Legislator Case Law & Legislation
1625/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer's interest in bankruptcy auction proceedings.

Case Number 1625/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Kerkyra regarding the priority of a lawyer's claims in bankruptcy proceedings. The appellant, a lawyer, argued for priority interest payments generated after the bankruptcy declaration, but the lower court correctly rejected this based on statutory time limits. The Court upheld the lower court's decision, ruling that the appeal was inadmissible because the grounds for interruption were raised improperly in the appeal document rather than in the initial filing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The grounds for interruption of proceedings must be raised in the primary or supplementary pleading and cannot be introduced via the appeal document or subsequent submissions, rendering such late-raised grounds inadmissible.

Keywords

AI generated
interruption of proceedings priority of claims bankruptcy proceedings inadmissible appeal lawyer's interest Code of Civil Procedure procedural timing

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 975 of the Code of Civil Procedure
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 933 of the Code of Civil Procedure
Article 31 of Law 1545/1985
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 617/2001
AP 476/1996
AP 1359/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1625/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1998 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και του Σπυρίδωνος Ιωάννου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2002 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την 12-5-2002 και τους από 29-11-2005 πρόσθετους λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η 1224/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κερκύρας. Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Κερκύρας ζητά εκ νέου ο αναιρεσείων με την 30-5-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 14-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 16-2-2007 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ..... επί του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με σημείωση του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 25-2-2008 και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια και παραγγελία του αναιρεσείοντος, που είναι Δικηγόρος, στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος προσηκόντως κατά την ανωτέρω νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο να συζητήσει την υπόθεση αυτή.

Κατ'άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων ο ενάγων, ο εναγόμενος ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσίβλητο ισχυρίζεται ότι κατά του αντιδίκου του, του συνδίκου πτωχεύσεως Α και της προσβαλλομένης 174/2002 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας άσκησε την από 12-5-2002 αίτηση αναίρεσης και τους από 29-11-2005 προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1224/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, στο οποίο συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 9-1-2008 και αναμένεται η έκδοση της σχετικής αποφάσεως.

Προβάλλει δε το αναιρεσίβλητο ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ'όσον ταυτόσημο λόγο αναιρέσεως έχει προβάλλει δια του πρώτου λόγου των ανωτέρω προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο οποίος έγινε δεκτός με την προσκομιζόμενη ανωτέρω υπ'αριθ. 1224/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και επομένως ο αντίδικος του (αναιρεσείων) στερείται εννόμου συμφέροντος να αναιρεθεί εκ νέου η προσβαλλόμενη απόφαση για τον ίδιο λόγο αναίρεσης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος πρωταρχικά ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εγκείμενης στο ότι δεν αναφέρει το περιεχόμενο του πρώτου λόγου του από 29-11-2005 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης που άσκησε για να διαπιστωθεί αν ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αλλά και ως αβάσιμος γιατί ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης δεν μπορούσε να αφορά και δεν αφορούσε το μέρος του αιτήματος του ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου εκ δραχμών 5.426.614 που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά μόνο το μέρος του αιτήματος του εκ δραχμών 30.750.814 που έγινε δεκτό από αυτή, αφού μόνο ως προς το μέρος του αιτήματος που έγινε δεκτό είχε έννομο συμφέρον το Ελληνικό Δημόσιο να ασκήσει αναίρεση και προσθέτους λόγους αναίρεσης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1545/1985, στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολ.Δικ. κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις διδασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφ' όσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πρίν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος με ποσοστό, κατά το αρθρ. 977 ΚΠολ.Δικ. γίνεται μετά την ικανοποίηση ης τάξεως αυτής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 975, 976, 977 και 1007 ΚΠολ.Δικ., προκύπτει ότι μετά την ισχύ του ν. 1545/1985, αν κατά την κατάταξη συντρέχουν απαιτήσεις δικηγόρων και απαιτήσεις ενυπόθηκων δανειστών ή άλλων γενικών προνομιούχων πιστωτών, που οι απαιτήσεις τους ανήκουν στην τέταρτη, πέμπτη και έκτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠοιλ.Δικ., ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα οι απαιτήσεις δικηγόρων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι έχοντες παρεπόμενο χαρακτήρα απαιτήσεις από τόκους των αξιώσεων αυτών (Ολ.ΑΠ. 22/2000, ΑΠ 613/2001), εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης και μετά ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών και των υπολοίπων γενικών προνομιούχων πιστωτών των επόμενων τάξεων, αφού μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικηγόρων γίνεται η διαίρεση του υπολοίπου του πλειστηριάσματος που απομένει, κατά το αρθρ. 977 ΚΠολ.Δικ.

