Legislator Case Law & Legislation
1625/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, citing no legal basis and insufficient reasoning in the lower court's decision.

Case Number 1625/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred in not rejecting the lawsuit as inadmissible due to missing registration requirements. The court found the appeal baseless because the lower court's decision was legally sound and adequately reasoned, rejecting all grounds for annulment.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 93(3)(a) of the Constitution: An appeal is admissible only if the decision lacks legal basis or is insufficiently reasoned, and the court must reject appeals where the lower court's decision is substantively correct and properly justified.

Keywords

AI generated
appeal for annulment insufficient reasoning lack of legal basis property dispute admissibility of lawsuit costs of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3)(a) of the Constitution
Article 220(1) of the Code of Civil Procedure
Article 21 of Law 3994/2011
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1625/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. συζύγου Χ. Χ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... και 2) Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1999/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3158/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( ΑΠ 1261/2018, 319/2017). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξιώσεως προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων:

α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) ) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό/ ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ.

Α.Π. 6/2003) και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. (ΟλΑΠ 15/2012).Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943§1 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 936§3, 953§2 και 992§1 ΚΠολΔ., που προστέθηκαν με το άρθρο 4§§3, 6 και 19 του Ν. 2298/1995, προκύπτει ότι, για τη γέννηση του δικαιώματος του δανειστή προς διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη του επιχειρηθείσας καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως, προϋποτίθεται, πλην άλλων, ότι η υπόλοιπη περιουσία του τελευταίου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου.

Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη δύναται να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ' αρχάς, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Έτσι, σε περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη, πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου. (ΑΠ 1963 / 2009).).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ' αυτών αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων των άρθρων 939- 942 ΑΚ.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα διατηρεί σε βάρος της πρώτης εναγόμενης απαίτηση συνολικού ύψους 72.115 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, που απορρέει από επιταγές που εξέδωσε η πρώτη εναγομένη σε διαταγή της και οπισθογράφησε στην ενάγουσα και οι οποίες εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα και δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, λόγω μη επαρκούς υπολοίπου.

Για την απαίτησή της αυτή, εκδόθηκε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας, η 15565/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάσσεται η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 72.115 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της εμφάνισης κάθε επιταγής καθώς και το ποσό των 1230 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Η ενάγουσα επέδωσε αντίγραφο με επιταγή προς εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής στην εναγομένη στις 15-10-2009. Η εναγομένη άσκησε κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής την από 19-10-2009 ... ανακοπή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και την με ίδια ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής μέχρι τη συζήτηση της τελευταίας.

Η αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής συζητήθηκε στις 27- 10-2009, αντιμωλία των διαδίκων και απορρίφθηκε. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι η εναγομένη στις 23-10-2009, με συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και γονικής παροχής που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στο δεύτερο εναγόμενο - υιό της, το επίδικο οικόπεδο με την επ' αυτού κτισμένη οικοδομή, έκτασης (του οικοπέδου) 232,40 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του ..., στο 250 οικοδομικό τετράγωνο και επί της ....

Επί του οικοπέδου αυτού, η πρώτη εναγομένη έχει ανεγείρει οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο (σε μεζονέτα) και δώμα. Το όλο ακίνητο η πρώτη εναγομένη υπήγαγε στο σύστημα της κατ' όροφο ιδιοκτησίας (ν. 3741/1929) με το ίδιο συμβόλαιο γονικής παροχής και έτσι συνέστησε επ' αυτού τις παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες:

α) μία αποθήκη στο υπόγειο εμβαδού 67 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 100 ο/οο, αντικειμενικής αξίας 9.421,88 ευρώ, β) διαμέρισμα Α ορόφου εμβαδού 76 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 310 0/00, αξίας 61.750 ευρώ, γ) ένα διαμέρισμα (μεζονέτα) των Β' και Γ' ορόφων, συνολικού εμβαδού 144 τ.μ. με αναλογία στο οικόπεδο 590 ο/οο, αποτελούμενο από ένα χώρο υποδοχής, ένα εξώστη στο πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, μία βεράντα και ένα υπαίθριο χώρο,

η δε αξία του Β' ορόφου είναι 64.496,25 ευρώ και του Γ' ορόφου είναι 67.567,50 ευρώ και δ) το δώμα, χωρίς αναλογία στο οικόπεδο, καθώς και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους. Το όλο ακίνητο, που βρίσκεται επί οικοπέδου στο ..., στο Ο.Τ. 250 του εγκεκριμένου σχεδίου του ομώνυμου Δήμου, συνολικού εμβαδού 232,40 τ.μ είναι ελεύθερο κάθε βάρους και η αξία του κατά τη σύσταση της γονικής παροχής ήταν 200.185,80 ευρώ, όπως αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής, χωρίς να γίνεται επιμερισμός της αξίας εκάστης ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη έχει στην ιδιοκτησία της και άλλο ακίνητο στην ίδια περιοχή και ειδικά στη διασταύρωση των οδών ... στο ..., που αποτελεί τμήμα κάθετης συνιδιοκτησίας εμβαδού 283,86 τ.μ. με ποσοστό στο όλο οικόπεδο 333,33 % και επί του οποίου τμήματος η πρώτη εναγομένη έχει ανεγείρει οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, γκαράζ, πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, συνολικού εμβαδού 478,38 τ.μ.,.

