Legislator Case Law & Legislation
1625/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against fraud conviction, remanding for retrial on sentencing due to excessive damages clause.

Case Number 1625/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by two defendants against a criminal judgment for fraud. While the court rejected arguments regarding the identity of documents and the lack of specific reasoning for accomplice liability, it found the sentencing clause imposing a heavier penalty due to 'particularly great damage' to be legally flawed. Consequently, the court annulled the decision regarding the defendants' sentences and remanded the case for a new trial before a different panel of judges, while dismissing the remainder of the appeals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386(1)(a) and 511(g) of the Criminal Procedure Code; The court must apply the more lenient sentencing provision of the new Criminal Code when a previous judgment imposes a heavier penalty based on aggravating circumstances that are not supported by the current legal framework.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal against Judgment Sentencing Review Fraud Offense Retrial Remand Principle of Legality Aggravating Circumstances

Cited Legislation

AI generated
Article 7(1) of the Constitution
Article 7(1) of the ECHR
Article 386(1)(a) of the Criminal Code
Article 510(1)(a) of the Criminal Procedure Code
Article 2(1) of the Criminal Code
Article 511(g) of the Criminal Procedure Code
Articles 519, 522, 590(1)(a) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1625/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Ε. του Θ., κατοίκου ... και 2. Π. Ε. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Σπηλιάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 168/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Χούρσογλου.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29.5.2019 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 899/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή, να απαλειφθεί η διάταξη αυτή (περί του ότι η ζημιά που προξενήθηκε από την απάτη είναι ιδιαίτερα μεγάλη) από το σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος και β) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης, τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και της πολιτικώς ενάγουσας οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 29-5-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31-5-2019) του Α. Ε. του Θ., κατοίκου ... και β) η από 29-5-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31-5-2019) του Π. Ε. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 168/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η .7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019 ) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".

Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 παλαιού Ποινικού Κώδικα και συνεπώς είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίσταση, καθόσον δεν προβλέπεται πλέον από αυτή η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος απειλείται πλέον ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο και συγκεκριμένα δέκα ημερών έως πέντε έτη, καθώς και χρηματική ποινή, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη για το χαρακτηρισμό του νόμου ως επιεικέστερου ή μη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε από τους αναιρεσείοντες η αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, για την οποία καταδικάστηκαν, προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε έτη.

Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης, που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού.

Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Τέτοια υποχρέωση ανακοίνωσης μπορεί να θεμελιωθεί και στην επιβαλλόμενη στο συναλλασσόμενο, από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 του ΑΚ, συμπεριφορά κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικό, ρητά ή σιωπηρά. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.

Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.

Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του_παραπλανηθέντος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 Ποινικού Κώδικα, "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού", με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Αντίθετα, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του με αριθμό 168/2019 το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στο Ηράκλειο, περί τις αρχές Νοεμβρίου 2011, ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον, με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, σε πράξη από την οποία επήλθε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με τον παραπάνω σκοπό.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω χρόνο, ο πρώτος των κατηγορουμένων επισκέφθηκε την εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Σ. Κ. στο κατάστημά της (βιβλιοπωλείο), που διατηρεί στο …. και με την οποία είχε συνεργασία ήδη από το έτος 2000, καθώς ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που είχε την αποκλειστική διανομή των ξενόγλωσσων βιβλίων "...", προμήθευε το βιβλιοπωλείο της, που είχε ως βασική δραστηριότητα την διάθεση ξενόγλωσσων σχολικών βιβλίων, με τα βιβλία της προαναφερόμενης εκδοτικής εταιρίας.

Στο συγκεκριμένο χρόνο και τόπο ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας πάντοτε σε συνεννόηση, με κοινό δόλο και σε άμεση σύμπραξη με τον συνεταίρο του δεύτερο κατηγορούμενο, αδελφό του, απέκρυψαν δόλια από την πολιτικώς ενάγουσα, εκμεταλλευόμενοι τη μακρόχρονη γνωριμία τους και τον πολύχρονο συμβατικό τους δεσμό, αφενός ότι η εταιρία τους, που αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση, είχε ήδη περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και δεν διέθεταν πλέον την αντιπροσωπεία του εκδοτικού οίκου "...", ώστε δεν θα είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύσουν την εγκαλούσα με τα βιβλία αυτά και αφετέρου ότι οι ίδιοι δεν εκπροσωπούσαν πλέον την εταιρεία "...

