμήμα του ΑΠ με την υπ' αριθμ. 308/2020 απόφασή του. β/ σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 περ.γ' του ν.4354/2015 (ΦΕΚ Α'176/16-12-2015) με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή του, εκτός αν άλλως ορίζεται (άρθρο 46), στις διατάξεις του δεν υπάγονται οι κατηγορίες των υπαλλήλων και λειτουργών του ΜΕΡΟΥΣ Β' του ν.3205/2003- στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ιατροί του ΕΣΥ (άρθρα 43-45)-με την επιφύλαξη του άρθρου 15, που αφορά στην οικογενειακή παροχή και προβλέπει ότι: "Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:
Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα (1) τέκνο, σε εβδομήντα (70) ευρώ συνολικά για δύο (2) τέκνα, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ συνολικά για τρία (3) τέκνα, σε εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ συνολικά για τέσσερα (4)τέκνα και προσαυξάνεται κατά εβδομήντα (70) ευρώ για κάθε επιπλέον τέκνο....
Η κατά τα ανωτέρω παροχή χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση (παρ.1). Η άνω παράγραφος συμπληρώθηκε με το άρθρο 35 παρ.3 Ν.4484/2017,ΦΕΚ Α 110/1.8.2017, ως εξής: Η παροχή του προηγούμενου εδαφίου δεν χορηγείται σε υπάλληλο με τέκνα τα οποία έχουν ίδια εισοδήματα, είτε από την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος είτε από άλλη πηγή, υποβάλλουν δική τους φορολογική δήλωση και το δηλωθέν εισόδημα υπερβαίνει το ύψος του αφορολόγητου ορίου, όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά από τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας.
Σε αυτή την περίπτωση η οικογενειακή παροχή παύει να καταβάλλεται για το οικονομικό έτος κατά το οποίο διαπιστώνεται η υπέρβαση του ως άνω ορίου. Επίσης, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ.4 του άνω νόμου : "Ειδικά, για τέκνα που φοιτούν σε οποιονδήποτε φορέα μεταλυκειακής εκπαίδευσης, δημόσιας ή ιδιωτικής, η παροχή δίδεται μόνο κατά τη διάρκεια του ελάχιστου αριθμού των αναγκαίων για την απονομή των τίτλων σπουδών εξαμήνων, που προβλέπεται από τον οργανισμό κάθε φορέα εκπαίδευσης και σε καμία περίπτωση πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους".
Επίσης, με το άρθρο 34, όπως η περίπτωση α' αυτού διορθώθηκε ως άνω με το άρθρο 1 παρ.12β του ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α'21/21-2-2016), καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του "οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, με την επιφύλαξη ...., και 32 με την επιφύλαξη της παραγράφου β' του άρθρου 33 του παρόντος.
Το δε τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρο 32 του ν.4024/2011- που δεν αφορούσε κατ' αρχήν τους ιατρούς του ΕΣΥ σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση και-η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με την παρ. β' του άρθρου 33 του ν.4354/2015, προβλέπει ότι επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις-δηλαδή εκείνες τις γενικές ή ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα του συγκεκριμένου Κεφαλαίου (εδ.α')- και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις, με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17, το οποίο ορίζει ουσιαστικά ό,τι και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 του ν.4354/2015.
Έτσι, με τον ν. 4354/2015 προσδιορίζεται η έννοια και το περιεχόμενο της οικογενειακής παροχής, από την έναρξη ισχύος του, και η σχετική αξίωση των εφεσιβλήτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του, ανεξαρτήτως του εάν με τον προγενέστερο ν.4024/2011 είχε διατηρηθεί η όχι αυτή, όπως προβλεπόταν από το άρθρο 11 παρ.1 α' του ν.3205/2003 κατά παραπομπή από το άρθρο 44 παρ.Α αρ.5 αυτού, και επομένως, η σχετική κρίση δεν επηρεάζει την προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, αφενός μεν δεν υπάρχει συνάφεια προς το ζήτημα που έκρινε η άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, αφετέρου δε, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε στους εφεσίβλητους, που ήταν νυμφευμένοι, το ποσό των 35 ευρώ ως οικογενειακή παροχή, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, δεκτού γενομένου του έβδομου λόγου της έφεσης, ως βάσιμου και κατ' ουσίαν.
Έτσι, υπό τα παραπάνω δεδομένα, οι εφεσίβλητοι ιατροί έπρεπε, με βάση τον βαθμό τους ως διευθυντών-με εξαίρεση την 19η εφεσίβλητη, επικουρική ιατρό-να λαμβάνουν [ως βασικό μισθό, κατ' άρθρο 43 παρ.1 του ν.3205/2003, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 6 Ν. 3754/2009 και ίσχυε με το άρθρο 2 Ν.3336/2005, άρθρο 11 του Ν. 3453/2006 και το άρθρο 1 παρ.1 περ.ιδ' Ν.3554/2007, και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ.2 άρθρου 55 Ν.3918/2011], [ως χρονοεπίδομα, κατ' άρθρο 44 παρ.Α αρ.1, σε συνδυασμό με 30 παρ.Α1 και 29 παρ.2 του ν.3205/2003], [ως επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και διδακτορικού τίτλου, κατ' άρθρο 44 παρ.
Α αρ.2 σε συνδυασμό με παρ.Α. 1 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003], [ως επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, κατ' άρθρο 44 παρ.Α αρ.3, όπως το εδάφιο δ' της παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 Ν.3754/2009, και τα ποσά που ορίζει μειώθηκαν με την παρ.23 περ.δ' του άρθρου 55 του Ν.4002/2011], [ως πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οικογενειακό επίδομα και επίδομα θέσης ευθύνης, κατ' άρθρο 44 παρ.
Α αρ. 5, 6 και 7 αντίστοιχα, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 1 α. του ν.3205/2003 και ήδη το άρθρο 7 παρ.2 περ.γ' του ν.4354/2015, όπως το πρώτο εδάφιο της περ.7 (που προφανώς εκ λάθους αναφέρεται ως περ.6) αντικαταστάθηκε με την παρ.33 του άρθρου 66 του Ν.3984/2011]: 1) ως βασικό μισθό, το ποσό των 2.054 ευρώ, 2) για επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών ιατρικού έργου, το ποσό των 291,46 ευρώ, 3) για πάγια αποζημίωση συμμετοχής σε σεμινάρια-ενημέρωσης βιβλιοθήκης, το ποσό των 274,45 ευρώ, 4) για επίδομα θέσης, το ποσό των 62,4 ευρώ, 5) για κάθε ανήλικο τέκνο το ποσό των 18 ευρώ, με βάση το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, 6) για επίδομα μεταπτυχιακού, το ποσό των 45 ευρώ, 7) χρονοεπίδομα υπολογιζόμενο κάθε φορά στον βασικό μισθό του πρωτόδικη, ενώ δεν δικαιούνται επίδομα γάμου και η οικογενειακή παροχή, διαμορφώνεται, κατά τα προεκτεθέντα ανάλογα με τον αριθμό των τυχόν ανηλίκων τέκνων τους.
Έτσι, έπρεπε να λαμβάνουν συνολικά το ποσό των (2.054 + 291,46 + 274,45 + 62,5) 2.682,41 ευρώ, και επιπροσθέτως, αναλόγως της οικογενειακής κατάστασης (τέκνων) και των σπουδών καθενός, τα αντίστοιχα επιδόματα, καθώς και χρονοεπίδομα, ανάλογο των ετών της πραγματικής του προϋπηρεσίας. Όπως, περαιτέρω, αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.
πρωτ. 60037/30-11-2018 βεβαίωση της εναγομένης, η κατάταξη των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4472/2017, υλοποιήθηκε, βάσει των ατομικών δελτίων κατάταξης που εκδόθηκαν από τη Διεύθυνση Προσωπικού, τον Σεπτέμβριο του έτους 2018, ενώ μέχρι τότε αμείβονταν με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012, ειδικά δε ο 7ος και η 19η εξακολουθούσαν να αμείβονται με βάση τις τελευταίες αυτές διατάξεις και μετά τη συζήτηση της αγωγής, ενώ η κατάταξη της 8ης, 22ης,25ης και 26ης υλοποιήθηκε τον Νοέμβριο του έτους 2018.
