Supreme Court allows appeal against eviction order due to abuse of right and violation of good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the Greek State's appeal against a lower court's eviction order, finding the lower court failed to examine the abuse of right defense substantively. The State argued the property was used for military purposes since 1976 and that the plaintiffs' claims violated good faith principles. The Court ruled that the lower court erred by rejecting the abuse of right argument without proper analysis, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The court must substantively examine defenses of abuse of right and violations of good faith when relevant facts are established, and failure to do so constitutes a violation of substantive law grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1625 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1625/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2000 προδικαστική, 230/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 30-5-2006 αίτησή του και τους από 7-9-2007 και 15-1-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-12-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για το παραδεκτό της από 30-5-2006 αίτησης αναίρεσης και των από 7-9-2007 προσθέτων λόγων του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 77/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1229/26-9-2006 και 46/15-1-2008, αντίστοιχα, σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ.
παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999). Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά 15ετία από την εγγραφή που έγινε.
Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.
Κατά δε το άρθρο 68 του ιδίου Κτηματολογικού Κανονισμού, στην περίπτωση που το ακίνητο είναι νομικής φύσεως αρζί μιρί ισχύει η συμπλήρωση δεκαετούς κτητικής παραγραφής. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του αριθ. 11 της 12/21-1-1931 διατάγµατος του Ιταλού Κυβερνήτου, που ρύθµισε τα δικαιώµατα επί των απαλλοτριουµένων ακινήτων λόγω δηµοσίας ωφελείας στη Δωδεκάνησο και ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιµο χρόνο, ορίζεται ότι η κυριότητα των ακινήτων περιέρχεται στον υπέρ ού η απαλλοτρίωση από της ηµεροµηνίας του διατάγµατος της απαλλοτριώσεως, το οποίο µεταγράφεται στο κτηµατολογικό Γραφείο, µε µέριµνα του κτηµατικού Γραφείου, µε το άρθρο δε 3 του ιδίου διατάγµατος ορίζεται η διαδικασία προσδιορισµού του ποσού της αποζηµιώσεως, η οποία είναι καταβλητέα, εντός καθοριζοµένης προθεσµίας από του οριστικού προσδιορισµού της, στο δηµόσιο ταµείο, από το οποίο και αναλαµβάνεται από τους δικαιούχους κατά τις διατάξεις των εποµένων άρθρων, ορίζεται δε περαιτέρω ότι στην περίπτωση παραλείψεως της καταβολής της αποζηµιώσεως το διάταγµα της απαλλοτριώσεως ανακαλείται.
Η δε απόκτηση της κυριότητας απαλλοτριωθέντος ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ή της κτητικής παραγραφής, ακόμα και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση λόγω κατάληψης χωρίς καταβολή ή κατάθεση της αποζημίωσης, είναι νόμιμη γιατί η κτήση της κυριότητας επέρχεται όχι ως συνέπεια της απαλλοτρίωσης αλλά κατά τις σχετικές διατάξεις λόγω χρησικτησίας ή κτητικής παραγραφής (ΑΠ 932/1979).
Έτσι, αν το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έχει καταληφθεί, από δε της καταλήψεως αυτού, από της οποίας γεννήθηκε η διεκδικητική αγωγή, χώρησε η συμπλήρωση της κτητικής παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 του ως άνω Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ο ιδιοκτήτης δεν µπορεί, για έλλειψη εννόµου συµφέροντος, να ζητήσει τον καθορισµό αποζηµιώσεως ή την ακύρωση της απαλλοτριώσεως (ΟλΑΠ 599/1971, ΑΠ 188/1980).
Στην προκείµενη περίπτωση µε τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων το αναιρεσείον Ελληνικό Δηµόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόµενη απόφαση παρά το νόµο κήρυξε απαράδεκτους λόγους της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Από την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, τις αρχικές προτάσεις του εναγόμενου-Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου, την 503/2000 µη οριστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την 230/2004 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) το αίτημα της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του με αριθμό 111/10-5-1940 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη και της υπέρ της Βασιλικής Κυβέρνησης της Ιταλίας γενόμενης απαλλοτρίωσης του με στοιχεία τόμος 1 γαιών Παστίδας, φύλλο 49, μερίς 331 και φακ. 50 ακινήτου, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημιώσεως εντός προθεσμίας 15 ημερών από της απαλλοτριωτικού αυτού διατάγματος, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των μεταγενέστερων 1127/15-5-1940 και 13165/22-12-1975 κτηματολογικών διατάξεων και εγγραφών, με τις οποίες το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε υπέρ του Ιταλικού και στη συνέχεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, γ) να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο χρόνος νομής προς απόκτηση της κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, 2) με τις προτάσεις του το αναιρεσείον είχε προτείνει ένσταση κτητικής παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο καταλήφθηκε από της απαλλοτριώσεως το έτος 1940 από το Ιταλικό και στη συνέχεια από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και το κατέχει μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, 3) η 503/2000 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου, 4) η 230/2004 οριστική απόφαση δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την πρώτη βάση της αγωγής.
περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των απαλλοτριώσεων και των κτηματολογικών διατάξεων και εγγραφών, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημιώσεως στη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ΑΑ και απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη βάση της αγωγής περί αποκτήσεως από τους ενάγοντες κυριότητας με χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου, ανακαλώντας προς τούτο την προαναφερόμενη μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 5) με την έφεσή του το αναιρεσείον, παραπονέθηκε κατά των ως άνω πρωτόδικων αποφάσεων .για την απόρριψη της προαναφερόμενης ένστασης κτητικής παραγραφής.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε ως απαράδεκτους τους σχετικούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι αυτοί σχετίζονται με τη βάση της αγωγής περί αποκτήσεως κυριότητας της ενάγουσας με χρησικτησία, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η υπόθεση, κατά το κεφάλαιο αυτό, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν άσκησαν έφεση οι αναιρεσίβλητοι και, επομένως, το αναιρεσείον-εκκαλούν δεν είχε έννομο συμφέρον να παραπονεθεί επ' αυτού.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείovτoς-εκκαλoύντoς και απέρριψε ως απαραδέκτους τους σχετικούς λόγους εφέσεώς του, διότι η ένσταση της κτητικής παραγραφής σχετίζεται όχι μόνο με την ως άνω δεύτερη βάση της αγωγής, αλλά και με την πρώτη που έγινε δεκτή, αφού η τυχόν ευόδωση της ενστάσεως κτητικής παραγραφής, θα είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατά την κύρια βάση της, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, κύριος και πρόσθετος ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συµπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγµατική κατάσταση που διαµορφώθηκε κατά το µεσολαβήσαν χρονικό διάστηµα, δεν δικαιολογούν τη µεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του µέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δηµιουργήθηκε υπό ορισµένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.
Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσµενείς απλώς για τα συµφέροντά του επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 17/1995, ΑΠ 545/2002). Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγµάτων που διαµορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση µε την προηγούµενη συµπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συµπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώµατος (Ολ.
ΑΠ 62/1990, ΑΠ 66/2004). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόµο ή έθιµο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στην προκείµενη περίπτωση από τις αρχικές προτάσεις του αναιρεσείοντος-εναγοµένου Ελληνικού Δηµοσίου ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι αυτό είχε προβάλλει έναντι των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσιβλήτων-εναγόντων την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώµατος (άρθρ. 281 ΑΚ), εκθέτοντας ότι το επίδικο ακίνητο κατείχετο από της απαλλοτριώσεώς του από τους Ιταλούς το έτος 1940 και από του έτους 1947 από το ίδιο (το αναιρεσείον).
Ότι το ακίνητο αυτό νοµίµως καταχωρήθηκε στα κτηµατολογικά βιβλία υπέρ του Ιταλικού και στη συνέχεια υπέρ του Ελληνικού Δηµοσίου. Ότι κατά του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ΑΑ εκδόθηκαν από την Οικονοµική Εφορία Δηµοσίων Κτηµάτων πρωτόκολλα καθορισµού αυθαίρετης χρήσης δηµοσίων κτηµάτων, κατά των οποίων δεν ασκήθηκαν από αυτούς ανακοπές. 'Ότι από του έτους 1976 το επίδικο ακίνητο, µαζί µε άλλα όµορα ακίνητα ανήκοντα στην κυριότητα του Δηµοσίου, χρησιµοποιούνται από στρατιωτικές µονάδες για τον στρατωνισµόν τους µέχρι και σήµερα.
Ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα είχε απρόβλεπτες και δυσµενέστατες συνέπειες στο Ελληνικό Δηµόσιο, σε σχέση µε τον στρατωνισµό των εκεί στρατιωτικών µονάδων. Την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος η 503/2000 µη οριστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, όπως προαναφέρθηκε, την απέρριψε ως µη νόµιµη.
Η προσβαλλόµενη απόφαση την έκρινε και αυτή µη νόµιµη και απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Όµως µε βάση τα εκτιθέµενα ανωτέρω πραγµατικά περιστατικά η ένσταση αυτή είναι νόµιµη και έπρεπε να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Εποµένως το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι δεύτερος κύριος και πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιµοι.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιµοι, οι, από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρ.559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ,), πρώτος και δεύτερος κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλοµένη απόφαση και να παραπεµφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές, είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 77/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