Α.Ε.", αφού στη διοίκηση της εταιρίας είχαν υπεισέλθει, ήδη από τον Μάρτιο του 2011, άλλα αλλοδαπά άτομα, ότι είχαν μεταβιβάσει τα περιουσιακά τους στοιχεία σε off shore εταιρίες καθώς επίσης ότι είχαν επιβληθεί σε βάρος τους υψηλά πρόστιμα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν αθέμιτα τα γεγονότα αυτά, που ήταν άγνωστα στην εγκαλούσα, μολονότι είχαν υποχρέωση προς ενημέρωσή της, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, ενόψει της επί σειρά ετών επαγγελματικής συνεργασίας τους κι έτσι συνεπεία της άγνοιας της περί των αληθινών αυτών γεγονότων παρέπεισαν αυτή να προβεί σε παραγγελία προς την εταιρία που εκπροσωπούσαν ξενόγλωσσων βιβλίων του προαναφερόμενου εκδοτικού οίκου και να προεξοφλήσει το σύνολο του τμήματος για την προμήθεια των βιβλίων του επόμενου σχολικού έτους, παραδίδοντας τους έξι επιταγές, ποσού εκάστης (20.000) ευρώ.

Η κοινή δράση των κατηγορουμένων ενισχύεται από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που κατέθεσε για το θέμα αυτό ότι "Ο Θ. συνεννοούνταν πάντα με τον Π. για τις αποφάσεις, που θα έπαιρνε. Ήταν μαζί και οι δύο στο Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Π. δεν ήρθε ποτέ σε επαφή μαζί μου. Γύρω στο Μάρτιο, που τους έψαχνα στα τηλέφωνα κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλό.

Το Νοέμβριο τους είχα δώσει τις επιταγές. Λίγο πριν το Μάρτιο ακούστηκε ότι έχασαν την αποκλειστικότητα της .... Πήγα στην εταιρία τους, στην …., όπου βρήκα μόνο υπαλλήλους. Ο Θ. ήταν άφαντος". Επίσης για το ίδιο θέμα η μάρτυρας και συνεργάτης της εγκαλούσας αδελφή της κατέθεσε ότι "Στο χώρο μας ήρθε ο Θ. Ε., αλλά ο Θ.

μιλούσε παντού με τον Π. στο τηλέφωνο. Το απέκρυψαν όλα οι κατηγορούμενοι. Μας είπαν ότι η εταιρία είχε ανοδική πορεία και ότι όλα πήγαιναν τέλεια". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα τους παρέδωσε τις ακόλουθες επιταγές της ... εκδόσεώς της, ήτοι τη με αριθμό ...748-1) με ημερομηνία 30- 9-2012, τη με αριθμό ...749-9) με ημερομηνία 30-10-2012, τη με αριθμό ...750-2) με ημερομηνία 30-11-2012, τη με αριθμό (...751-1) με ημερομηνία 30-12-2012, τη με αριθμό ...752-9) με ημερομηνία 30-1-2013 και τη με αριθμό ...753-7) με ημερομηνία 28-2-2013, με συνέπεια να ζημιωθεί αυτή κατά το ποσό των (20.000) ευρώ, (δηλαδή το ποσό της με αριθμό ...749-9 επιταγής που πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα), καθώς επίσης και από την εμπλοκή της σε δαπανηρό και αβέβαιης έκβασης δικαστικό αγώνα εξαιτίας της έκδοσης εκ μέρους της τράπεζας της με αριθμό 247/2013 διαταγής πληρωμής βάσει της με αριθμό ...748-1) επιταγής, το ακριβές ποσό της οποίας (ζημίας) δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να υπολογισθεί.

