Legislator Case Law & Legislation
1625/2017 AI generated

1625/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1625/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1625/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. ...), 36) Β. Κ. Δ., κατοίκου ... (αρ. ...), 37) Α. χας Μ. Σ. Π., το γένος Ι. Ζ., κατοίκου ... (αρ. ...), 38) Η. Χ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 39) Γ. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 40) Α. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 41) Χ. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 42) Π. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. Ν., κατοίκου ... (αρ. ...), 43) Α. χας Θ. Τ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 44) Δ.

Keywords

AI generated
access road road infrastructure refurbishment dismissal of traffic proceedings right of way trunk road roadside setback
AI generated
53/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1875/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
62/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
48/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
206/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιος Σακκάς, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1625/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Β. Σ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ... (αρ. ...), 2) Ν. Σ. του Π., κατοίκου ... (αρ. ...), 3) Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 4) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... (...), 5) Ν. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 6) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 7) Τ. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ...), 8) Π. συζ. Β. Σ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ... (αρ. ...), 9) Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... (αρ.

ιδ. 30), 10) α. Φ. Γ. του Ε., β. Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ε. Γ., κατοίκων ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως διαδόχων της θανούσης αρχικής διαδίκου Β. χας Ε. Γ., το γένος Γ. Σ. (αρ. ...), 11) Μ. συζ. Α. Ε., το γένος Β. Π., κατοίκου ... (αρ. ...), 12) Ε. Σ. του Μ., πρώην συζ. Ν. Γ., κατοίκου ... (αρ. ...), 13) Β. Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ...), 14) Φ. Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ...), 15) α.

Α. χας Κ. Π., το γένος Δ. Α., β. Π. Π. του Κ., γ. Ι. Π. του Κ., κατοίκων ..., ως διαδόχων του θανόντος αρχικού διαδίκου Κ. Π. Π. (αρ. ...), 16) Γ. χας Θ. Ν., το γένος Ι. Μ. (αρ. ...), 17) Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Φ. Ε., κατοίκου ... (αρ. ...), 18) Ο. θυγ. Φ. Ε., κατοίκου ... (αρ. ...), 19) Φ. Σ. Σ., κατοίκου ... (αρ. ..., 76), 20) Φ. Γ. Σ., κατοίκου ... (αρ...), 21) Κ. Π. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 22) Γ.

Π. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 23) Ι. Π. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 24) α. Ε. χας Μ. Μ., το γένος Ν. Ε., β. Δ. Μ. Μ., γ. Ν. Μ. Μ., κατοίκων ..., ως διαδόχων του θανόντος αρχικού διαδίκου Μ. Δ. Μ. (αρ. ...), 25) α. Α. Γ. Σ., β. Ε. Γ. Σ., κατοίκων ..., ως διαδόχων της θανούσης αρχικής διαδίκου Ε. συζ. Γ. Σ. (αρ. ...), 26) Ε. συζ. Γ. - Α. Ρ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... (αρ. ...), 27) Ι.

Γ. Μ., κατοίκου ..., ως διαδόχου του θανόντος αρχικού διαδίκου Ι. Δ. Μ. (αρ. ...), 28) Θ. χας Π. Σ., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ... (αρ. ...), 29) Β. θυγ. Π. Σ. (αρ. ...), 30) Ν. Π. Σ., κατοίκου ... (αρ. ...), 31) Φ. Ε. Κ., κατοίκου ... (αρ. ...), 32) Ε. συζ. Ε. Δ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ... (αρ. ...1), 33) Ε. Κ. Δ., κατοίκου ... (αρ. ...), 34) Δ. Κ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. ...), 35) Α.

Δ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ. ...), 36) Β. Κ. Δ., κατοίκου ... (αρ. ...), 37) Α. χας Μ. Σ. Π., το γένος Ι. Ζ., κατοίκου ... (αρ. ...), 38) Η. Χ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 39) Γ. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 40) Α. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 41) Χ. Δ. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 42) Π. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. Ν., κατοίκου ... (αρ. ...), 43) Α. χας Θ. Τ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 44) Δ.

Β. Μ., κατοίκου ... (αρ. ...), 45) Ι. Δ. Δ., κατοίκου ... (αρ. ...), 46) Β. συζ. Δ. Σ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ... (αρ. ...), 47) Α. Ε. Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 48) Α. Ε. Α., κατοίκου ... (αρ. ...), 49) Π. Ε. Α., κατοίκου ... (αρ. ..., 91) και 50) Ε. συζ. Β. Ε. (αρ. ...). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 16ης, 29ης, 46ης, 49ου και 50ης που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) ο 2ος και ο 30ος των αναιρεσιβλήτων Ν. Σ. του Π. είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, β) διορθώνει το αναιρετήριο ως προς τα στοιχεία της 1ης των αναιρεσιβλήτων, από "Α. συζ. Β. Σ." στο ορθό "Α. χήρας Β. Σ., γ) διορθώνει το αναιρετήριο ως προς τα στοιχεία της 8ης των αναιρεσιβλήτων, από "Π. συζ. Β. Σ. ή Μ." στο ορθό "Π. συζ.