στο ένα τρίτο, από το οποίο ικανοποιούνται οι υπόλοιποι γενικοί προνομιούχοι πιστωτές και στα δύο τρίτα, από τα οποία ικανοποιούνται οι ενυπόθηκες πιστωτές. Ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ.2 και 3 ΚΠολ.Δικ.

Ο χρόνος, της κήρυξης της πτώχευσης λαμβάνεται ως κρίσιμος χρόνος για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας στην οποία ανατρέχει το προνόμιο των απαιτήσεων των δικηγόρων, εφόσον δεν προηγήθηκε από την πτώχευση κατάσχεση και ορισμός ημέρας πλειστηριασμού. Τούτο δε διότι η κατάσχεση που προηγήθηκε, δεν επηρεάζεται από την κήρυξη του οφειλέτη (εκείνου κατά του οποίου γίνεται εκτέλεση γενικότερα) σε κατάσταση πτώχευσης, η οποία μόνη συνέπεια έχει ότι δεν μπορεί, από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, να γίνει ή να εξακολουθήσει ατομικά, με βάση και την κατάσχεση, εκτέλεση με επίσπευση των δανειστών που δεν έχουν ειδικό προνόμιο ή δεν είναι ενυπόθηκοι.

Εάν συνεπώς είχε προηγηθεί κατάσχεση, ως αφετηρία της διετίας στην οποία ανατρέχει το προνόμιο των απαιτήσεων των δικηγόρων, λαμβάνεται υπόψη η αρχική ημερομηνία ορισμού του πρώτου μετά την κατάσχεση πλειστηριασμού και όχι η μεταγενέστερη ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης και έτσι ικανοποιούνται προνομιακά, πριν από τη διανομή του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3, όλες οι απαιτήσεις των δικηγόρων, που προέκυψαν στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού.

Η ημερομηνία στην κήρυξη της πτώχευσης λαμβάνεται υπόψη ως αφετηρία, όχι μόνο όταν ουδεμία κατάσχεση έγινε και επακολούθησε ρευστότητα κατά την πτωχευτική διαδικασία και σύνταξη λογαριασμού (πίνακα) διανομής από τον σύνδικο της πτώχευσης, αλλά και όταν επακολούθησε, μετά την πτώχευση, κατάσχεση εκ μέρους ειδικού προνομιούχου (ενυπόθηκου) δανειστή, αφού είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα που έχει επέλθει με την κήρυξη της πτώχευσης, ως προς τους γενικούς προνομιούχους πιστωτές, δεν μπορεί να ανατραπεί από τις μεταγενέστερες ενέργειες των ειδικών προνομιούχων ή ενυπόθηκων δανειστών (Ολ.ΑΠ. 22/2000, Ολ.ΑΠ. 30/1996, ΑΠ 102/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με επίσπευση της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" και δυνάμει της από 15.5.1995 κατασχετήριας επιταγής που γράφτηκε στα βιβλία Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ....., στις 17.5.1995, κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ακίνητο το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια αυτής, εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΟΦΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΕ-.....", που βρίσκεται στη θέση "....." της περιοχής του .....

της ....., έκτασης 6.006,59 τμ., και ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 18/6/1997, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... προγράμματος του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γεωργίου Ζωχιού. Μετά από αναβολές και ματαιώσεις, ορίσθηκε με το υπ' αριθ. ..... επαναληπτικό πρόγραμμα του ίδιου συμβολαιογράφου, ως ημέρα πλειστηριασμού η 22-7-1998, κατά την οποία, το ως άνω ακίνητο, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά, κατά τις διατάξεις του ΝΔ.

από 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", με την υπ' αριθ. ..... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου συμβολαιογράφου, για την ικανοποίηση απαίτησής της, ύψους 180.887.157 δραχ. πλέον τόκων και εξόδων, η οποία (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος), αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και κατακυρώθηκε σ' αυτή το παραπάνω ακίνητο αντί 150.000.000 δραχμών.