Συνακόλουθα, οι ενάγοντες, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2016 και μέχρι την ημερομηνία που αναγράφεται ειδικότερα για καθέναν, σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις, δικαιούνταν κατά μήνα τα ακόλουθα ποσά: 1) Ο 2ος ενάγων (Α. Β.) νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 10 συνολικά διετίες), 3.591,79 [2.682,31 + 909,48 (2.067 Χ 44 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.613,72 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 978,07 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8- 2018 το ποσό των 25.429,82 (978,07 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 26.339,82 που του επιδίκασε η εκκαλουμένη. 2) Ο 3ος ενάγων (Σ.
Γ.), νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 33 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3.922,51 [2.682,31 + 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.686,86 (834,11 Χ 26) ευρώ και όχι 26.339,82 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη. 3) Η 4η ενάγουσα (Σ.
Γ.), με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3.922,51 [2.682,31 + 35 + 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.686,86 (834,11 Χ 26) ευρώ, και όχι των 22.596,6 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 4) Ο 7ος ενάγων (Μ.
Θ.), νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3.940,51 [2.682,31 + 18, κατά το αίτημα της αγωγής, 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγόμενη το ποσό των 3.106,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως και τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (4-12- 2018) και όχι μέχρι τις 19-12-2018, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το ποσό των 24.297,62 (834,11 Χ 29,13 μήνες) ευρώ αντί του εσφαλμένου των 25.734,34 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 5) Η 8η ενάγουσα (Π.
Κ.), νυμφευμένη, με δύο προστατευόμενα, με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44% (4% για την πρώτη διετία και 4% για κάθε μία από τις 10 επόμενες), 3.672,79 [2.682,31 + 36, κατά το αίτημα της αγωγής, + 45 +909,48 (2.067 Χ 44 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.694,72 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 978,07 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 27.385,96 (978,07 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 28.365,96 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 6) Ο 12ος ενάγων (Γ.
Κ.), νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 33 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (60%), 3.922,51 [2.682,31 + 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.686,86 (834,11 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 7) Ο 13ος ενάγων (Ι.
Λ.). νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3.839,83 [2.682,31 + 1.157,52 (2.067 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.025,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 814,63, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.180,38 (814,63 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 8) Ο 15ος ενάγων (Α.
Μ.). νυμφευμένος, και με συνολική προϋπηρεσία 22 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 44% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 10 συνολικά διετίες), 3.591,79 [2.682,31 + 909,48 (2.067 Χ 44%)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.613,72 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 978,07 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018, το ποσό των 25.429,82 (978,07 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 26.339,82 που του επιδίκασε η εκκαλουμένη. 9) Ο 17ος ενάγων (Μ.
Ο.-Σ.), νυμφευμένος και με δύο προστατευόμενα τέκνα, και με συνολική προϋπηρεσία 29 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 28 συνολικά διετίες), 3.958,51 [2.682,31 + 36, κατά το αίτημα της αγωγής, + 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.124,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.686,86 (834,11 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 10) Ο 18ος ενάγων (Α.
Π.). νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), [2.682,31 + 1.157,52 (2.067 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.025,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 814,63 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8- 2018 το ποσό των 21.180,38 (814,63 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 11) Η 19η ενάγουσα (Ι.
Π.). με συνολική προϋπηρεσία 9 ετών, η οποία, ως επικουρική, έπρεπε να λαμβάνει τις αποδοχές του Επιμελητή Β' του Ε.Σ.Υ, δηλαδή το ποσό των 1.468 ως βασικό μισθό, των 251,94 ευρώ ως επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, των 237,21 ευρώ, ως επίδομα βιβλιοθήκης, των 36 ευρώ για δύο προστατευόμενα τέκνα, κατά το σχετικό αγωγικό αίτημα, και το ποσό των 413,40 (2.067 Χ 20 %) ευρώ ως χρονοεπίδομα, με ποσοστό 20% (4% για το πρώτο έτος και από 4% για κάθε μία από τις επόμενες 10 διετίες), δηλαδή συνολικά των 2.406,55 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 1.994,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 412,35 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (4-12-2018) και όχι μέχρι τις 19-12-2018, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το ποσό των 12.011,75 (412,35 Χ ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 13.246,03 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη, 12) Ο 20ος ενάγων (Γ.
Π.). νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενα τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 28 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3.857,83 [2.682,31 + 18, κατά το αίτημα της αγωγής + 1.157,52 (2.067 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 814,63 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.180,38 (814,63 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 13) Η 22η ενάγουσα (Α.
Σ.). νυμφευμένη, με διδακτορικό τίτλο και συνολική προϋπηρεσία 20 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 40% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 9 συνολικά διετίες), 3.584,11 [2.682,31 + 75 + 826,80 (2.067 Χ 40 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.068,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 1.515,91 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 42.445,48 (1.515,91 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 43.425,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 14) Ο 23ος ενάγων (Γ.
Σ.), νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 28 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3.839,83 [2.682,31 + 35 + 1.157,52 (2.067 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 796,63 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 20.712,38 (796,63 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 21.622,38 ευρώ, που δέθηκε η εκκαλουμένη. 15) Ο 24ος ενάγων (Λ.
Σ.). νυμφευμένος, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 27 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 56% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 13 συνολικά διετίες), 3.857,83 [2.682,31 + 18 κατά το αίτημα της αγωγής + 1.157,52 (2.067 Χ 56 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.043,20 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 814,63 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.180,38 (814,63 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.090,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 16) Η 25η ενάγουσα (Ε.
Φ.), νυμφευμένη, με ένα προστατευόμενο τέκνο, και με συνολική προϋπηρεσία 24 ετών, και, επομένως, ποσοστό χρονοεπιδόματος 48% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 11 συνολικά διετίες), 3.692,47 [2.682,31 + 18 κατά το αίτημα της αγωγής + 992,16 (2.067 Χ 48 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.692,24 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 1.000,23 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7- 2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 28.006,44 (1.000,23 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 28.986,44 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 17) Η 26° ενάγουσα (Π.
Χ. - Κ.). νυμφευμένη και με συνολική προϋπηρεσία 30 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος ήτοι 60% (4% για το πρώτο έτος και 4% για κάθε επόμενη από τις 14 συνολικά διετίες), 3.922,51 [2.682,31 + 1.240,2 (2.067 Χ 60 %)] ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-10-2018 το ποσό των 23.355,08 (834,11 Χ 28) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 24.335,08 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη.
και 18) Ο 27ος ενάγων (Α. Χ.), νυμφευμένος και με συνολική προϋπηρεσία 36 ετών, και, επομένως, το ανώτατο ποσοστό χρονοεπιδόματος, 3.922,51 [2.682,31 + 1.240,2 (2.067 Χ 60%)[ ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.088,40 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 834,11 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2016 έως τις 31-8-2018 το ποσό των 21.686,86 (834,11 Χ 26) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 22.596,86 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη.
Επομένως, ο ένατος λόγος με τον οποίο η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλουμένη για τον λόγο ότι επιδίκασε στους ενάγοντες οφειλόμενες αποδοχές και μετά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (4-12-2018) ενώ αυτές δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και συγκεκριμένα μέχρι τις 19-12-2018, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ'ουσίαν.
Πλέον αυτών οι εφεσίβλητοι με βάση τις αποδοχές που τους κατέβαλε η εκκαλούσα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.4472/2017, δικαιούνται: 1) Ο 2ος ενάγων το ποσό των 3.591,79 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.739 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 852,79 ευρώ και κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, 605,87 ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12- 2018 το ποσό των 1.896,37 (605,87 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 2.187,19 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 2) Ο 3ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 3) Η 4η ενάγουσα, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 4) Η 8η ενάγουσα, το ποσό των 3.672,79, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.784 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 888,79 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.004,33 (888,79 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.487,30 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 5) Ο 12ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.137,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 6) Ο 13ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 864,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.706,91 (864,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.248,38 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 7) Ο 15ος ενάγων, το ποσό των 3.591,79 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.848 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 743,79 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12- 2018, το ποσό των 2.328,06 (743,79 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 2.811.43 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 8) Ο 17ος ενάγων, το ποσό των 3.958,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 919,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.878,06 (919,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.445,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 9) Ο 18ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 864,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.706,91 (864,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.248,48 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 10) Ο 20ος ενάγων, το ποσό των 3.857,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 818,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.562,93 (818,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.082,32 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 11) Η 22° ενάγουσα, το ποσό των 3.584,11 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.612 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 972,11 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12- 2018 το ποσό των 1.098,48 (972,11 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.621.44 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 12) Ο 23ος ενάγων, το ποσό των 3.839,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.039 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 800,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.506,59 (800,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.017,34 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 13) Ο 24ος ενάγων, το ποσό των 3.857,83 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.975 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 882,83 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2018 έως τις 4-12- 2018 το ποσό των 2.763,25 (882,83 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.313,36 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 14) Η 25η ενάγουσα, το ποσό των 3.692,47 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 2.784 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 908,47 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11-2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 1.026,57 (908,47 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.518,98 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 15) Η 26η ενάγουσα, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-11- 2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 926,04 (819,51 Χ 1,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 1.375,76 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη. 16) Ο 27ος ενάγων, το ποσό των 3.922,51 ευρώ, ενώ ελάμβανε από την εναγομένη το ποσό των 3.103 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 819,51 ευρώ και συνολικά για το χρονικό διάστημα από την 1-9- 2018 έως τις 4-12-2018 το ποσό των 2.565,06 (819,51 Χ 3,13) ευρώ, αντί του εσφαλμένου των 3.084,78 ευρώ, που δέχθηκε η εκκαλουμένη.