Το αποτέλεσμα ήταν η εγκαλούσα να υποστεί από την ανωτέρω συναυτουργική δράση των κατηγορουμένων ζημία ιδιαίτερα μεγάλη με αντίστοιχη ωφέλειά τους, πράγμα το οποίο απαρχής αποσκοπούσαν. Έτσι ιδιοποιήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία τα εισπραχθέντα ποσά των εν λόγω επιταγών εκδόσεών της, χωρίς αυτοί να εκπληρώσουν την αντιπαροχή τους με την προμήθεια των παραγγελθέντων βιβλίων στο βιβλιοπωλείο της, μολονότι οι ίδιοι εξακολουθούσαν να διαθέτουν μεγάλη ακίνητη (σε …, …, …, …) και κινητή (πολυτελή αυτοκίνητα και ιδιωτικό αεροσκάφος) περιουσία.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αν γνώριζε η πολιτικώς ενάγουσα κατά τα τέλη του 2011, δεν θα μεταβίβαζε στην εταιρία τις επιταγές, τις οποίες εισέπραξαν οι κατηγορούμενοι, χωρίς να παραδώσουν αντίστοιχης αξίας εμπορεύματα στην πολιτικώς ενάγουσα και μέχρι σήμερα δεν της επέστρεψαν τα πιο πάνω χρηματικά ποσά.

Μετά από αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος έβλαψε τη περιουσία του μηνυτή με αποτέλεσμα να προσπορίσει στην πιο πάνω εταιρία περιουσιακό όφελος, η δε προξενηθείσα ζημία ύψους 60.000 ευρώ κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη.

Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, για την οποία επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτούς ένοχους του ότι: Στο …. περί τις αρχές Νοεμβρίου 2011, ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον, με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, σε πράξη από την οποία επήλθε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και συγκεκριμένα με τον παραπάνω σκοπό, επισκέφθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος σε άμεση σύμπραξη και κατά συναυτουργική δράση με τον δεύτερο κατηγορούμενο, συνεταίρο του και αδελφό του, την εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Σ.

Κ. στο κατάστημά της (βιβλιοπωλείο) που διατηρεί στο … και με την οποία είχαν συνεργασία ήδη από το έτος 2000, καθώς ως νόμιμοι εκπρόσωποι της οικογενειακής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που είχε την αποκλειστική διανομή των ξενόγλωσσων βιβλίων "...", προμήθευαν το κατάστημα της -βιβλιοπωλείο- που είχε ως βασική δραστηριότητα τη διάθεση ξενόγλωσσων σχολικών βιβλίων, με τα βιβλία της προαναφερόμενης εκδοτικής εταιρίας και απέκρυψαν αθέμιτα αφενός μεν ότι η εταιρία τους είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση, ότι δεν διέθεταν πλέον την αντιπροσωπεία του εκδοτικού οίκου "..." και συνεπώς δεν θα είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύσουν την εγκαλούσα με τα βιβλία αυτά, αφετέρου δε ότι οι ίδιοι δεν εκπροσωπούσαν πλέον την εταιρία αυτή "...

Α.Ε.", αφού στη διοίκηση της εταιρίας είχαν υπεισέλθει - ήδη από τον Μάρτιο του 2011- άλλα αλλοδαπά άτομα, ότι είχαν μεταβιβάσει τα περιουσιακά τους στοιχεία σε off shore εταιρίες καθώς επίσης ότι τους είχαν επιβληθεί υψηλά πρόστιμα από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν αθέμιτα τα γεγονότα αυτά που ήταν άγνωστα στην εγκαλούσα, μολονότι είχαν υποχρέωση ενημέρωσής της, δεδομένης της πολύχρονης συνεργασίας τους, κι έτσι έπεισαν αυτήν να προβεί σε παραγγελία προς την εταιρία, που εκπροσωπούσαν, ξενόγλωσσων βιβλίων του προαναφερόμενου εκδοτικού οίκου και να προεξοφλήσει σύνολο του τμήματος για την προμήθεια των βιβλίων του επόμενου σχολικού έτους, παραδίδοντάς τους έξι επιταγές, ποσού εκάστης (20.000) ευρώ.