Β. Σ.", δ) διορθώνει το αναιρετήριο ως προς τα στοιχεία της 12ης των αναιρεσιβλήτων, από "Ε. συζ. Ν. Γ., το γένος Μ. Σ." στο ορθό "Ε. Σ. του Μ., πρώην συζ. Ν. Γ.", ε) η 16η των αναιρεσιβλήτων Γ. χα Θ. Ν., το γένος Ι. Μ. απεβίωσε στις 13-9-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης για την προκειμένη αποζημίωση κληρονόμος της Α. - Β.

Ν. του Ι., η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο, στ) η 29η των αναιρεσιβλήτων Β. θυγ. Π. Σ. απεβίωσε στις 23-2-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης για την προκειμένη αποζημίωση κληρονόμος της Π. Γ. του Γ., ο οποίος εκπροσωπείται από τον ίδιο και ζ) η 50η των αναιρεσιβλήτων Ε. συζ. Β. Ε. απεβίωσε στις 21-7-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης για την προκειμένη αποζημίωση κληρονόμος της Γ.

Ε. του Β., η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η δέκατη έκτη των αναιρεσιβλήτων Γ. Ν. και η πεντηκοστή τούτων Ε. Ε. απεβίωσαν την 13-9-2016 και την 21-7-2016, αντίστοιχα, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε την 25-5-2016 και κληρονομήθηκαν η μεν Γ. Ν., ως προς την ένδικη αξίωσή της περί αποζημιώσεως, με βάση δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νομότυπα από την εγγονή της Α. - Β.

Ν., η δε Ε. Ε. ως προς την ένδικη αξίωσή της με βάση δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νομότυπα από την κόρη της Γ. Ε.. Οι παραπάνω κληρονόμοι των αρχικών διαδίκων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (5-5-2017) και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον το γεγονός του θανάτου των προαναφερομένων καθολικών δικαιοπαρόχων τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνες τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος των τελευταίων και η ιδιότητα των παραπάνω ως κληρονόμων τους, αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα των ληξιαρχικών πράξεων θανάτου, τις διαθήκες τους, τα πρακτικά δημοσίευσης αυτών και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτών, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον (261 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.

κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η εικοστή ένατη των αναιρεσιβλήτων, Β. Σ., απεβίωσε την 23-2-2015 δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε ως προς την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως με βάση ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νομοτύπως από το σύζυγό της Π.

Γ.. Ο θάνατος της παραπάνω αναιρεσίβλητης και η ιδιότητα του τελευταίου ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτής, της διαθήκης της, το πρακτικό δημοσίευσής της και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτής, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (261 Κ.Πολ.Δ.).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο της προαναφερομένης αντιδίκου του, ο δε κληρονόμος αυτής νομίμως παρίσταται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο στη θέση της κληρονομηθείσας διαδίκου, εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω διαδίκου, που είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής και νομίμως χωρεί η συζήτηση επί της αναίρεσης και ως προς αυτήν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν η τεσσαρακοστή έκτη και ο τεσσαρακοστός ένατος των αναιρεσιβλήτων Β.

Σ. και Π. Α., αντίστοιχα, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο επέσπευσαν οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι παραπάνω απολειπόμενοι διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γ.

Γ. με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκε το αναιρεσείον για να παραστεί κατ' αυτήν.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ/γμα 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρα 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ωστόσο το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το μαχητό αυτό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση αυτού και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής μονάδος αποζημίωσης και γι αυτήν, όπως ρητά ρυθμίζεται πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001.

Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 4 του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο παραπάνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά του σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που δικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία, για την επιδίκαση αποζημίωσης των ακινήτων τους, που δεν αποζημιώθηκαν επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ότι τα τμήματα των επιδίκων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωσή τους για την κατασκευή της Εγνατίας οδού, δεν αποκτούν πρόσοψη προς την οδό αυτή, ούτε δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας ή ευχερούς, τουλάχιστον, πρόσβασης προς αυτή, αλλά ούτε και κάποια άλλη ωφέλεια από την κατασκευή της, η οποία έχει ολοκληρωθεί, αφού πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας, κλειστή, με περίφραξη από πασσάλους κ.λπ.

και υπερυψωμένη 2-3 μέτρα από τις παρακείμενες ιδιοκτησίες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος η αγωγή, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση εκείνων από τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή, εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και ως προς τους τελευταίους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη εφαρμογής τους.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτητών των ακινήτων, που απέμειναν εκτός της απαλλοτρίωσης, με τη σαφή παραδοχή ότι δεν προέκυψε τέτοια ωφέλεια, αφού δε συντρέχει για αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977 δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων τους προσώπου επί της οδού που διανοίχθηκε, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνο, θα έπρεπε να εξετασθούν και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση της ύπαρξης ωφέλειάς των.