Να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα, τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και γνωρίζει τα έτη προϋπηρεσίας, την οικογενειακή κατάσταση και τα ποσά που καταβάλλονταν στους ενάγοντες κατά τις προαναφερθείσες χρονικές περιόδους, αφού με βάση τα στοιχεία αυτά υπολόγιζε και η ίδια τον καταβαλλόμενο μισθό τους, δεν αμφισβήτησε τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς, συναγόμενης εντεύθεν ορθώς από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σιωπηρής ομολογία της, και ως εκ τούτου απορριπτέοι τυγχάνουν ο έκτος και ο δέκατος λόγος της έφεσης ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, τα συνολικά ποσά που δικαιούνται οι ενάγοντες, για όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ανέρχονται: Ο 2ος το ποσό των 27.326,19 (25.429,82 + 1.896,37) ευρώ, ο 3ος, το ποσό των 24.251,92 (21.686,86 + 2.565,06) ευρώ, η 4η , το ποσό των 24.251,92 (21.686,86 + 2.565,06) ευρώ, ο 7ος , το ποσό των 24.297,62 ευρώ η 8η, το ποσό των 28.390,29 (27.385,96 + 1.004,33) ευρώ, ο 12ος, το ποσό των 24.251,92 (21.686,86 + 2.565,06) ευρώ, ο 13ος, το ποσό των 23.887,29 (21.180,38 + 2.706,91) ευρώ, ο 15ος, το ποσό των 27.757,88 (25.429,82 + 2.328,06) ευρώ, ο 17ος, το ποσό των 24.564,92 (21.686,86 + 2.878,06) ευρώ, ο 18ος, το ποσό των 23.887,29 (21.180,38 + 2.706,91) ευρώ, η 19η, το ποσό των 12.011,75 ευρώ, ο 20ος, το ποσό των 23.743,31 (21.180,38 + 2.562,93) ευρώ, η 22^, το ποσό των 43.543,96 (42.445,48 + 1.098,48) ευρώ, ο 23ος, το ποσό των 23.218, 97 (20.712,38 + 2.506,59) ευρώ, ο 24ος, το ποσό των 23.943,63 (21.180,38 + 2.763,25) ευρώ, η 25Π, το ποσό των 29.033,01 (28.006,44 + 1.026,57) ευρώ, η 26η, το ποσό των 24.281,12 (23.355,08 + 926,04) ευρώ και ο 27ος, το ποσό των 24.251,92 (21.686,86 + 2.565,06) ευρώ.
Από τα ποσά αυτά κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ ΟΙΚ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ.1 του ν.4575/2018 ΦΕΚ Α 192/14.11.2018), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν. 4589/2019, και το οποίο προβλέπει για τους ιατρούς, οδοντιάτρους κλπ του Ε.Σ.Υ., ότι για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις, και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012, και ότι το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016, ενώ ο χρόνος, η διαδικασία, οι προβλεπόμενες από τις κείμενες διατάξεις κρατήσεις και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα σχετικά με την καταβολή του ποσού της προηγούμενης παραγράφου, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, καταβλήθηκαν τα ακόλουθα ποσά, ώστε τα τελικώς καταβλητέα σε αυτούς, κατόπιν συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις τους έναντι της εκκαλούσας, κατά τον σχετικό, επιτρεπτώς προβαλλόμενο με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρισμό της, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 527 αρ.2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, να διαμορφώνονται ως εξής :
Στον 2° καταβλήθηκε το ποσό των 10.405,20 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 16.920,99 (27.326,19 - 10.405,20) ευρώ, στον 3°, καταβλήθηκε το ποσό των 21.493,68 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 2.758,24 (24.251,92 - 21.493,68) ευρώ, στην 4η, καταβλήθηκε το ποσό των 15.635,86 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 8.616,06 (24.251,92- 15.635,86) ευρώ, στην 8η, καταβλήθηκε το ποσό των 14.281,56 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 14.108,73 (28.390,29 -14.281,56) ευρώ, στον 12°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.974,44 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 8.277,48 (24.251,92- 15.974,44) ευρώ, στον 13°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.297,28 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά των 8.590,01 (23.887,29 + 15.297,28) ευρώ, στον 15°, καταβλήθηκε το ποσό των 10.405,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 17.352,68 (27.757,88 -10.405,20) ευρώ, στον 17°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.297,28 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 9.267,64 (24.564,92 - 15.297,28) ευρώ, στον 18°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.297,28 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 8.590,01 (23.887,29 - 15.297,28) ευρώ, στη 19η, καταβλήθηκε το ποσό των 5.181,24 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 6.830,51 (12.011,75 - 5.181,24) ευρώ, στον 20°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.297,28 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 8.446,03 (23.743,31 - 15.297,28) ευρώ, στην 22Π, καταβλήθηκε το ποσό των 10.405,20 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 33.138,76 (43.543,96 - 10.405,20) ευρώ, στον 23°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.635,86 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 7.583,11 (23.218, 97-15.635,86 ) ευρώ, στον 24°, καταβλήθηκε το ποσό των 15.297,28, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 8.646,35 (23.943,63 - 15.297,28) ευρώ, και στην 26η καταβλήθηκε το ποσό των 21.493,68 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά των 2.787,44 (24.281,12 - 21.493,68) ευρώ.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη αναγνωρίζοντας ότι η εκκαλούσα οφείλει στους εφεσίβλητους, στον 2°, το ποσό των 28.527,01 ευρώ, στον 3°, το ποσό των 29.424,69 ευρώ, στην 4η, το ποσό των 25.681,64 ευρώ, στον 7°, το ποσό των 25.734,34, στην 8η, το ποσό των 29.853,26 ευρώ, στον 12°, το ποσό των 25.734,34 ευρώ, στον 13°, το ποσό των 25.338,76 ευρώ, στον 15°, το ποσό των 29.151,25 ευρώ, στον 17°, το ποσό των 26.042,64 ευρώ, στον 18°, το ποσό των 25.338,86 ευρώ, στην 19η, το ποσό των 13.246,03 ευρώ, στον 20°, το ποσό των 25.172,70 ευρώ, στην 22η, το ποσό των 45.046,92 ευρώ, στον 23°, το ποσό των 24.639,72 ευρώ, στον 24°, το ποσό των 25.403,74 ευρώ, στην 25°, το ποσό των 30.505,42 ευρώ, στην 26η το ποσό των 25.710,84 ευρώ και στον 27°, το ποσό των 25.681,64 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, ως εν μέρει βάσιμοι και κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή, του έβδομου και ένατου λόγου της έφεσης, και του τρίτου πρόσθετου λόγου αυτής...... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ως κατ' ουσίαν βάσιμους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.
I. Επί της από 16.9.2022 αίτησης αναίρεσης και επί των από 26.1.2023 πρόσθετων λόγων του αναίρεσείοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου).
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της ΐ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν.1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν.2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, όπως είναι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (άρθ. 1 παρ.2 του Ν.3329/2005), με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 εδ.α - δ του Ν.4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/ μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. 15 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "(1). Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/ μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου.
Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν.1599/1986 (Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε. υποδοχής, εντός τριών ημερών.
Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως. (2). Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. (3).
Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. (4). Οι πράξεις μετάταξης/ μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί/ οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν.3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν.3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν/ μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν.4238/2014.
Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2004), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/ μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό/ οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.