Στο μεταξύ με την υπ' αριθ. 18/1-4-1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οφειλέτρια κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε προσωρινός σύνδικος, ο δικηγόρος Κέρκυρας Α. Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αναγγέλθηκαν εκτός άλλων: α) η επισπεύδουσα, για απαιτήσεις της ύψους 185.185.877 δραχμών, για τις οποίες είχε εγγράψει στις 9-4-1993 στο Υποθηκοφυλακείο .....

πρώτη υποθήκη, β) το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Δ/ντή της Β' ΔΟΥ Κέρκυρας, για απαιτήσεις του, ύψους 125.585.394 δραχ. συνολικά, για προνομιακές απαιτήσεις του (αρθρ.61 παρ.1 ΚΕΔΕ), γ)το ΙΚΑ, για απαίτηση του, ύψους 30.911.263 δραχ. προνομιακή (αρθρ. 975 περ.6 ΚΠολΔ) με αρχική και συμπληρωματική, δια του συνδίκου, αναγγελία του, δ) ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος Χ, για συνολική απαίτησή του, από δικηγορικές αμοιβές, συνολικού ύψους 36.177.428 δραχ. (προνομιακή, αρθρ. 975 περ.3 ΚΠολΔ), με την από 27.7.1998 αναγγελία του ίδιου και την όμοια αναγγελία του άνω συνδίκου, στις οποίες είχαν επισυναφθεί και τα αναφερόμενα στον προσβαλλόμενο πίνακα και την ανακοπή, έγγραφα (αντίγραφα ανακοπών, προσθέτων λόγων, προτάσεων, αιτήσεων και αποφάσεων των δικαστηρίων, στα οποία αφορούσαν οι δικηγορικές του υπηρεσίες προς την εντολέα του καθής η εκτέλεση), 19 συνολικά, αποδεικτικά της απαίτησης του, ε)ο προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης, για λογαριασμό, εκτός άλλων, και των ανωτέρω γενικών προνομιούχων πιστωτών (Ελληνικού Δημοσίου, ΙΚΑ, Χ), για τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. ..... πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε από το πλειστηριασμό τα έξοδα εκτέλεσης, που καθόρισε στο ποσό των 6.888.720 δραχμών, στο υπόλοιπο, κατέταξε:

στο 1/3, από 47.703.760 δραχ. το εκκαλούν-καθου οι ανακοπές Ελληνικό Δημόσιο, για μέρος της απαίτησής του και στα 2/3, από 95.407.520 δραχ. την επισπεύδουσα, ενυπόθηκη δανείστρια "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" για αντίστοιχο μέρος της απαίτησής της, εξασφαλισμένο με υποθήκη στο ακίνητο που πλειστηριάστηκε, και δεν κατέταξε τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο δια του συνδίκου, για τις προαναφερόμενες προνομιακές απαιτήσεις του, νια τις οποίες είχε νομίμως αναγγελθεί και στην πτωχευτική διαδικασία με το σκεπτικό ότι, από τα συνημμένα στην αναγγελία του ίδιου και του συνδίκου έγγραφα, δεν προκύπτει ότι οι απαιτήσεις του, για τις οποίες ζητεί να καταταγεί, έχουν επιδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, όπως όριζε ή τροποποιηθείσα (ήδη κατά τη σύνταξη του πίνακα), διάταξη του άρθρου 975 περ.5 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού.

Ενώ, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μαζί με την από 27.7.98 αναγγελία του ανακόπτοντος (αναιρεσείοντος) που κοινοποιήθηκε στον ίδιο, την οφειλέτρια, την επισπεύδουσα και το σύνδικο και την από 3.9.1998 αναγγελία τελευταίου, ως εκπροσώπου του άνω και των λοιπών γενικών προνομιούχων πιστωτών, που κοινοποιήθηκε επίσης νόμιμα και εμπρόθεσμα σ αυτόν, (υπάλληλο του πλειστηριασμού), κατατέθηκαν και τα αναφερόμενα σ' αυτές και τις ανακοπές αποδεικτικά έγγραφα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .....

