Legislator Case Law & Legislation
1625/2011 AI generated

1625/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1625/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Tων αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Σ. και 2. Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

1625/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι όμως το Εφετείο ερεύνησε ζήτημα που δεν είχε αχθεί ενώπιόν του, έλαβε δηλαδή υπόψη "πράγμα" που δεν είχε προταθεί και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Keywords

AI generated
tenant eviction protection independent contractor clause domicile agent abandonment of expropriation territorial restriction right to disconnect
AI generated
1181/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1610/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 αγωγή των ήδη 2ου, 3ου και 4ου αναιρεσιβλήτων και με την από 14-3-2005 ανταγωγή της αρχικής διαδίκου Ε. Κ., που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικά-σθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 359/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2009 αίτησή της και με τους από 19-3-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
399/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1382/2014
Αγωγή αναγνωριστική, Ανήλικος, Αοριστία αγωγής, Δίοδος, Έγγραφα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Παραίτηση από δικόγραφο, Χρησικτησία. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η αναίρεση απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων μόνο αν λόγω της φύσης της δίκης μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομοδίκων όπως στην δίκη διανομής η στην ανακοπή του 933 των μετά την κατακύρωση αναγκαίων ομοδίκων υπερθεματιστή και επισπεύδοντα. Παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αναίρεσης.
1843/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1625/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Α. Α., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Παπαρσενίου.

Tων αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Σ. και 2. Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2009 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 5-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτησης αναίρεσης κατά παραδοχή των αναφερόμενων λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών, τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, που προβλέπει αντικατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογιών και απόρριψη της έφεσης, εάν το διατακτικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται ορθό, δεν παρέχει στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, τη δυνατότητα να ερευνήσει παράπονα που δεν προβλήθηκαν με λόγους έφεσης ή ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αλλά προϋποθέτει ότι το εφετείο ενεργεί χωρίς να υπερβαίνει τα οριοθετούμενα με τους λόγους της έφεσης όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.

Έτσι, εάν ο ενάγων παραπονείται με την έφεσή του, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του, το εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και εάν την κρίνει ουσιαστικά αβάσιμη να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιορισθεί μόνο στην έρευνα του διατυπούμενου με το σχετικό λόγο της έφεσης παραπόνου και εάν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ενώ αυτή ήταν παραδεκτή, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, μόνο δε μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης, προς εξέταση της ουσίας της (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να ερευνήσει τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Εάν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και συνεπώς "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που δεν προτάθηκε και έτσι ιδρύεται ο από το εδάφιο α' της τελευταίας αυτής διάταξης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, με την 182/2006 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας απέρριψε την ένδικη αρνητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, διότι αυτός (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή) δεν ήταν δικαιούχος του δικαιώματος πραγματικής δουλείας σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας.

Με τον πρώτο λόγο της από 7-10-2006 έφεσής της, κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής της ως προς τον τελευταίο, ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν παραδεκτή. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο είναι ουσιαστικά αβάσιμη, μολονότι δεν είχε ασκηθεί από αυτόν (δεύτερο εναγόμενο- εφεσίβλητο) έφεση ή αντέφεση, με την οποία ο ίδιος, υπό την επίκληση έννομου συμφέροντος, να παραπονείται για την απόρριψη ως απαράδεκτης (και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμης) της αγωγής (ως προς αυτόν).

Έτσι όμως το Εφετείο ερεύνησε ζήτημα που δεν είχε αχθεί ενώπιόν του, έλαβε δηλαδή υπόψη "πράγμα" που δεν είχε προταθεί και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση.

