Supreme Court dismisses appeals in labor dispute, ruling interest exemption valid due to excessive claim amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals against a labor court judgment regarding interest on claims. The appellants argued the lower court erred by not awarding interest, but the court found the exemption valid because the total claimed amount far exceeded one million euros. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 346 of the Civil Code; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: Interest on claims is exempted only if the counterclaim is reasonable, which is the sole criterion for exemption, and in this case, the excessive total amount of the claims rendered the counterclaim unreasonable, justifying the exemption.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1624 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1624/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αιγιαλείας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αίγιο Αχαΐας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπέσκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) S. L. M. του I. L., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της: α) D. L. του I. και S. β) N. L. του I. και S., 4) H. L. του D., κατοίκων Κάτω Αχαΐας, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στάθη Φίλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β)Των αναιρεσειόντων: 1) S. L. M. του I. L., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της: α) D. L. του I. και S. β) N. L. του I. και S., 4) H. L. του D., κατοίκων Κάτω Αχαΐας, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στάθη Φίλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) της Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "…..Ο.Ε." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Δήμου Αιγιαλείας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αίγιο Αχαΐας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπέσκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 148/2015 μη οριστική και 603/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως, η 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο Α) αναιρεσείων με την από 7-5-2020 αίτησή του και οι Β) αναιρεσείοντες με την από 11-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 7.5.2020 (αριθμ. καταθ. 33/09.07.2020, αριθμ. πιν. 33) και από 11.11.2020 (αριθμ. καταθ. 2/15.01.2021, αριθμ. πιν. 34), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 170/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με τις υπό κρίση από 7.5.2020 και από 11.11.2020 αιτήσεις αναίρεσης του ενός εναγομένου ήτοι του Δήμου Αιγιαλείας και των εναγόντων, αντίστοιχα, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 170/2020απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά και κατ' ουσία δεκτές Α) η από 9.10.2018 και με αριθμό κατάθ. 428/11.10.2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Δήμου Αιγιαλείας κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων 1) S. L.
M. κλπ (σύν. 4), Β) η από 27.10.2017 και με αριθμό κατάθ. 366/6.11.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ….και Σία ΕΕ", όπως μετατράπηκε η Ο.Ε. με την επωνυμία "……ΟΕ" και Γ) η από 11.2.2019 και με αριθμό εκθ. καταθ. 11/8.2.2019 καθώς και η από 16.9.2018 και με αριθμό κατάθ. 31/17.9.2018, αντεφέσεις, των αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων 1) S. L.
M. κλπ (σύν. 4) και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 603/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 22.1.2013 και με αριθμό εκθ. καταθ. 232/22.1.2013 αγωγή. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του κ.ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός ή ο θάνατος του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 876/2014, 938/2013).
Δηλαδή όταν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο των άνω προσώπων ο παθών έχει το εκλεκτικό δικαίωμα είτε να ασκήσει την αξίωση από το νόμο 551/1015, οπότε δεν υποχρεούται να αποδείξει πταίσμα του εργοδότη και η αποζημίωση είναι περιορισμένη, είτε την αξίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού (αστικού) δικαίου (άρθρο 914 ΑΚ επ.,) οπότε η ευθύνη του εργοδότη είναι υποκειμενική και η αποζημίωση πλήρης (ΑΠ 170/2020, 1637/2018, 1308/2015, 959/2014).
Επομένως, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, για να δικαιούται ο παθών ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, τα μέλη της οικογένειάς του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του παθόντος ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1389/2018, 1048/2018, 517/2017).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. (ΑΠ1389/2018, 1337/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η κατάφαση ή η άρνηση αυτής σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γίνονται δεκτά, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 και αρ. 19). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 4παρ. 1 του ν. 1396/1983, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του.
Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του ρητά ή σιωπηρά τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο εργολάβος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 412/2018, 1048/2018).