Τέλος με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Επομένως ναι μεν, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί/ μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, πλην όμως καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν προβλέπει ρητώς τη μετατροπή των οργανικών θέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ως άνω ιατρών/ οδοντιάτρων [οι οποίοι μέχρι τότε υπηρετούσαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αρχικά στο Ι.Κ.Α- Ε.Τ.Α.Μ.
και στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ακολούθως εντάχθηκαν κατά τα ανωτέρω σε μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας των ΔΥΠε], σε μόνιμες οργανικές θέσεις ιατρών/ οδοντιάτρων δημοσίου δικαίου, μετά την αξιολόγηση και κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/ οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. για τη σύσταση των οποίων (μόνιμων θέσεων) άλλωστε απαιτείται ειδική νομοθετική πρόβλεψη, κατά το άρθρο 103 παρ.2 εδ.α του Συντάγματος.
Αντιθέτως η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.4238/2014 ρητώς ορίζει ότι η ως άνω μετάταξη/ μεταφορά των ιατρών/ οδοντιάτρων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) λαμβάνει χώρα "με την ίδια εργασιακή σχέση" σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ήτοι για μεν τους μόνιμους σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου, για δε τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Για το λόγο αυτό άλλωστε η με αριθ. Γ.Π. οικ/18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν διαχώρισε αριθμητικά τις συσταθείσες 9.930 θέσεις σε θέσεις μόνιμου προσωπικού και σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, αφού κατά την έκδοσή της ήταν άδηλος ο αριθμός των ιατρών/ οδοντιάτρων- μόνιμων και Ι.Δ.Α.Χ.- που θα εντάσσονταν σε αντίστοιχες θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ. (ΑΠ 535/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. (ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 4 (και όχι από τους αριθμούς 1, 11 και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, επικαλούμενη ότι μετά την αξιολόγηση και ένταξη των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ιατρών σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.
με την με αριθ. ΔΑΑΔ 25913/35556/2.12.2014 (ΦΕΚ Β 3577) απόφαση του Διοικητή του αναίρεσείοντος, αυτοί συνδέονται έκτοτε με αυτόν με σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς, απορρίπτοντας τον περί ελλείψεως δικαιοδοσίας λόγο της από 24.10.2019 έφεσης αυτού.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που κατά το αναιρεσείον μετέτρεψαν σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου εκείνες των αναιρεσίβλητων ιατρών, είναι αβάσιμος, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθούν και μετά την ανωτέρω ένταξή τους να συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, η οποία αφορά την καταβολή μισθολογικών διαφορών στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους από την εργασία τους, ως ιατρών σε μονάδες υγείας του αναιρεσείοντος.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ορθώς κατά νόμο έκρινε και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ.5 ορίζει ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους [...].
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας [...]. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης", στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια συνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος [...]" και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας [...]".
Από το συνδυασμό των συνταγματικών αυτών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προωθήσεως διαρθρωτικών μέτρων και της εισπράξεως των φορολογικών εσόδων, από την μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών, από την ασυνέπεια των οποίων, κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων προκαλείται σε μεγάλο βαθμό η δυσμενής οικονομική συγκυρία (βλ.
ΣτΕ Ολομ. 431/2018, 3372-3373/2015, 2193/2014, 668/2012, Ε.Σ.Ολομ. 7412/2015, 4327/2014). Επίσης, το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ. 5, η οποία προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 με το Ψήφισμα της 06.04.2001 της ΐ Αναθεωρητικής Βουλής (Α' 84), ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας [...]", στο άρθρο 21 παράγρ. 3 ότι "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών [...]" και στο άρθρο 22 παράγρ. 5, όπως η παράγρ.
αυτή αναριθμήθηκε με την αναθεώρηση του 2001 ότι "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣΕ 3802/2014 Ολομ.
σκ. 15, 9/2016 7μ. σκ. 4, 2381/2016 σκ. 7), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφ' όσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών. Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας (βλ.
ΣΕ 3962/2014 Ολομ., 1812/2013). Εν όψει των ανωτέρω επιταγών του Συντάγματος, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου.
Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο ν.1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΑΊ43), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής καταστάσεως και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν.1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν.3205/2003 (Α\ 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των γιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων.
Κατά την εισηγητική έκθεση (σελ.29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείρισή τους από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε, από την ανάγκη να εξασφαλιστεί στο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ένα εισόδημα που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην επιτέλεση του έργου του, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των ιατρών ελήφθησαν υπόψη, (α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, (β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο γιατρό η άσκηση του λειτουργήματος του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του, την ίδια του τη ζωή, (γ) η ανάγκη και η υποχρέωση του γιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, (δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του γιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, (ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, (στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, (ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης, χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του Νόμου, αλλά κύρια, η υποχρέωση του γιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του γιατρού, (η) οι πάγιες ανάγκες του γιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά σε ιατρικά θέματα, (θ) η δεοντολογική υποχρέωση του γιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, (ι) η απαγόρευση του γιατρού ν' ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα, περιορισμός που δεν ισχύει για κανένα κλάδο.
Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Ειδικότερα, ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των γιατρών Ε.Σ.Υ. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Επιμελητή Β', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 του ν.3205/2003 συντελεστές, για Διευθυντή, Επιμελητή Α' 1,20, Επιμελητή Β' και Επιμελητή Γ' και ειδικευόμενο 0,70.
Ο βασικός μισθός του Επιμελητή Β" ορίστηκε αρχικά σε 1.042 ευρώ, σε 1.080 ευρώ από 01.01.2005 με το άρθρο 2 του ν.3336/2005 (Α\ 96), σε 1.112 ευρώ από 01.01.2006 με το άρθρο 11 του ν.3453/2006 (Α\ 74) και σε 1.151 ευρώ από 01.01.2007 με το άρθρο 1 περ. ιδ του ν.3554/2007 (Α\ 80). Ακολούθως, από 01.01.2009 με το άρθρο 6 του ν.3754/2009 (Α', 43) ορίστηκαν οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου γιατρών του Ε.Σ.Υ.
ως ακολούθως: του Διευθυντή σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α', σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.468 ευρώ και του ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ. Οι εν λόγω βασικοί μηνιαίοι μισθοί διατηρήθηκαν ίδιοι και με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν.3918/2011 (Α\ 31), με την οποία προστέθηκε και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Συντονιστή Διευθυντή, ο οποίος ορίστηκε σε 2.055 ευρώ.
Εξάλλου, πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν.3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν.3754/2009: (α) επίδομα χρόνου υπηρεσίας, (β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, (γ) επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου, το οποίο οριζόταν για το Διευθυντή σε 450 ευρώ, τον Επιμελητή Α1 σε 389 ευρώ, τον Επιμελητή Β' σε 327 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 355 ευρώ, (δ) πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, η οποία οριζόταν για το Διευθυντή σε 339 ευρώ, τον Επιμελητή Α' σε 293 ευρώ, τον Επιμελητή Β" σε 247 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 185 ευρώ, (στ) οικογενειακή παροχή, (ζ) επίδομα θέσεως ευθύνης για τους Διευθυντές 235 ευρώ και τους Επιμελητές Α\ εφόσον τους απονέμεται ο τίτλος του Αναπληρωτή Διευθυντή (40% ευρώ).
Ακολούθως, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ, υπέστησαν διαδοχικώς τις παρακάτω μειώσεις στις αποδοχές τους: I. Με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Κεφαλαίου Α' με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και εισοδηματική πολιτική έτους 2010" του ν.3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α', 40/15.3.2010) ορίστηκε ότι: "2.
Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%). [...] και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. [...] 3. (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 90 του ν.3842/2010, Α', 58).
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: (α) οικογενειακής παροχής (άρθρο 44 παρ. Α5), (β) χρόνου υπηρεσίας (άρθρο 44 παρ. ΑΙ), (γ)..., (ι) μεταπτυχιακών σπουδών (άρθρο 44 παρ. 2), (ια) ...". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 του ν.3833/2010 άρχισαν να ισχύουν από 01.01.2010, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, ενόψει δε τούτου ορίστηκε με την παρ.9 του ίδιου άρθρου 1 ότι "Τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 01.01.2010 μέχρι την εφαρμογή του νόμου αυτού παρακρατούνται από τη μισθοδοσία των επόμενων της ψήφισης του νόμου αυτού μηνών ως εξής: [...]".