2-. Επειδή, κατά το άρθρο 1125 ΑΚ, στο δικαίωμα της δουλείας περιλαμβάνεται κάθε πράξη του δικαιούχου που είναι αναγκαία για την άσκησή της. Οφείλει όμως αυτός να ασκεί το δικαίωμά του με κάθε δυνατή φειδώ ως προς τα συμφέροντα του κυρίου του δουλεύοντος. Με φειδώ δε άσκηση είναι, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αποφυγή άσκησης του δικαιώματος της δουλείας κατά τρόπο που θα βλάπτει, χωρίς ανάγκη, το συμφέρον του κυρίου του δουλεύοντος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι κυρία μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας που βρίσκεται στη θέση "ΘΗΛΥΚΩΝΤΑΣ" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος του χωριού Νεροτριβιάς του Δήμου Μεσσαπίων, έκτασης 2.035,86 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 49% εξ αδιαιρέτου, όπως αποτυπώνεται στο από του μηνός Νοεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ν.

Κ., με τα στοιχεία ΓΔΕΖαΗΘΙΚΛΓ και συνορεύει βόρεια, στην πλευρά ΚΙΘΗ, με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, Α. συζ. Α. Κ., ανατολικά, στην πλευρά ΗαΖ, με ιδιοκτησία Α. Α., νότια, στην πλευρά ΕΖ, με δρόμο πλάτους 10,00 μέτρων και στην πλευρά ΔΓ με ιδιοκτησία του Ι. Α., δυτικά, στην πλευρά ΕΔ, με ιδιοκτησία του Ι. Α., με άλλη ανεξάρτητη και αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία της Β.

Μ. στην πλευρά ΓΛ και με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Π. στην πλευρά ΛΚ, σύμφωνα με την .../16-2-1990 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σταυρούλας Νικολάκη-Σκιά, νόμιμα μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ... και με α/α 78, όπως αυτό έχει διορθωθεί με την .../5-1-1999 συμβολαιογραφική πράξη της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου Χαλκίδας, νόμιμα μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ...

και με α/α 4. Το ακίνητο αυτό, πριν την αναφερόμενη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, η ενάγουσα το απέκτησε κατά ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου, με αγορά και μεταβίβαση από την Δ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ι. και Ε. Λ., σύμφωνα με το .../24-4-1989 συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου Χαλκίδας, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ...

και με α/α 39, όπως αυτό διορθώθηκε α) με το .../4-7-1989 διορθωτικό συμβόλαιο αυτού, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και με α/α 55 και β) με το προαναφερόμενο .../5-1-1999 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου. Το έτος 1990, η ενάγουσα ανήγειρε στο ως άνω ακίνητο της οικοδομή, η οποία σήμερα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.

Η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη απέκτησε το προαναφερόμενο ακίνητο, που συνορεύει με την ιδιοκτησία της ενάγουσας, καταρχήν κατά ψιλή κυριότητα εκείνη και κατ' επικαρπία ο σύζυγός της, δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του .../1969 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Γερογιάννη, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ...

και με α/α 82 και μετά το ν. 1329/1983, δια του οποίου καταργήθηκε η προίκα, η πρώτη εναγομένη απέκτησε αυτοδικαίως την πλήρη κυριότητα στο ως άνω ακίνητο, το οποίο έχει έκταση δύο στρέμματα περίπου κατά τον τίτλο κτήσης και συνορεύει κατά το ως άνω συμβόλαιο, γύρω με ιδιοκτησίες Δ. Χ.-Π. (ήδη ιδιοκτησία της ενάγουσας), Γ.

Π., ... και κληρονόμους Ι. Ζ.. Περαιτέρω, δυνάμει του 909/30-11-1989 πρακτικού συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο 1302 και με α/α 3, υπέρ της ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων και σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας, συστήθηκε δουλεία διόδου σε δύο συνεχόμενα εδαφικά τμήματα (λωρίδες) και συγκεκριμένα:

σε ένα πρώτο πλάτους 3 μέτρων και μήκους 48 μέτρων, το οποίο αρχίζει από εκεί που συνορεύουν τα δύο ακίνητα, στο βορειοανατολικό μέρος του κτήματος της ενάγουσας (σημεία Θ-Η του άνω σχεδιαγράμματος), συνεχίζει εντός αυτού κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του και φθάνει μέχρι εκεί που ξεκινάει ένα δεύτερο τμήμα, το οποίο χρησιμοποιείται από την ενάγουσα ως δίοδος, μήκους 21 μέτρων (σημεία γ-Δ-α του προαναφερόμενου σχεδιαγράμματος) και συνολικού πλάτους 2,50 μ.