πράξη κατάθεσης, για τις δικηγορικές εργασίες που εκτέλεσε για λογαριασμό της οφειλέτριας, ο ανακόπτων, ο οποίος άσκησε: 1)την από 29.5.95 ανακοπή και τους από 8.9.95 πρόσθετους λόγους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας κατά της από 15.5.95 επιταγής της επισπεύδουσας και της, δυνάμει αυτής, εγγραφείσας κατάσχεσης, που επιδόθηκαν νόμιμα σ' αυτή, κατά τη συζήτηση των οποίων, υπέβαλε στο άνω Δικαστήριο και τις από 31.1.96 προτάσεις, εκδόθηκε δε η υπ' αριθ. 187/96 απόφαση αυτού, 2)την από 4.6.97 ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, κατά της επισπεύδουσας και του υπ' αριθ. .....

προγράμματος πλειστηριασμού, που επιδόθηκε νόμιμα σ' αυτή, 3) την από 11.7.97 ανακοπή κατά της επισπεύδουσας και του ..... επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (αριθ. κατ. 282/97), που κοινοποιήθηκε σ' αυτή, 4) την από 4.6.97 (αριθ. καταθ. .....) αίτηση αναστολής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και στη συζήτηση της, κατέθεσε το από 9.6.1997 σημείωμα, εκδόθηκε δε η υπ' αριθ. 201/97 απόφαση του, 5) την από 11.7.97 (αριθ.

κατ. .....) αίτηση αναστολής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, 6) την από 5.9.97 (αριθ.κατ. .....) αίτηση ανατροπής κατάσχεσης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, και κατά τη συζήτηση της, στη δικάσιμο της 10.9.97 κατέθεσε σημείωμα, εκδόθηκε δε η υπ' αριθ. 350/1997 απόφαση αυτού, 6) παραστάθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας στις 26.1.98 στη συζήτηση της από 27.10.97 αίτησης της επισπεύδουσας και κατέθεσε σημείωμα, 7) άσκησε την από 4/6/97 (αριθ.

καταθ. .....) αίτηση αναστολής ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και κατέθεσε στη συζήτησή της, στις 17.6.97, σημείωμα, εκδόθηκε δε η υπ' αριθ. 208/1997 απόφαση αυτού, τα έγγραφα δε αυτά προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (και στο Εφετείο) για την απόδειξη της απαίτησής του, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, εφαρμόζοντας την μη ισχύουσα κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης- αφού τα προνόμια κρίνονται από το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα- διάταξη του άρθρου 975 αριθ.5 ΚΠολΔ (η οποία ήδη είχε καταργηθεί από 6-5-1997 με το άρθρο 6 παρ.16β' του ν.2479/1997), κατά την οποία προϋπόθεση του προνομίου των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος ήταν η επιδίκασή τους με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και με την παραδοχή ότι αυτές αποδεικνύονται κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο, ενώ είχε μεσολαβήσει η κήρυξη της πτώχευσης της οφειλέτριας-εντολέως του και είχαν υπαχθεί στη διαδικασία επαλήθευσης, δεν κατέταξε τον αναιρεσείοντα στον πίνακα, ούτε τυχαία, για τις άνω προνομιακές κατά το άρθρο 975 αρ.3 απαιτήσεις του, "αμφίβολες" (τότε), και μάλιστα πριν τη διαίρεσή του, μετά την αφαίρεση των εξόδων, υπολοίπου ποσού του πλειστηριάσματος σε ποσοστά 1/3 και 2/3, αλλά εσφαλμένα, κατέταξε σ'αυτό και κατά τα άνω ποσά, όπως έχει εκτεθεί, το καθου οι ανακοπές Ελληνικό Δημόσιο και την επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" αντίστοιχα.