Συγκεκριμένα, τους παρέδωσε τις ακόλουθες επιταγές της ... εκδόσεως της εγκαλούσας: τη με αριθμό ...748-1) με ημερομηνία 30-9-2012, τη με αριθμό ...749-9) με ημερομηνία 30-10-2012, τη με αριθμό ...750-2) με ημερομηνία 30-11-2012, τη με αριθμό (...751-1) με ημερομηνία 30-12-2012, τη με αριθμό ...752-9) με ημερομηνία 30-1-2013 και τη με αριθμό ...753-7) με ημερομηνία 28-2-2012 με συνέπεια να ζημιωθεί αυτή κατά το ποσό των (20.000) ευρώ, (δηλαδή το ποσό της με αριθμό ...749-9 επιταγής που πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα), καθώς επίσης και από την εμπλοκή της σε δαπανηρό και αβέβαιης έκβασης δικαστικό αγώνα εξαιτίας της έκδοσης εκ μέρους της τράπεζας της με αριθμό ….47/2013 διαταγής πληρωμής βάσει της με αριθμό ...748-1) επιταγής, το ακριβές ποσό της οποίας (ζημίας) δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να υπολογισθεί.

Δηλαδή η εγκαλούσα υπέστη ζημία ιδιαίτερα μεγάλη με αντίστοιχη ωφέλεια των κατηγορουμένων, που ιδιοποιήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία τα ποσά αυτά, καθώς δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν την αντιπαροχή δηλαδή την προμήθεια των βιβλίων, πράγμα στο οποίο απαρχής αποσκοπούσαν". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, ως προς τον αναιρεσείοντα Α.

Ε., την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται, ως προς αυτόν, νόμιμης βάσης.

Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Α. Ε. είναι αβάσιμες, αφού το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογεί πλήρως: α) την πηγή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του ίδιου αναιρεσείοντος να ενημερώσει την εγκαλούσα για την αλήθεια των γεγονότων που παρασιώπησε από αυτή, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό ότι υπήρχε υποχρέωση προς σχετική ενημέρωση της εγκαλούσας με βάση τις αρχές της καλής πίστης, ενόψει της επαγγελματικής συνεργασίας, την οποία είχε με αυτή επί σειρά ετών και β) τον αιτιώδη σύνδεσμο αφενός μεν μεταξύ της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του ίδιου αναιρεσείοντος και της προκληθείσας από αυτή στην εγκαλούσα πλάνης, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη η εγκαλούσα και από την οποία προήλθε η ζημία αυτής, με την πληρωμή του ποσού της δεύτερης από τις ως άνω επιταγές με αριθμό ...749-9, ήτοι του ποσού των 20.000 ευρώ, χωρίς να έχει εκπληρωθεί η αντίστοιχη αντιπαροχή με την παράδοση στην εγκαλούσα βιβλίων ίσης αξίας, ενώ από τη συλλογιστική των παραδοχών του σκεπτικού προκύπτει ότι η αναφορά στο τέλος αυτού ότι η προξενηθείσα στην εγκαλούσα ζημία ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ οφείλεται σε προφανή παραδρομή.

Η ειδικότερη αιτίαση του εν λόγω αναιρεσείοντος ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δημιουργείται ασάφεια ως προς το ύψος της ζημίας, την οποία υπέστη η εγκαλούσα, είναι προεχόντως αλυσιτελής και, συνεπώς, παρέλκει η εξέτασή της, διότι το ακριβές ύψος της ζημίας της εγκαλούσας δεν ασκεί έννομη επιρροή ούτε στον χαρακτηρισμό της πράξης, αφού πρόκειται για απάτη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.

α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 Ποινικού Κώδικα (απλή), στο οποίο δεν περιλαμβάνεται πλέον, όπως έχει εκτεθεί στην αρχή της σκέψης αυτής, η απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, ούτε στη θεμελίωση της (απλής) απάτης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη ζημίας (ΑΠ 635/2017). Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Α.

Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής αυτού κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.

Οι εμπεριεχόμενες στον αυτό ως άνω λόγο λοιπές αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Αντίθετα, με τις ως άνω παραδοχές του, ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Ε., το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την συναυτουργική συμμετοχή του αναιρεσείοντος Π.

Ε. στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία, για την οποία καταδικάστηκε, αφού δεν εξειδικεύονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Π.ς Ε.