Επί του αμέσως ανωτέρω ακινήτου υφίστανται τέσσερις (4) προσημειώσεις υποθηκών υπέρ της τράπεζας ..., ποσού 212.000 ευρώ, 60.000 ευρώ, 102.000 ευρώ και 180.000 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικού ποσού 554.000 ευρώ. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις διάρρηξης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που η πρώτη εναγομένη κατάρτισε με τον υιό της δεύτερο εναγόμενο, καθόσον η πράξη αυτή έγινε με σκοπό βλάβης, αφού η πρώτη εναγομένη γνώριζε ότι έχει οφειλή έναντι της ενάγουσας και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού αυτού στοιχείου, η υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας.

Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση, τεκμαίρεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη απαλλοτρίωσε προς βλάβη της ενάγουσας, δεδομένου ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) είναι υιός της πρώτης εναγομένης και δεν παρήλθε χρονικό διάστημα ενός έτους από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της ένδικης αγωγής (941 ΑΚ), η οποία ασκήθηκε στις 28-12-2009 και επιδόθηκε στους εναγομένους στις 29-12-2009...

Επειδή, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση της ενάγουσας και ειδικά η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων οριζόντιων ιδιοκτησιών ανέρχεται, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και της άσκησης της αγωγής στο συνολικό ποσό των 200.185, 80 ευρώ, ενώ η απαίτηση ,της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 72.115 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η διάρρηξη πρέπει να είναι μερική, εκφραζόμενη σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης της ενάγουσας προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.

Έτσι σε διάρρηξη υπόκειται η ανωτέρω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, μερικώς και μόνο ως προς τη μεταβίβαση της ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου και δεύτερου ορόφου (μεζονέτα), συνολικής επιφάνειας 144 τ.μ. της οποίας η αντικειμενική αξία κατά τον χρόνο απαλλοτρίωσης και άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 132.063,75 ευρώ, όπως και η ενάγουσα αποδέχεται με την αγωγή της.

Αντίθετα ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι μπορεί να ικανοποιηθεί η ενάγουσα από το άλλο ακίνητο της πρώτης εναγομένης, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, πρέπει να απορριφθεί καθόσον, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, επί του ακινήτου αυτού υπήρχαν κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και συνεχίζουν να υπάρχουν, βάρη και ειδικά προσημειώσεις υποθήκης από την τράπεζα ..., οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 554.000 ευρώ...".

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, διατάσσοντας την μερική διάρρηξη της γονικής παροχής μόνο ως προ το διαμέρισμα (μεζονέτα)του δευτέρου και τρίτου ορόφου.

Από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων ως άνω, διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων προς διάρρηξη της επίδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, αρκούν οι παραδοχές του Εφετείου:

α) ότι η απαίτηση της ενάγουσας, απορρέουσα από επιταγές που εξέδωσε η πρώτη εναγομένη, για τις οποίες εξεδόθη η αναφερομένη διαταγή πληρωμής, ανέρχεται στο ποσό των 72.115 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, μη όντος κατά νόμον αναγκαίου περαιτέρω αριθμητικού προσδιορισμού, β) ότι η πραγματική αξία, ταυτιζόμενη, κατά την εκτίμηση του Εφετείου με την αντικειμενική τοιαύτη, των διαμερισμάτων των Β' και Γ' ορόφων (μεζονέτας), για τα οποία και διατάχθηκε η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ανέρχεται, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, σε 132.063,75 ευρώ, ποσό που αποτελεί το άθροισμα της ως άνω αναφερόμενης αξίας των ιδίων διαμερισμάτων(64.496,25 και 67.567,50 ευρώ αντιστοίχως) και γ) ότι η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία της πρώτης εναγομένης, και δη το ακίνητο στη διασταύρωση των οδών ...

στο ..., επί του οποίου η πρώτη εναγομένη έχει ανεγείρει οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, γκαράζ, πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, συνολικού εμβαδού 478,38 τ.μ., δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, καθ' όσον επ' αυτού υφίστανται τέσσερις (4) προσημειώσεις υποθηκών υπέρ της τράπεζας ..., ποσού 212.000 ευρώ, 60.000 ευρώ, 102.000 ευρώ και 180.000 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικού ποσού 554.000 ευρώ.

Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3994/2011, και ορίζει ότι " Αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα Ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες" δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που εκκρεμούσαν μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως, την 25-7-2011, του ως άνω Ν. 3994/2011, συμφώνως προς το άρθρου 77 τούτου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η κρινόμενη από 28-12-2009 αγωγή ασκήθηκε την 29/12/2009 (με την επίδοσή της στους εναγόμενους, κατ' άρθρον 215 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με τις υπ' αριθμ. 3721Δ/29-12-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Κ.- Φ.η), εντεύθεν δεν απητείτο η προηγούμενη τήρηση της προδικασίας ( του άρθρου 220 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 2664/1998), ήτοι η καταχώριση του αντιγράφου της στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ - ότι το Εφετείο έκρινε ομοίως, ότι δηλαδή δεν απαιτείται τέτοια εγγραφή και δεν απέρριψε αυτεπαγγέλτως την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα Κτηματολογικά Φύλλα - είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2017 αίτηση των Π. συζ. Χ. Χ. και Μ. Χ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3158/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