εκ. εκ των οποίων το 1,5 μ ανήκει στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα σύμφωνα με τα συμβόλαια που αναφέρονται παραπάνω, ενώ κατά το πλάτος του ενός μέτρου έχει συσταθεί δουλεία διόδου υπέρ της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και σε βάρος της ιδιοκτησίας του Ι. Α., σύμφωνα με το .../1999 συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου Χαλκίδας, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ...

και με α/α 6. Σε ανταλλαγή της παραπάνω συσταθείσης δουλείας, σύμφωνα με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού, η ενάγουσα απέκτησε πλήρη κυριότητα σε 68 τ.μ, του ακινήτου της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα αυτού στην πλευρά που συνορεύουν οι δύο ιδιοκτησίες. Ειδικότερα, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού καθορίσθηκαν οι διαστάσεις και η κατεύθυνση της εντός του ακινήτου της αντιδίκου το οποίο ήταν απερίφρακτο και στην δίοδο δεν υφίστατο κανένα εμπόδιο, καθώς και η κατά νόμο έκταση του δικαιώματος χρήσης αυτής, χωρίς να τεθεί όρος ή περιορισμός στη χρήση αυτή, όπως τοποθέτηση πόρτας στην αρχή της κλπ, με δεδομένη και τη συναίνεση της αρχικά συγκυρίας του ακινήτου της ενάγουσας, κατά ποσοστό 51%, Β.

Μ.-Τ. δι' αναφοράς του ως άνω πρακτικού συμβιβασμού παροχής δουλείας διόδου στην ως άνω .../1990 σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και στη διορθωτική αυτής .../1999 ως άνω πράξη. Από της συστάσεως της ανωτέρω δουλείας διόδου, αυτή ασκείτο από τους εναγόμενους, οι οποίοι έχουν ανεγείρει οικία στην ως άνω ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και διατηρούν οικόσιτα ζώα, χωρίς να υφίσταται στην εδαφική λωρίδα του ακινήτου της ενάγουσας, ήτοι στο δεσπόζον, κανένα εμπόδιο.

Το έτος 2003 όμως, και αφού είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες στην ως άνω ιδιοκτησία της ενάγουσας, αυτή αυτοβούλως τοποθέτησε μια σιδερένια κινητή με ρόδες πόρτα στην προαναφερόμενη δίοδο και συγκεκριμένα στο τμήμα αυτής που έχει πλάτος 2,50 μ. κατά μήκος 21,00 μ. περίπου, στο σημείο δηλαδή που καταλήγει η δίοδος πλάτους τριών μέτρων και μήκους 48μ. (σημεία γ-Δ-α σχεδιαγράμματος), έτσι ώστε να κλείνει η είσοδος στην ιδιοκτησία της και να μη μπορούν να εισέλθουν σε αυτήν τρίτα πρόσωπα.

Ειδικότερα η πόρτα αυτή (συρόμενη) τοποθετήθηκε σε απόσταση 120 μ. περίπου από την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης σε σημείο από το οποίο πρέπει να περνούν, εκτός από την ενάγουσα και όλοι όσοι κατευθύνονται προς την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και επιπλέον στην θέση κατά την οποία είναι κλειστή, κλειδώνει με λουκέτο, κλειδί του οποίου η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγομένη με την από 29-7-2004 εξώδικη πρόσκληση της, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να το παραλάβει.