Με το άρθρο τρίτο, με τίτλο "Μέτρα για τη μείωση των δημόσιων δαπανών" του ν.3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α\ 65/6.5.2010) ορίστηκε ότι: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.3833/2010 μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%). 2.
Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν.3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 3.... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπάλληλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 ...
καθορίζονται ως εξής: (α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. (β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. (γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000 ευρώ), με ανάλογη μείωση τους. 7.... 8.... 9....".
Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν.3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015" (Α\ 152/1.7.2011) ορίστηκε ότι: "Αναστέλλονται από 01.07.2011 και μέχρι τη θέσπιση νέου ενιαίου μισθολογίου: α) Οι διατάξεις ... της παραγράφου Α.1 του άρθρου 44 του ν.3205/2003 (που προβλέπουν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ.)...
β)...", οι διατάξεις δε του ανωτέρω άρθρου διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του άρθρου 27 του ν.4024/2011 (Α', 226), στην οποία, με το εδάφιο β' της περίπτωσης 38 της υποπαραγράφου ΓΙ της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, προστέθηκαν οι λέξεις "και μέχρι την τροποποίηση των διατάξεων του ΕΓ Μέρους του ν.3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια".
IV. Με το άρθρο 55 παρ. 23 ε' του ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - κ.λπ." (Α', 180/22.8.2011) μειώθηκε από 01.07.2011 περαιτέρω κατά ποσοστό 20% το προβλεπόμενο από την παρ. Α.3 του άρθρου 44 του ν.3205/2003 επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, όπως είχε διαμορφωθεί.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας "κρίνεται αναγκαία η μείωση των επιδομάτων που λειτουργούν ως κίνητρο απόδοσης ή ταχύτερης διεκπεραίωσης ή ειδικής απασχόλησης του έργου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης και του περιορισμού του μισθολογικού κόστους, με τελικό στόχο τη μείωση των δημοσίων δαπανών".
Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν.4052/2012 μειώθηκε, από 01.01.2012, ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού, ενώ με την ίδια διάταξη μειώθηκε, από 01.01.2012, και το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. (με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ") της παραγράφου Γ (με τίτλο "ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ") του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α'/12.11.2012) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως "ειδικά μισθολόγια", με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων.
Ειδικότερα, με την περίπτωση 1 της ανωτέρω υποπαραγράφου (Γ1) ορίστηκε ότι "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη για λειτουργούς καταργούνται από 01.02.2013", ενώ με την περίπτωση 27 της ως άνω υποπαραγράφου αντικαταστάθηκαν από 01.08.2012 οι διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 του ν.3205/2003 και επήλθαν περαιτέρω μειώσεις στις αποδοχές των γιατρών του Ε.Σ.Υ., με τη μείωση του βασικού μισθού όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου ν (περ. 27.α), τη μείωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 3, 4, και 6 του άρθρου 44 του ν.3205/2003 επιδομάτων και αποζημιώσεων (επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης και επίδομα θέσεως ευθύνης, αντίστοιχα) (περίπτ. 27.β.
και 27.γ.), τη μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών, τη μείωση της προσαύξησης ενεργού εφημερίας που καταβάλλεται στους Διευθυντές του Ε.Σ.Υ. και τον καθορισμό προσαύξησης ενεργού εφημερίας 30 ευρώ αδιακρίτως για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας (περίπτ. 27.δ.), τη μείωση της αποζημίωσης εφημεριών που καταβάλλεται στους Συντονιστές Διευθυντές των Νοσοκομείων της Α" Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων (περίπτ. 27.ε.) και, τέλος, την, συνεπεία των ανωτέρω ρυθμίσεων, μείωση της αμοιβής της μικτής εφημερίας (περ. 27.
στ.). Ειδικότερα, στην εν λόγω περίπτωση 27 ορίζονται τα εξής: "α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν.3205/2003, αντικαθίσταται από 01.08.2012 ως εξής: 1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά: (α) Συντονιστής Διευθυντής 1.665 € (β) Διευθυντής 1.580 € (γ) Επιμελητής Α' 1.513 € (δ) Επιμελητής Β' 1.321 € (ε) Ειδικευόμενος 1.007 €.
β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν.3205/2003, αντικαθίστανται από 01.08.2012 ως εξής: "3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό, ως εξής: (α) Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 € (β) Επιμελητής Α' 205 € (γ) Επιμελητής Β' 174 € (δ) Ειδικευόμενος 190 €. 4.
Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής: (α) Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 € (β) Επιμελητής Α' 195 € (γ) Επιμελητής Β' 164 € (δ) Ειδικευόμενος 123 €". γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν.3205/2003, αντικαθίσταται, από 01.08.2012, ως εξής: "6. θέσης - Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ ...".
Από τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-37 της υποπαραγράφου Γ. 1. της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, οι οποίες θεσπίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς (ΣτΕ Ολομ. 2192/2014, Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 668/2012, 1116/2014), ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει "συνεχή προβλήματα με τη φορολογική συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, για την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο υπαλλήλων και λειτουργών με βάση "ειδικά μισθολόγια"- οι πρώτες περικοπές των οποίων είχαν επιβληθεί με τους νόμους 3833 και 3845/2010, κατ' επίκληση, τότε, του κίνδυνου χρεωκοπίας της χώρας- ενόψει, προφανώς, του ότι το μέτρο αυτό, εν αντιθέσει με την είσπραξη των φορολογικών εσόδων, μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως και έχει άμεσα αποτελέσματα, αφού με την ψήφιση του προβλέποντος τη μείωση νόμου καταβάλλονται αμέσως μειωμένες οι αποδοχές.
Εξάλλου, αν και καθένα από τα μισθολόγια αυτά αφορούσε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με διαφορετικά καθήκοντα και αποστολή, μεταξύ δε αυτών περιλαμβανόταν και το μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ο νομοθέτης αντιμετώπισε όλα αυτά τα μισθολόγια συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, ως σύνολο λαμβανόμενο, να μειωθεί κατά ποσοστό 10% στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημοσίου χρέους.
Από τα δεδομένα αυτά, τα οποία επιβεβαιώνονται, άλλωστε, και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν.4093/2012 συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης, χωρίς να λάβει υπόψη του τους λόγους, για τους οποίους είχε θεσπισθεί ιδιαίτερο μισθολόγιο για καθεμία από τις κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, στους οποίους αφορούσαν τα ανωτέρω "ειδικά μισθολόγια", προέβη σε μείωση αυτών, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης σε κάθε μισθολόγιο και σε κάθε βαθμό εντός του αυτού μισθολογίου, στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων αποδοχών.
Με βάση το κριτήριο αυτό συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης (άνω δηλαδή του 10%, το οποίο εξελήφθη ως μέσος όρος για τις μειώσεις σε όλα τα μισθολόγια) στα μισθολόγια, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν γενικώς μαθηματικώς υψηλότερο, και μικρότερο σε εκείνα, στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς μικρότερο, εντός δε του ίδιου μισθολογίου μείωσε κατά μεγαλύτερο ποσοστό τις αποδοχές των κατεχόντων τους ανώτερους και ανώτατους βαθμούς λειτουργούς και υπαλλήλους (βλ.
και την αναφορά, στο προσαρτώμενο ως Παράρτημα VI στο ν. 4046/12 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, ότι θα προστατευθούν όσοι "είναι στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες" Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014). Με βάση αυτό το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο ο νομοθέτης καθόρισε τις μειώσεις που επέφερε και στο μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., και ειδικότερα στο ύψος του βασικού μισθού όλων των κλάδων της ιεραρχίας τους, καθώς και στο ύψος του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου και της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης.
Στις μειώσεις αυτές πρέπει να συνυπολογιστεί η αναστολή, κατά το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 01.08.2012, της χορήγησης των αυξήσεων του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων (άρθρο 38 παρ. 2 και 5 του ν.3986/2011) και, τέλος, η κατάργηση, με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Γ.1.
της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν. Παράλληλα, οι γιατροί του Ε.Σ.Υ. υπεβλήθησαν, και στο σύνολο των γενικής φύσης οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολογήτου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του ν.3986/2011, 1 επ.
του ν.3842/2010, 38 του ν.4024/2011 κ.ά.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν.3986/2011), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ.