Ενώ δε με βάση αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι με την επίσπευση ενυπόθηκης δανείστριας, ορίσθηκε αρχικά ο πλειστηριασμός του ακινήτου της οφειλέτριας για την 12-6-1997, ότι τελικά έγινε την 22-7-1998 και ότι κατά το ενδιάμεσο διάστημα την 1-4-1998, με την 18/1-4-1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, η οφειλέτρια κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, έκρινε ότι οι προαναφερόμενες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος δικηγόρου ύψους 36.177.428 δραχμών (για τις οποίες δέχεται η προσβαλλόμενη ότι ανηγγέλθηκαν στην πτώχευση της οφειλέτριας νόμιμα και έγιναν δεκτές στο σύνολό τους από τον εισηγητή της πτώχευσης γιατί δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα δανειστή) έπρεπε να καταταγούν προνομιακά, έστω και τυχαία, μόνο για το ποσό των 30.750.814 δραχμών και όχι και για το ποσό των 5.426.614 δραχμών, που αφορά αμοιβές για δικαστικές ενέργειες σε προηγούμενο της κήρυξης της πτώχευσης χρονικό διάστημα, πέραν της διετίας, και, δεν καλύπτονταν χρονικά από το προνόμιο του άρθρου 975 αρ.3 ΚΠολΔ).

Τούτο δε γιατί υπολόγισε τη διετία από την κήρυξη της πτώχευσης την 1-4-1998 και όχι την 18-6-1997 που είχε ορισθεί αρχικά ως ημέρα πλειστηριασμού και δεν περιέλαβε στις προνομιακές απαιτήσεις του αναιρεσείοντα και τις απαιτήσεις του για σύνταξη του από 8-9-1995 δικογράφου πρόσθετων λόγων ανακοπής και από 31-1-1996 δικογράφου προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας συνολικού ποσού (3.617,743 +1808.871) 5.426.614 δρχ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του σύμφωνα με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω ναι μεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των ένδικων απαιτήσεων του αναιρεσείοντα δικηγόρου περιλαμβάνονται και απαιτήσεις από τόκους των αξιώσεών του αυτών, που έχουν παρεπόμενο προς τις ένδικες κυρίες αξιώσεις του χαρακτήρα, πρέπει όμως και οι παρεπόμενες αυτές αξιώσεις του να προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (18-6-1997).

Όπως δε προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 31 ν. 1545/1985, κατά τη βούληση του νομοθέτη, που απέβλεπε και στην εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των δανειστών, δεν υπήχθησαν στα από τη διάταξη αυτή προνόμια οι μη διαλαμβανόμενες σε αυτήν απαιτήσεις του δικηγόρου που γεννήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία για την οποία είχε επισπευθεί αρχικά ο πλειστηριασμός μέχρι και την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης.

Τούτο συνάγεται και εξ αντιδιαστολής προς τη ρύθμιση των απαιτήσεων για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητά καθορίσθηκε στην ίδια διάταξη ότι υπάγονται στο προαναφερόμενο προνόμιο ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν (ΑΠ 617/2001, ΑΠ 476/1996). Επομένως το Εφετείο που απέρριψε, κατ' επικύρωση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης, το αίτημα του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος με το οποίο ζητούσε να καταταγεί προνομιακά και για τους τόκους των απαιτήσεών του, από την επόμενη της αναγγελίας μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης ως μη νόμιμο, γιατί οι τόκοι αυτοί γεννήθηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης και δεν υπάγονται στο προνόμιο του άρθρου 975 αριθ.3 ΚΠολ.Δικ., δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και η προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ.

αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 979 παρ.2 και 933 ΚΠολ.Δικ., οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προβάλλονται με κύριο ή πρόσθετο δικόγραφο και όχι με τις προτάσεις της πρώτης ή μεταγενέστερης στο πρώτο βαθμό συζήτησης ή στο δεύτερο βαθμό ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής.

Άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, ανεξάρτητα αν υπήρχαν κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα (ΑΠ. 1359/1995). Ενώ εξ' άλλου, όπως αναπτύχθηκε στην αρχή, στις απαιτήσεις των δικηγόρων που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 Ν. 1545/1985, στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολ.Δικ.

περιλαμβάνονται και οι έχοντες παρεπόμενο χαρακτήρα απαιτήσεις για τόκους των αξιώσεων αυτών, μόνον εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πρίν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού. Επομένως το Εφετείο που δεν δέχθηκε την προνομιακή ικανοποίηση των τόκων των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντα δικηγόρου του χρονικού διαστήματος μετά την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (18-6-1997) και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης που ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις του της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζήτησης δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340 επ. 345, 346 ΑΚ, 972, 974, 975 παρ.3 , 980 ΚΠολ.Δικ.

και 563 Εμπ.Ν. και η προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ. για το αντίθετο αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη αλλά και ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 174/2002 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