Η ενάγουσα παραπονείται ότι με την άρνηση της εναγομένης να κάνει χρήση της πόρτας και να την αφήνει ανοικτή, βλάπτεται το ακίνητό της, καθόσον είναι εκτεθειμένο σε τρίτους. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία όμως προκύπτει ότι το ακίνητο της ενάγουσας δεν φέρει περίφραξη προς την ένδικη δίοδο, όπως έχει στο υπόλοιπο μέρος αυτού, αλλά καθόλο το μήκος της ένδικης διόδου είναι ελεύθερο και προσβάσιμο χωρίς ειδικότερη είσοδο, όπως έχει το ακίνητο της εναγομένης μετά το πέρας της διόδου.

Προσέτι, η ύπαρξη της πόρτας δεν αποτέλεσε μέρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, βάσει του ως άνω πρακτικού συμβιβασμού, αλλά ούτε και άλλης συνεννόησης μεταξύ των, η δε μέχρι τότε απρόσκοπτη χρήση της διόδου, επί σειρά ετών, γέννησε τη βεβαιότητα ότι δεν επρόκειτο να τοποθετηθεί στο ως άνω σημείο πόρτα.

Εξάλλου, και η απόσταση από την ιδιοκτησία της εναγομένης μέχρι την πόρτα που τοποθέτησε η ενάγουσα, είναι αρκετά μεγάλη, περίπου 120 μ. (ήτοι 48 μ. από το σημείο που ενώνεται το κτήμα της ενάγουσας με το κτήμα της εναγομένης μέχρι συναντήσεως του υπολοίπου της παραχωρηθείσης λωρίδας-διόδου και επιπλέον 70 μ.

περίπου από την είσοδο της οικίας της εναγομένης μέχρι την εξώπορτα του κτήματος της) και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής καθιστά ιδιαίτερα προβληματική και δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος της δουλείας διόδου καθόσον για κάθε πρόσβαση στο ακίνητο της εναγομένης από τρίτους, πρέπει προηγουμένως να γίνει συνεννόηση με αυτήν για να προσέλθει και να ανοίξει την πόρτα.

Με τα δεδομένα αυτά, η άρνηση της εναγομένης να δεχθεί την τοποθέτηση της ανωτέρω πόρτας επί της διόδου δεν συνιστά παράνομη διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας στο ακίνητό της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια, η δε αχρησία (ανοικτή, χωρίς κλείδωμα) της πόρτας από την πρώτη εναγομένη έγινε σε άσκηση του δικαιώματος της εκ της δουλείας διόδου κατά το προαναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδος.

Περαιτέρω, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος δεν είναι δικαιούχος του δικαιώματος δουλείας της ένδικης διόδου, δεν αποδείχθηκε εκ μέρους αυτού πράξη προσβολής, παρακώλυσης ή διατάραξης της χρήσης της ως άνω διόδου και δη σπάσιμο λουκέτου-φθορά και απόσυρση της πόρτας. Ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης δεν επιβεβαιώνεται ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας.

Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης (άρνηση και παράλειψη αυτής να κλείσει την επί της διόδου πόρτα και να κλειδώσει αυτήν) δεν είναι παράνομη, ούτε συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά αυτής, ούτε αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης και στην αρχή της φειδούς στην άσκηση από αυτήν του δικαιώματος της δουλείας διόδου, ούτε συνιστά παρ' αμφοτέρων των εναγομένων παράνομη διατάραξη της νομής και κυριότητας της ενάγουσας, όπως αβάσιμα η ίδια ισχυρίζεται.

Εξάλλου, η άσκηση του δικαιώματος της δουλείας από την εναγομένη κατά το εν λόγω πρακτικό δεν βλάπτει το συμφέρον της κυρίας του δουλεύοντας (ενάγουσας), εφόσον η ίδια προφασιζόμενη πιθανή ιδιωτικοποίηση της εν λόγω διόδου δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα στην περίφραξη της ιδιοκτησίας της προς την επίδικο δίοδο με κατάλληλο άνοιγμα επ' αυτής για είσοδο πεζών και οχημάτων της.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, έκρινε ομοίως. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1125 εδ.