του ν.3833/2010, 34 του ν.3986/2011 κ.ά.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν.3986/2011), καθώς και η σταδιακή αύξηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων και η επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών (άρθρα 33 του ν.3986/2011, 53 του ν.4021/2011), κ.ά. . Εξάλλου, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν.4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με το ν.4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στα "ειδικά μισθολόγια" μεταξύ των οποίων το μισθολόγιο των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ελήφθησαν υπόψη και άλλα κριτήρια, πέραν του καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, πρόδηλα απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.
Ούτε προκύπτει ότι έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις στους αμειβόμενους με τα μισθολόγια αυτά, ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει, ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για αυτούς και ειδικότερα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ.
Δεν εξετάστηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των γιατρών του Ε.Σ.Υ. παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους (πρβλ. Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014, ΣτΕ Ολομ. 4741/2014). Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τα αναφερόμενα στο προσαρτημένο στο ν.4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, ένας εκ των λόγων, για τους οποίους είναι αναγκαία η λήψη νέων μέτρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των γιατρών του Ε.Σ.Υ., είναι και το γεγονός ότι δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξη των φορολογικών εσόδων ("συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση", "χαμηλή είσπραξη φόρων σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες").
Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., που επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά στις αποδοχές αυτών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεώς τους το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των αμειβόμενων με τα "ειδικά μισθολόγια", μεταξύ των οποίων και των γιατρών του Ε.Σ.Υ. (πρβλ.
ΣτΕ 431/2018, Ε.Σ. Ολομ. 4327/2014, 7412/2015). Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων στις προηγούμενες σκέψεις, οι κρίσιμες διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/ 83408/ 022/ 14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 01.08.2012, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις 4 παρ.5, 21 παρ.3 και 25 παρ.4 και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες (βλ.
Σ.τ.Ε. 431/2018 Ολομ., Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Επομένως, οι εν ενεργεία ιατροί του Ε.Σ.Υ. δικαιούνται την διαφορά μεταξύ των αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως 31.07.2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των ν.3833/2010, 3845/2010 κ.λ.π.) και των αποδοχών μετά τη μείωση του άρθρου 27 του ν.4093/2012. (Ολ.ΑΠ 4/2022) Άλλωστε, με το άρθρο παρ.1 II του ν.4575/2018, όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν.4589/2019 "Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014- έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημέριων, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.07.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012 (Ά 222).
Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016". Με το παραπάνω άρθρο II του ν.4575/2019, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των Ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν.4093/2012.
Με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν.4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
τίθεται αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν.4224/2013 (Αλ 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις...", ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.Πε", όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. 15 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) ορίσθηκε ότι, εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/ οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/ μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει [....]".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί/ οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν.3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν.3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν/ μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν.4238/2014.
Επίσης με το άρθρο 18 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Ένταξη και κατάταξη ιατρικού/οδοντιατρικού προσωπικού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας [Ε.Σ.Υ.]", ορίστηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/ μεταφοράς, το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου (Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας), ορίσθηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.), σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν.4224/2013 (Α' 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε.
του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 16 του ν.2592/1998 (Α* 57) και του π.δ.412/1998 (Α* 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε..
Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν.4071/2012 (Α' 85). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν.4224/2013 (Α' 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος.
Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους, Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία. (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΣτΕ 431/2018, ΑΠ 904/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τη νομική παραδοχή, ότι οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και στις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες.
Στη συνέχεια το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση αυτού, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι με βάση τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα οι αναιρεσίβλητοι γιατροί/οδοντίατροι δικαιούνται για το επίδικο διάστημα από 1.7.2016 έως 31.8.2018, (ο 4ος εξ αυτών Μ.
Θ. για το χρονικό διάστημα από 1.7.2016 έως 19.12.2018, η 5η Π. Κ. από 1.7.2016 έως 31.10.2018, η 11η Ι. Π. από 1.7.216 έως 4.12.2018, η 13η Α. Σ. από 1.7.2016 έως 31.10.2018, η 16η Ε. Φ. από 1.7.2016 έως 31.10.2018 και η 17η Π. Χ.- Κ. από 1.7.2016 έως 31.10.2018) τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν (μεταξύ άλλων) από τον μη συνυπολογισμό των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος ΓΙ περίπτωση 27 εδ.
α, β, γ του Ν.4093/2012 μειώσεων, λόγω της κατά τα άνω αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 27 εδ. α, β και γ του ν. 4093/2012 και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και αρχές, αναφορικά με τις αποδοχές που δικαιούνται μόνον εκείνοι από τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξής τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις οργανικές θέσεις του αναιρεσείοντος, στις οποίες είχαν μεταταχθεί/μεταφερθεί από 20.3.2014, όπως, άλλωστε αποφάνθηκε και η με αριθμό 4/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έλυσε μόνο το νομικό ζήτημα περί της μη συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ' υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 27 εδ.
α, β και γ του ν. 4093/2012, όσο η ως άνω διάταξη ήταν σε ισχύ, δηλαδή μέχρι την 31.12.2016, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα άρθρα 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικά Δημοσίου, ΝΠΔΔ- ΟΤΑ- ΕΛΑΣ κλπ" όπως είχαν αντικατασταθεί με τις επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις, καταργήθηκαν με το άρθρο 160 παρ. 1 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19.5.2017), η ισχύς του οποίου αρχίζει από 1.1.2017.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν.4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, και εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν.3833/2010 μείωση κατά 12% και ν.3845/2010 περαιτέρω μείωση κατά 8%, ν.4002/2011 μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν.4052/2012 μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημέριων από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των γιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του v. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ.
α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β1 του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3, και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς και της επιταγής της κρατικής μέριμνας για την υγεία των πολιτών και την απορρέουσα από την επιταγή αυτή ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2022, Σ.Τ.Ε 431/2018, Ολομ.
Ελ. Συν. 7412/2015 Ολομ.). Άλλωστε, δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του ν.4093/2012, καθ' όσον η ανάγκη της επίτευξης των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.
Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.
Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.
Τέλος, η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13.3.2012, με την οποία προβλέφθηκε "μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο", δεν έχει την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (ΟλΑΠ 4/2022, ΣτΕ. 4741/2014 Ολομ., 2192/2014, ΟλΕ.Σ. 4327/2014).
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει πως οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία ιατρών του Ε.Σ.Υ και μάλιστα αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ 5 και 25 παρ 4 και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ανωτέρω λόγο και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει (επικουρικώς) στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, εφόσον έκρινε ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις του αριθ. 27 της υποπαρ. ΓΙ της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 ήταν αντίθετες προς διατάξεις του Συντάγματος και επιδίκασε τις ούτω προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, εσφαλμένως στη συνέχεια δεν όρισε να επέλθουν οι συνέπειες της κρίσης της αυτής από τη δημοσίευση της 431/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβούλιου της Επικρατείας, που έκρινε αντισυνταγματικές τις ανωτέρω διατάξεις του ν.4093/2012 και έτσι παραβίασε τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, υποπίπτοντας στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες.
Ο ανωτέρω, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθότι η παρέχουσα την ανωτέρω ευχέρεια στο Συμβούλιο της Επικρατείας διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν.4274/2014, αφενός μεν δεν αφορά τους διαδίκους της συγκεκριμένης ακυρωτικής δίκης και όσους άλλους έχουν ασκήσει ήδη ένδικα βοηθήματα προς ακύρωση της διοικητικής πράξης, αφετέρου δε η θέσπισή της οφείλεται στην erga omnes αναδρομική ακύρωση της ισχύος της προσβληθείσας ατομικής ή κανονιστικής διοικητικής πράξης κατά το άρθρο 50 παρ. 1 του Π.Δ/τος 18/1989 και τις εξ αυτής προκύπτουσες επαχθείς για τον δημόσιο φορέα συνέπειες (ΟλΣτΕ 431/2018).
Τοιαύτη περίπτωση δεν συντρέχει επί πολιτικής δίκης, όπου η δεσμευτική ισχύς της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου είναι περιορισμένη στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, των καθολικών και ειδικών διαδόχων τους και ορισμένων ακόμη προσώπων (άρθ. 325 επόμ. ΚΠολΔ) και συνεπώς οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορεί να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως.