συμμετέσχε στη διάπραξη της ως άνω αξιόποινης πράξης της απάτης, ως συναυτουργός, με την τέλεση, δηλαδή, πράξεων αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω αξιόποινης πράξης, τούτο δε επιρρωνύεται και από το ότι από τη συλλογιστική του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι κατά τις παραδοχές αυτής (απόφασης) δεν υπήρξε επαφή του αναιρεσείοντος Π.

Ε. με την πολιτικώς ενάγουσα κατά την κατάρτιση, στις αρχές του Νοεμβρίου του έτους 2011, της συμφωνίας για την προμήθεια της πολιτικώς ενάγουσας από την εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" με ξενόγλωσσα βιβλία, λόγω της οποίας (συμφωνίας) η πολιτικώς ενάγουσα προέβη στην ως άνω περιουσιακή διάθεση, από την οποία προήλθε η περιουσιακή ζημία της.

Κατά συνέπεια, ως προς το σχετικό σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Π. Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της συναυτουργικής συμμετοχής του εν λόγω αναιρεσείοντος στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία αυτός καταδικάστηκε, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, διότι στερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του ΚΠοινΔ), εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξής του, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώστηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του.

Διαφορετικά, αν, δηλαδή, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κατά το στάδιο ανάγνωσης των εγγράφων, αναγνώστηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της πολιτικώς ενάγουσας και πιο συγκεκριμένα "διαταγές πληρωμής, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πρωτοδικείου Χανίων, πίνακας με αλληλόχρεο λογαριασμό στην Τράπεζα ...

έγγραφα από άλλους βιβλιοπώλες αναφορικά με τους κατηγορουμένους και εκτύπωση από το διαδίκτυο αναφορικά με τους κατηγορουμένους". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στη διαφορά την οποία η εγκαλούσα είχε με τους αναιρεσείοντες, με τη γενόμενη δε και μη αμφισβητούμενη ανάγνωση του περιεχομένου τους στο ακροατήριο, για την οποία δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο των αναιρεσειόντων, έγινε γνωστό και σ' αυτόν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, οπότε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με το συγκεκριμένο ή παρεμφερή προσδιορισμό, ούτε απορρίφθηκε υποβληθέν αίτημα για την ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου και, επομένως, δεν ανακύπτει αβεβαιότητα ως προς την ανάγνωση και την ταυτότητα των εγγράφων. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Α.

Ε., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν από τους συνηγόρους της πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον: 1) μετά την ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης του Π.

Ε. (έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της συναυτουργικής συμμετοχής του), παρέλκει, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών, περιεχόμενων σ' αυτή (αίτηση), λόγων και 2) δεν υπάρχει στην αίτηση αναίρεσης του Α. Ε. άλλος λόγος για έρευνα, συντρέχει, όμως, γι' αυτόν, ως προς την ποινή, περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ.

γ' του ΚΠοινΔ, της επιεικέστερης, κατά τα προαναφερθέντα στη δεύτερη σκέψη της απόφασης αυτής, διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα, πρέπει: α) κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του Π. Ε., να αναιρεθεί, ως προς αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 168/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης, β) να αναιρεθεί, ως προς τον αναιρεσείοντα Α.

Ε., η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ήτοι ως προς τις αφορώσες σ' αυτόν περί ποινής διατάξεις της, γ) να απαλειφθούν από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι διατάξεις της περί της επιβαρυντικής περίστασης της προξενηθείσας από την απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, δ) να παραπεμφθεί, κατά τα αναιρούμενα μέρη, η υπόθεση για νέα, ως προς αυτά, εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519, 522, 590 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠοινΔ) και ε) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης του Α. Ε..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση με αριθμό 168/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης: α) για τον αναιρεσείοντα Π. Ε. και β) για τον αναιρεσείοντα Α. Ε., ως προς τις αφορώσες σ' αυτόν περί ποινής διατάξεις της. Απαλείφει από το σκεπτικό και το διατακτικό της ως άνω απόφασης με αριθμό 168/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης τις διατάξεις της περί της επιβαρυντικής περίστασης της προξενηθείσας από την απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας.

Παραπέμπει, κατά τα αναιρούμενα μέρη, την υπόθεση για νέα, ως προς αυτά, εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 29.5.2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31.5.2019) του Α. Ε. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης με αριθμό 168/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