β' ΑΚ. Περαιτέρω, από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εν προκειμένω κανόνα δικαίου του άρθρου 1125 εδ.

β' ΑΚ, τη διάταξη του οποίου αυτή (απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.

3.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή δίνεται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος. Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 ΚΠολΔ) ή την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ) ή και τα δύο μαζί.

Συνεπώς, κατά του δικαιούχου της δουλείας μπορεί να ασκηθεί αρνητική αγωγή για την παύση της διατάραξης που προέρχεται από την άνευ φειδούς άσκηση της πραγματικής δουλείας και την παράλειψή της στο μέλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27-10-2004 ένδικης αγωγής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανέφερε, ότι απέκτησε την κυριότητα του περιγραφόμενου ακινήτου, εμβαδού 2.035,86 τ.μ. με την υπάρχουσα σ' αυτό διώροφη οικοδομή, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, σε βάρος του οποίου έχει συσταθεί νομότυπα, από το έτος 1989, δουλεία διόδου υπέρ του αναφερόμενου όμορου ακινήτου ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων.

Ότι από το έτος 2003 τοποθέτησε σιδερένια συρόμενη πόρτα στην αρχή της διόδου, έτσι ώστε να μην εισέρχονται τρίτοι και να προστατεύεται η ιδιοκτησία της. Ότι οι εναγόμενοι (σύζυγοι) αντιτίθενται στην τοποθέτηση της πόρτας, δεν τη χρησιμοποιούν και την αφήνουν σκόπιμα ανοιχτή, με αποτέλεσμα να εκτίθεται σε κινδύνους το ακίνητό της.

Ότι η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων είναι καταχρηστική και παράνομη, καθότι, με αυτόν τον τρόπο, ασκούν το δικαίωμα της δουλείας διόδου χωρίς κάθε δυνατή φειδώ ως προς τα συμφέροντά της. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε, α) να αναγνωριστεί η καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων λόγω της παράλειψης χρήσης ή κακής χρήσης της πόρτας, στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος της δουλείας διόδου, που έχει ως αποτέλεσμα να παραβλάπτεται η ιδιοκτησία της, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απειλή χρηματικής ποινής, να σταματήσουν τη διατάραξη της νομής και κυριότητας της ιδιοκτησίας της με την παράλειψη χρήσης της πόρτας και να υποχρεωθούν στη χρήση αυτής.

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί "ως ορισμένη, νόμω και ουσία βάσιμη" την από το άρθρο 1108 παρ.2 ΑΚ ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, συμπληρώνοντας την ιστορική βάση της με πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από την ενισταμένη-πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με τις από 26.10.2005 πρωτόδικες προτάσεις της και ειδικότερα αναφορικά με τα στοιχεία της θέσης, των διαστάσεων και της κατεύθυνσης της δουλείας διόδου, καθώς και του τρόπου κτήσης της κυριότητας εκ μέρους αυτής (ενισταμένης) επί του δεσπόζοντος ακινήτου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη του (μη προταθέντες) πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της ανωτέρω ένστασης και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, ψέγει το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί, ότι η πρώτη εναγομένη έγινε κυρία του πιο πάνω δεσπόζοντος ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1969 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Γερογιάννη), χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του το στοιχείο της κυριότητας στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου αυτής, και στη συνέχεια να κάνει δεκτή την, στηριζομένη στο άρθρο 1108 παρ.2 ΑΚ, πιο πάνω ένσταση (της εναγομένης), αφενός παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1118 και 1033 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο και αφετέρου διέλαβε σ' αυτήν (απόφαση) ασαφείς και, συνεπώς, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων κτήσης της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1122, 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της μεταγραφής των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, οι οποίες σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιελάμβαναν, πέραν της κύριας δικαιοπραξίας στην οποία αφορούσαν, ήτοι αφενός της σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και αφετέρου της τροποποίησής της, και την απαραίτητη συναίνεση της συγκυρίας του δουλεύοντας ακινήτου στη σύσταση του δικαιώματος της πραγματικής δουλείας οδού και ως πράξεων συναίνεσης στη σύσταση του δικαιώματος πραγματικής δουλείας, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 του ΑΚ). Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε ασάφεια ως προς τη δήλωση βούλησης της συγκυρίας του δουλεύοντος ακινήτου Β.