Ούτε με τη ρύθμιση αυτή παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Κατά συνέπεια, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμος, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος ούτε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν' αποφανθεί επ' αυτού και συνακόλουθα ο περί τούτου σχετικός λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 308/2020).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106,111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων) και καταβληθεισών κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα ή τη μεταβολή του ύφους των, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι προκύπτουσες από την αιτία αυτή διαφορές αποδοχών, μετ' αφαίρεση εκείνων που κατά τον ενάγοντα ήδη καταβλήθηκαν (ΑΠ 904/2022, ΑΠ 535/2020, ΑΠ 1004/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 27.7.2018 αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται το είδος της συνδέουσας τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ιατρούς, εργασιακής σχέσης αρχικά με το Ι.Κ.Α, ακολούθως με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και στη συνέχεια με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου, η ειδικότητα και ο βαθμός εκάστου εξ αυτών, ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτών σε μήνες στους πιο πάνω φορείς, ο χρόνος για την απόκτηση ειδικότητας και ο χρόνος υπηρεσίας αγροτικού ιατρού σε μήνες και συνολικά ο χρόνος προϋπηρεσίας εκάστου εξ αυτών σε έτη, το αναλογούν στα έτη αυτά ποσοστό χρονοεπιδόματος και το προκύπτον επίδομα χρόνου υπηρεσίας με βάση μισθό αναφοράς για τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος ύφους 2.067 ευρώ (βασικός μισθός πρωτοδίκη) για τον καθένα από αυτούς και, επί πλέον, παρατίθενται οι κατ' αυτούς οφειλόμενες αποδοχές ανά μήνα με αναφορά στον βασικό μισθό, τα επί μέρους επιδόματα [(νοσοκομειακής απασχόλησης, βιβλιοθήκης και θέσης διευθυντή, οικογενειακής παροχής 35 ευρώ), μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και τέκνων (για ορισμένους εξ αυτών) και χρόνου υπηρεσίας ανάλογα με την προϋπηρεσία τους], με βάση τα οριζόμενα από το Ν.3205/2003 χωρίς τις περικοπές του Ν.4093/2012, το προκύπτον άθροισμα καθώς και οι καταβληθείσες σε αυτούς επί το έλαττον αποδοχές ανά μήνα, ως και ούτω προκύπτουσα διαφορά ανά μήνα και, τέλος, το σύνολο των διαφορών μεταξύ οφειλομένων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2016 έως 19.5.2017 και από 19.5.2017 έως 19.12.2018, των οποίων διώκεται η επιδίκαση.
Επομένως, η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, δεν απαιτούταν δε περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου προσδιορισμού των επί μέρους κατά τα άνω ποσών, αφού μάλιστα τα ποσά αυτά είτε προσδιορίζονται σε ορισμένο ύφος απ' ευθείας από επί μέρους διατάξεις του νόμου (βασικός μισθός και επιδόματα, πλην επιδόματος χρόνου υπηρεσίας), είτε προκύπτουν με απλό μαθηματικό υπολογισμό (επίδομα χρόνου υπηρεσίας).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει ως ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας αυτής σχετικό λόγο της από 24.10.2019 έφεσης του τότε εκκαλούντος και ήδη αναίρεσείοντος, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 19 του ιδίου άρθρου) τρίτος λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Με τον έκτο κατά το πρώτο σκέλος από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο επιδίκασε τις μισθολογικές διαφορές, δεχόμενο ότι η μισθολογική κατάσταση των αναιρεσίβλητων διαμορφώθηκε εκ των υστέρων επί τα χείρω, καθόσον καμία περικοπή υπέστησαν αφού με βάση το προηγούμενο καθεστώς αμείβονταν ως ΠΕ ιατροί, ενώ με την ένταξή τους στο αναιρεσείον και την κατάταξή τους με το ειδικό και βελτιωμένο μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, είχαν αύξηση των αποδοχών τους, με συνέπεια η αγωγή να στερείται αντικειμένου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ήταν η καταβολή στους αναιρεσίβλητους των αποδοχών που προβλέπονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του ΕΣΥ, τις οποίες αυτοί ελάμβαναν μετά την ένταξή τους στον κλάδο ιατρών του ΕΣΥ, αλλά το εάν ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα οι περικοπές στις αποδοχές αυτές, που προέβλεψε από 1.8.2012 η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ.1 αριθ. 27 στοιχ. α - γ του Ν.4093/2012 καθώς και η αντισυνταγματικότητα των μισθολογικών ρυθμίσεων του ν.4472/2017 (άρθρα 136-139) και περί του εάν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας των αναιρεσίβλητων έπρεπε ή όχι να υπολογισθεί επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη, ύψους 2.067 ευρώ μηνιαίως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο κατά το δεύτερο σκέλος του, έκτο κατά το τρίτο σκέλους του, όγδοο κατά το δεύτερο σκέλος του, ένατο κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος και τέταρτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, πρόσθετους λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, α) την 59953/30.11.2018 βεβαίωση της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού της ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου, β) την 60037/30.11.2018 βεβαίωση της Διεύθυνσης Οικονομικής Οργάνωσης και Υποστήριξης της ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου και γ) το 63885/12.11.2021 (ορθή επανάληψη) έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικής Οργάνωσης και Υποστήριξης της ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου, από τα οποία προκύπτει η μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη (χρόνος χρονοεπιδόματος, χρόνος κατάταξης, βαθμίδα κατάταξης, μισθολογικό κλιμάκιο κλπ) των αναιρεσίβλητων.
Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση "Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για τη εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής..", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα ανωτέρω έγγραφα και δεν τα αγνόησε.
Επομένως, οι ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 217/2016, 242/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης, καθώς και τρίτο κατά το τέταρτο σκέλος του πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τους αναιρεσίβλητους προς θεμελίωση της αγωγής ισχυρισμούς τους σχετικά με τον υπολογισμό του ύφους του ποσοστού του χρονοεπιδόματος και του υπολογισμού της προϋπηρεσίας εκάστου εξ αυτών, χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους των βαρυνόμενων αναιρεσίβλητων- εναγόντων.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1, ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολο τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Ως έννομο δε συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.
Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες, (ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 772/2014), πρέπει δε να υφίσταται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 404/2018, ΑΠ 1070/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.
ΑΠ 26/2008, ΑΠ 1259/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δέκατο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το έννομο συμφέρον των εναγόντων- αναιρεσίβλητων για την περίοδο από 31.7.2018, που ασκήθηκε η αγωγή μέχρι τη συζήτησή της (4.12.2018), το οποίο επιτελούσε για τη θεμελίωση των αξιώσεών τους για την άνω περίοδο νομιμοποιητική λειτουργία άσκησης της αγωγής, εξέλιπε, αφού οι περιλαμβανόμενες στην αγωγή αξιώσεις για την ανωτέρω περίοδο δεν ήταν παρούσες κατά την ημέρα άσκησης της αγωγής, αλλά υποθετικές, μελλοντικές και ενδεχόμενες.
Πλην, όμως, ενόψει του ότι άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον υφίσταται, κατά \ην ανωτέρω νομική σκέψη, όχι μόνο κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, όπως εσφαλμένα διατείνεται το αναιρεσείον, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης, στο πρόσωπο των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αιτούνταν την καταβολή των επίδικων αξιώσεων τους έως τη συζήτηση της αγωγής τους, συνέτρεχε άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον, αφού αφορούσε έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 1259/2018).
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που προσάπτει το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δέκατο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των εναγόντων- αναιρεσίβλητων, αφού δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία που θεμελίωναν τη νομιμοποίηση των εναγόντων- αναιρεσίβλητων και δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον τους για τις αξιώσεις τους της χρονικής περιόδου από 31.7.2018 έως 4.12.2018, είναι απαράδεκτος, καθόσον η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου, όπως διατείνεται το αναιρεσείον στην προκειμένη περίπτωση, περί συνδρομής των προϋποθέσεων του εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης στο πρόσωπο των αναιρεσίβλητων, ως αποτελούσες, κατ' άρθρ. 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι εκείνον του αριθ. 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, γεγονός που δεν επικαλείται με το αναιρετήριο το αναιρεσείον, αλλά και ούτε συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ.α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 347/2021, ΑΠ 66/2020, ΑΠ 258/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατ' ουσία την από 24.10.2019 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε ότι το επίδομα χρόνου προϋπηρεσίας των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες, ως μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.8.2016 έως 4.12.2018, τα αναφερόμενα για καθένα ενάγοντα χρηματικά ποσά, κρίνοντας ότι οι μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσίβλητων, ως εν ενεργεία ιατρών του ΕΣΥ, που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και μάλιστα αναδρομικά από 1.8.2012 είναι αντισυνταγματικές, όπως επίσης, αντισυνταγματικές είναι και οι μειώσεις που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις του νόμου 4472/2017 και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.9.2018 έως 4.12.2018.
