Legislator Case Law & Legislation
1625/2007 AI generated

1625/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1625/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 48/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 457/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1625/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Keywords

AI generated
credit institutions bankruptcy claim damage to credit letter of credit credit rating consumer credit agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1625 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1625/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ............, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο, ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της εταιρείας τροποποιήθηκε σε "ΒΙΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", εδρεύει στη Μαγούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 48/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 457/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επόμενων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται, μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά. του εκδότη ή των προηγούμενων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.

ΑΠ. 29/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) εξέδωσε στη ........, εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τις με χρονολογία ....... και .........

και με αριθμούς ........και........ επιταγές, ποσού 6.346.819 δρχ. και 6.000.000 δρχ. αντίστοιχα, που ήταν πληρωτέες σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "............. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", από την Τράπεζα Κρήτης, σε χρέωση τού με αριθμό........ λογαριασμού του στην εν λόγω πληρώτρια Τράπεζα. Τις επιταγές αυτές, η προαναφερόμενη εταιρία, ως νόμιμη κομίστρια, οπισθογράφησε και παρέδωσε στην ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), προκειμένου να εξοφλήσει οφειλόμενο προς αυτήν τίμημα από αγορά προϊόντων παρασκευής της.

Κατόπιν η ενάγουσα, ως νόμιμη κομίστρια των επιταγών, τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στη συνεργαζόμενη μαζί της Τράπεζα με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Πίστεως", η οποία τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πιο πάνω πληρώτρια Τράπεζα Κρήτης στις ...... και .......αντίστοιχα, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν λόγω της έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον άνω λογαριασμό του εναγομένου, γεγονός που βεβαιώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα επί του σώματος των επιταγών.

Στη συνέχεια, οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες στην ενάγουσα, η οποία έτσι ζημιώθηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά, αφού αυτή, αγνοώντας ανυπαιτίως ότι οι επιταγές δεν επρόκειτο να εξοφληθούν, πώλησε και παρέδωσε στην, δι' οπισθογραφήσεως, κομίστρια των επιταγών εταιρία με την επωνυμία "............. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", εμπορεύματα ίσης αξίας με εκείνη των επιταγών, ήτοι συνολικού ποσού 12.346.819 δρχ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως εξ αναγωγής δικαιούχου από τις επιταγές, κατόπιν ικανοποιήσεως του τελευταίου κομιστή, με την οποία αυτή ζητούσε αποζημίωση από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του ν. 5960/1933 και του ΑΚ, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία έναντι της αναιρεσίβλητης, και έτσι είναι αβάσιμοι οι μοναδικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ............, για αναίρεση της 457/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