Μ.-Τ., που περιέχεται στην .../1990 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Σταυρούλας Νικολάκη-Σκιά, και στη διορθωτική αυτής .../1999 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και ειδικότερα αναφορικά με το ζήτημα αν οι περιεχόμενες στις εν λόγω πράξεις δηλώσεις βούλησης περιέχουν και συναίνεση αυτής στη σύσταση της επίδικης πραγματικής δουλείας οδού, δεν προσέφυγε για τη συμπλήρωσή της στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων.

Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αρνητική κυριότητας αγωγή ως αβάσιμη, όχι κατά παραδοχή ένστασης από το άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ της πρώτης εναγομένης, αλλά διότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα, διότι αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης (άρνηση και παράλειψη αυτής να κλείνει την επί της διόδου πόρτα και να κλειδώνει αυτήν) δεν είναι παράνομη, ούτε συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά αυτής, ούτε αντιβαίνει στην αρχή της καλής πίστης και στην αρχή της φειδούς στην άσκηση από αυτήν του δικαιώματος της δουλείας διόδου, τη νομότυπη σύσταση της οποίας (πραγματικής δουλείας) η αναιρεσείουσα τη συνομολογεί με την αγωγή της και τη θέτει ως βάση για την άσκησή της, αφού η επικαλούμενη διατάραξη της κυριότητάς της προήρχετο από την άνευ φειδούς άσκηση της δουλείας αυτής.

4.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτενώς προεκτέθηκε, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων (ενάγουσας και πρώτης εναγομένης), που περιέχονται στη συστατική πράξη της προαναφερθείσας δουλείας διόδου, ήτοι στο 909/1989 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, σχετικά με τον τρόπο άσκησης αυτής (δουλείας) και ειδικότερα κενό ή αμφιβολία, αναφορικά με τη βούληση των συμβληθέντων για την τοποθέτηση ή μη στην αρχή της διόδου πόρτας.

Άλλωστε, όπως και με την αγωγή συνομολογείται, με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού καθορίσθηκαν οι διαστάσεις και η κατεύθυνση της επίδικης διόδου εντός του ακινήτου της ενάγουσας, χωρίς να τεθεί όρος ή περιορισμός στη χρήση της, όπως τοποθέτηση πόρτας στην αρχή της. Η εκ περισσού δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων ως ενισχυτικών της κρίσης του, ότι δεν είχε συμφωνηθεί η τοποθέτηση πόρτας στην αρχή της διόδου, δεν συνιστά προσφυγή στην μνημονευόμενη ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα, επικουρικώς, διατείνεται με το αναιρετήριο.

Ενόψει των ανωτέρω, είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), αφού, ενώ διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού στο 909/1989 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, αναφορικά με τη δήλωση βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων για την τοποθέτηση ή μη στην αρχή της διόδου πόρτας, δεν προσέφυγε στα ερμηνευτικά κριτήρια των εν λόγω διατάξεων, και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με διατύπωση επικουρικότητας, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα.

5.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς αυτόν στο Εφετείο που δίκασε, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν περιέχει άλλους, εκτός των ανωτέρω, λόγους που να την αφορούν, πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-2-2010 αίτηση της Π. σύζ. Α. Α. για αναίρεση της 121/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, Α. συζ. Α. Κ. .

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΑΝΑΙΡΕΙ την αμέσως πιο πάνω απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Α. Κ..

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