Το αναιρεσείον, με τους δεύτερο κατά το οικείο σκέλος του, και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 επ. του ν.4472/2017, κρίνοντας αυτές αντίθετες με τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ.2, 25 παρ.1 και 29 του Συντάγματος.
Ωστόσο, το ανωτέρω νομικό ζήτημα, αν είναι, δηλαδή, αντισυνταγματικές οι ανωτέρω διατάξεις του ν.4472/2017, παραπέμφθηκε, κατ' άρθρ.583 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ.γ' δ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων, με την 393/2023 απόφαση του Β1 πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας και διότι ανακύπτει ζήτημα συμβατικότητας προς το Σύνταγμα των πιο πάνω διατάξεων του ν.4472/2017, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών, νομολογίας του ΣτΕ (ΟλΣτΕ 1408/2022).
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου.
II. Επί της από 29.6.2022 αίτησης αναίρεσης των 18 εκ των 27 εναγόντων και ήδη αναίρεσειόντων. Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).
Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".
Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, 696/2015, 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, 121/2016, 296/2013, 1655/2010, 341/1990, ΣτΕ 1297/2011,199/2007).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ1 αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 25/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά δε το άρθρο 536 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του (αντίθετη) έφεση ή αντέφεση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. (ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2185/2013, ΑΠ 842/2010, ΑΠ 132/2004).
Έτσι στην περίπτωση που το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε, γενομένης δεκτής σχετικής ένστασης παραγραφής του εναγομένου, κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο Εφετείο, γι' αυτό και μπορεί να ασκηθεί αντέφεση από τον ενάγοντα για το μέρος της αξίωσης που απορρίφθηκε, το Εφετείο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνο στο μέρος κατά το οποίο πλήττεται με έφεση ή και παράλληλα με αντέφεση.
Επομένως, σε περίπτωση παραδοχής λόγου έφεσης του εναγομένου, χωρίς την άσκηση αντέφεσης από τον ενάγοντα, η εξαφάνιση της απόφασης θα είναι μερική, αποκλεισμένης της επιδίκασης στον εφεσίβλητο ενάγοντα του μέρους του κεφαλαίου της απαίτησης του, που απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς την άσκηση εκ μέρους του έφεσης ή αντέφεσης, με την οποία να πλήττεται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, δια της οποίας έγινε δεκτή ως βάσιμη η προβαλλόμενη από τον εκκαλούντα εναγόμενο ένσταση παραγραφής.
Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής, της έφεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τους καταβάλει τις αναλυτικά προσδιοριζόμενες διαφορές των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 19.12.2018.
Το Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την 2762/2019 οριστική απόφασή του, δέχτηκε την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου ένσταση διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως και 30.6.2016 και ακολούθως αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει τις διαφορές των αποδοχών των αναιρεσειόντων για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.7.2016 έως 10.12.2018.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους μόνο το εναγόμενο, χωρίς να πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο της που αφορούσε την ένσταση παραγραφής και της ένεκα της παραδοχής αυτής, επιδίκασης μέρους των αιτούμενων με την αγωγή ποσών και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως προς όλα τα αιτήματά της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα προαναφερθέντα, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλητου ως κατ' ουσίαν βάσιμη στο σύνολο της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και, χωρίς να ασχοληθεί με την ένσταση παραγραφής, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσιβλητου, να καταβάλει σε καθένα εκ των αναιρεσειόντων τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης που αφορά την ένσταση παραγραφής και ένεκα της παραδοχής της ένστασης αυτής, επιδίκασης μέρους των αιτούμενων με την αγωγή χρηματικών ποσών, ενόψει και του ότι το εναγόμενο δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση κατά το μέρος αυτό.
Επομένως, ανεξαρτήτως του σφάλματος της πρωτοβάθμιας απόφασης, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη αναφερόμενα, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης ή αντέφεσης, ορθά δεν ασχολήθηκε με την ένσταση παραγραφής γιατί θα καθιστούσε χειρότερη τη θέση της εκκαλούσας. Συνακόλουθα, ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, εφόσον δεν στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης αλλά κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης που εξαφάνισε μεν την πρωτοβάθμια όχι και κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένσταση διετούς παραγραφής.
Με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 664 ΑΚ ορίζεται ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.
Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας. Ο μισθός, εφόσον δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, είναι και ακατάσχετος. Η τελευταία αυτή διάταξη, ως ειδικότερη, κατισχύει εκείνης του άρθρου 451 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 982 παρ. 2 εδ.
δ ΚΠολΔ, η οποία αποκλείει την κατάσχεση στα χέρια τρίτου του μισθού στο σύνολο του, με εξαίρεση τις απαιτήσεις για διατροφή οφειλόμενη από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 440 και 664 ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπροθέσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφ' όσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό.
Ο κανόνας κάμπτεται, κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών. Τότε, ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.
Πλήρης επαναφορά στον κανόνα επέρχεται όταν η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία, που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας. Με τον ως άνω συμψηφισμό όμως δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ.
από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1067/2017, ΑΠ 764/2010). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ" αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ.α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 347/2021, ΑΠ 66/2020, ΑΠ 258/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ισχυρισμό της εναγομένης περί συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) των αποδοχών που καταβλήθηκαν σε καθένα από τους ενάγοντες και σε εκτέλεση της με αριθ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν.4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018) και τα αφαίρεσε από τις αποδοχές που επιδίκασε για το διάστημα από 1.7.2016 έως 14.12.2018 και επιδίκασε τις διαφορές. Οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο τη αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το Εφετείο καταλόγισε τα καταβληθέντα από την άνω αιτία/βάσει της ανωτέρω ΚΥΑ, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 30.6.2016, καθόσον για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό σ'αυτούς και επομένως δεν αναφέρονται τα ληφθέντα μέσω της ΚΥΑ χρηματικά ποσά στις επιδικασθείσες με την προσβαλλομένη απόφαση διαφορές, στο ίδιο χρονικό διάστημα, περί του οποίου προνοεί άλλωστε η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ. (ΑΠ 535/2020).
Ωστόσο, το ανωτέρω νομικό ζήτημα, συναρτάται με το αν είναι συνταγματικές οι μειώσεις των ιατρών που εκκρεμεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποία παραπέμφθηκε, κατ' άρθρ.583 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ.γ' δ' του Οργανισμού των Δικαστηρίων, με την 393/2023 απόφαση του Β1 πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και τούτο διότι αν κριθούν αντισυνταγματικές οι μειώσεις μόνο τότε γεννάται θέμα καταλογισμού, ενώ αν κριθούν ότι είναι συνταγματικές οι μειώσεις τότε η αγωγή είναι απορριπτέα και δεν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού των ποσών που καταβλήθηκαν για τα επίδικα χρονικά διαστήματα. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ (ΑΠ 1440/2019, ΑΠ 942/2018).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις α) από 29.6.2022 και με αριθ καταθ 639/52/29.6.2022 αίτηση των εναγόντων- αναιρεσειόντων, β) από 16.9.2022 και με αριθ καταθ 876/72/19.9.2022 αίτηση του εναγομένου- αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου) και γ) τους από 26.1.2023 και με αριθ καταθ 24/26.1.2023 πρόσθετους λόγους του εναγομένου - αναιρεσείοντος, για αναίρεση της 300/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Απορρίπτει τον πέμπτο λόγο της από 29.6.2022 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων - εναγόντων.
Αναβάλλει τη συζήτηση επί των λοιπών λόγων της από 29.6.2022 αίτησης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 393/2023 απόφαση του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, έκτο κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος, έβδομο και όγδοο κατά το 2ο σκέλος του, ένατο κατά το τέταρτο σκέλος του και δέκατο λόγους της από 16.9.2022 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου αναιρεσείοντος, καθώς και τους πρώτο, τρίτο, κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος, τέταρτο κατά το τέταρτο σκέλος και πέμπτο πρόσθετους λόγους.
Αναβάλλει τη συζήτηση επί των λοιπών λόγων της από 16.9.2022 αίτησης και από 26.1.2023 πρόσθετων λόγων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 393/2023 απόφαση του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