Ωστόσο το Εφετείο επί πλέον διέλαβε και άλλα στοιχεία καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας τούτων, όπως της έλλειψης άμεσης ή τουλάχιστον ευχερούς πρόσβασης της οδού που κατασκευάσθηκε, λόγω του ότι είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, κλειστή, περιφραγμένη με πασσάλους και υπερυψωμένη από τα επίδικα ακίνητα, έτσι ώστε να μη δικαιολογείται η επιβάρυνση με αυτοαποζημίωση των επιδίκων ακινήτων τους.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα ακίνητά τους που απαλλοτριώθηκαν, ενώ, παράλληλα, το ποσόν της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσόν της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το δικαστήριο της ουσίας δεν καθόρισε μειωμένη τη δικαστική δαπάνη για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 και της ΥΑ 134423/1999 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) δηλαδή στο ποσόν των 293 ευρώ, είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του όρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, ήτοι 1% και 0,50% αντιστοίχως, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 20/2005). Ενόψει δε του ανωτέρω σκοπού της εν λόγω ρύθμισης του άρθρου 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 αυτή, παρά τη στενότερη διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του όρθρου 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου, ότι "εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις", πρέπει να γίνει δεκτό για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι είναι, κατ' αναλογία, εφαρμοστέα σε κάθε μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος του νόμου δίκη με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, ως προς τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις της δίκης απαλλοτρίωσης, έστω και αν αυτή είναι ήδη συντελεσμένη, ήτοι στη δίκη περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 εκτός της προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (Ολ.ΑΠ 11/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, δικαιούχων της αποζημίωσης και καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους σε ποσοστό 5% επί της επιδικαζομένης αποζημίωσης, Έτσι που έκρινε το Εφετείο δηλαδή μη καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του κώδικα Δικηγόρων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1, 2 του Ν. 4070/2012, που ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, με τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, των δε διατάξεων του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων που εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση αποδοχής της απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η αποδοχή, που έχει την έννοια της παραίτησης από το δικαίωμα για την άσκηση ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.

ή σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες να συνάγεται σαφώς η πρόθεση αποδοχής. Αντίθετα η αποδοχή της απόφασης που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η οποία έχει την έννοια της παραίτησης από το ένδικο μέσον που ασκήθηκε, μπορεί να γίνει μόνο ρητώς δηλαδή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου.

Προκειμένου όμως περί του Ελληνικού Δημοσίου τόσον για την αποδοχή της απόφασης όσον και για την παραίτηση από το ένδικο μέσον κατ' αυτής, άρα και από το ένδικο μέσον της αναίρεσης απαιτείται σύμφωνα με τα άρθρα 15 του ΠΔ/τος 671/1982 και 39 παρ. 3 του Ν. 1884/1990 όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2227/1994, 5 και 6 του Ν. 3086/2002, πλέον των προαναφερομένων διατυπώσεων, σύμφωνη γνώμη της αναφερόμενης εκεί τριμελούς επιτροπής των Νομικών Υπηρεσιών και απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν πλέον των είκοσι ημερών πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προβάλλουν την ένσταση του απαραδέκτου αυτής, λόγω αποδοχής της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μετά την άσκηση της αναίρεσης, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα συμμορφώθηκε εκουσίως προς την παραπάνω απόφαση με την καταβολή στους περισσότερους από τους αναιρεσιβλήτους της επιδικασθείσας αποζημίωσης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος καθόσον η προβαλλόμενη αποδοχή της προσβαλλομένης απόφασης έγινε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και οι αναιρεσίβλητοι δεν ισχυρίζονται ότι η αποδοχή αυτή, που υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, έγινε σύμφωνα με τους οριζόμενους τύπους του άρθρου 297 ΑΚ, ούτε ότι τηρήθηκε γι' αυτήν η προβλεπόμενη για το Δημόσιο παραπάνω διαδικασία.

Επειδή το άρθρο 281 ΑΚ προβλέπει την απαγόρευση άσκησης μόνο των δικαιωμάτων που απορρέουν από διάταξη του ουσιαστικού νόμου. Τα δικονομικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα του διαδίκου που ηττήθηκε να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της απόφασης, δεν υπόκεινται στον περιορισμό αυτό.

Συνεπώς η ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, για το λόγο ότι το αναιρεσείον αποδέχθηκε την προσβαλλομένη απόφαση την οποία προβάλλουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το κεφάλαιο της αμοιβής του πληρεξουσίου των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι η υπόθεση δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί κατά το αναιρούμενο μέρος (580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.) και να καθορισθεί η αμοιβή του τελευταίου, που βαρύνει το αναιρεσείον, στο νόμιμο ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/ 1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 161/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στην αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