Στο Π.Δ. 22 της 9/12.1.1976: Περί επιβλέψεως της λειτουργίας, χειρισμού και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, όπως αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου εργατικού ατυχήματος με το Π.Δ. 31/1990 (ΦΕΚ 11Α'/05.02.1990) "επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων" εκδοθέντα αμφότερα δυνάμει εξουσιοδοτήσεως εκ του άρθρου 5Ν.6422/1934:
Α) στο άρθρο 1 ορίζεται: Όλα τα κινητά και μεταθετά μηχανήματα εκτέλεσης τεχνικών έργων που λειτουργούν με κινητήρια θερμική μηχανή ή ηλεκτροκινητήρα για την εφαρμογή του άρθρου 3 του Ν.6422/34, θεωρούνται απλές μηχανολογικές εγκαταστάσεις. (α) Για την επίβλεψη της λειτουργίας και τη συντήρηση, εφόσον η κινητήρια δύναμή τους δεν υπερβαίνει τους 800 ΗΡ. (β) Για το χειρισμό, ανεξάρτητα από την κινητήρια δύναμή τους.
Β) Στο άρθρο 2 ορίζεται: παρ. 1 Τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 κινητά και μεταθετά μηχανήματα εκτελέσεως τεχνικών έργων, που λειτουργούν με κινητήρες εσωτερικής καύσεως (θερμικούς) διακρίνονται σε δώδεκα (12) Ομάδες μηχανημάτων από Α' έως ΙΒ'. .... Στην ομάδα Ε' περιλαμβάνονται: 1. Οι μπουλτόζες: προωθητήρες γαιών παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας. 2.
Οι τορναντόζες παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας. 3. Οι φορτωτές αλυσότροχοι και λαστιχοφόροι παντός τύπου. 4. Οι αποξέστες γαιών ΣΚΡΕΙΠΕΡ, ΤΟΡΝΕΜΠΟΥΛ και λοιπών τύπων. Γ) Στο άρθρο 4 ορίζεται: Δικαιούχοι επίβλεψης - συντήρησης - χειρισμού: 1. Κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επί αυτοκινήτου με κινητήρα θερμική μηχανή ισχύος από (17) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα μηχανήματα που αναφέρονται στις δώδεκα (12) ομάδες του άρθρου 2 παρ. 1 και συνολική ισχύ των ηλεκτροκινήτων (ΜΟΤΕΡ) από (15) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα μηχανήματα των πέντε (5) ομάδων του άρθρου 2, παρ. 2) εάν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού - χειριστού που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος. 2) Στο Π.Δ. 305/1996, ΦΕΚ Α' 212/1996, "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 3 Ν.1338/1983, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, όπου :
Α) στο άρθρο 2 ορίζεται: Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νοούνται ως: παρ. 1. Προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο, που στο εξής αποκαλείται "εργοτάξιο": Κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο. Στο παράρτημα I του άρθρου 12 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος τέτοιος εργασιών.
παρ. 2. Κύριος του έργου: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται ένα έργο.... παρ. 4. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της προηγούμενης παραγράφου, μη αποκλειομένου και του κυρίου του έργου όταν αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο.
Παρ. 5 Εργαζόμενος: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων. Β) Στο άρθρο 3 "Υποχρέωση απασχόλησης συντονιστών. - Σχέδιο και φάκελος ασφάλειας και υγείας. - Εκ των προτέρων γνωστοποίηση" ορίζεται: παρ. 3. Πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφαλείας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφαλείας και υγείας.
Γ) Στο άρθρο 8 "Γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών" ορίζεται: παρ. 2. Για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του παρόντος διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι. α. Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος, ιδίως κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
β. Λαμβάνουν υπόψη τις υποδείξεις των συντονιστών για θέματα ασφάλειας και υγείας. Δ) Στο άρθρο 12 - Τμήμα
ΙΙ "Θέσεις εργασίας σε εργοτάξια εκτός των εγκαταστάσεων", στην παρ. 8 "Οχήματα χωματουργικά μηχανήματα και μηχανήματα διακίνησης υλικών" ορίζεται: 8.1. Όλα τα οχήματα και τα χωματουργικά μηχανήματα καθώς και τα μηχανήματα διακίνησης υλικών πρέπει: α. Να είναι σωστά σχεδιασμένα και κατασκευασμένα λαμβάνοντας υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τις εργονομικές αρχές β.
Να διατηρούνται σε καλή κατάσταση λειτουργίας και τυχόν μετατροπές να εγκρίνονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία λαμβάνοντας υπόψη την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. γ. Να χρησιμοποιούνται σωστά και από πρόσωπα κατάλληλα και εφοδιασμένα με τις απαιτούμενες άδειες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 8.2.
Οι οδηγοί και χειριστές των οχημάτων και των χωματουργικών μηχανημάτων καθώς και των μηχανημάτων διακίνησης υλικών πρέπει να έχουν λάβει ειδική εκπαίδευση και να διαθέτουν την απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία άδεια. 8.3. Πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η πτώση των εν λόγω οχημάτων και των μηχανημάτων στο χώρο εκσκαφής ή στο νερό. 8.4.
Τα χωματουργικά μηχανήματα και τα μηχανήματα διακίνησης υλικών πρέπει, να είναι εφοδιασμένα με τα κατάλληλα συστήματα σύμφωνα με τις προβλέψεις του κατασκευαστή, ώστε ο οδηγός να προστατεύεται κατά της σύνθλιψης σε περίπτωση ανατροπής του μηχανήματος, καθώς και κατά της πτώσης αντικειμένων. 8.5. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, άδειες κλπ.
πρέπει να συνοδεύουν το μηχάνημα ή τον οδηγό και να είναι στη διάθεση των ελεγκτικών αρχών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 300 εδ. α' και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, συνακόλουθα δε και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλ. να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και της επέλευσης ή της έκτασης της ζημίας του, τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν (ΑΠ 1152/2012).
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλ.
ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθ.559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2015, 188/2015, 1152/2012). Η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος σε εργατικό ατύχημα παραδεκτά προτείνεται κατ' αυτού και όταν αυτό οφείλεται σε μη τήρηση ειδικών όρων και μέτρων ασφαλείας (βλ.
γενικά ΑΠ 80/2016, 757/2015, 561/2015, 309/2015, 1266/2014, 343/2005), αφού το άρθ.16§4 ν.551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως, μόνον αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς για τον καθορισμό του ποσού αυτής το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1489/2007).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 262 § 1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση αυτή απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να θεμελιώσουν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και να γίνεται σαφής μνεία ότι αυτό προτείνεται προς θεμελίωση ένστασης, προκειμένου με την παραδοχή της να αρθεί ή μειωθεί η οφειλομένη από τον υπαίτιο χρηματική ικανοποίηση με την συνεκτίμηση του οικείου πταίσματος και να ζητείται η λόγω της συνδρομής αυτού απόρριψη της σχετικής αξίωσης του παθόντος ή η μείωση του ζητουμένου ποσού (πρβλ.
ΑΠ 343/2005, 1502/2001).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο υπήκοος Αλβανίας I.
L. του και H., ετών 34, κάτοικος εν ζωή Κάτω Αχαϊάς Πατρών, προσλήφθηκε την 21.8.2012, από την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία είχε ως αντικείμενο την κατασκευή τεχνικών έργων συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων και της κατασκευής και συντήρησης έργων οδοποιίας και εργαζόταν σ' αυτήν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων έργου.
Δυνάμει άτυπης και δη προφορικής σύμβασης έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και του δευτέρου εναγομένου Δήμου Αιγιαλείας, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο αυτού, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών βελτίωσης της βατότητας και καθαρισμού του αγροτικού δρόμου, στην θέση "…..", της περιφέρειας του τοπικού διαμερίσματος …..
του δευτέρου εναγομένου Δήμου, τις δε απαιτούμενες εργασίες υπέδειξε επί τόπου ο Πρόεδρος του ως άνω τοπικού διαμερίσματος, καθώς δεν υπήρχε εργολαβικό συμφωνητικό για την ανάληψη του έργου με σχετική μελέτη και σχετικές τεχνικές προδιαγραφές και υποχρεώσεις κατασκευής. Συγκεκριμένα οι εργασίες περιελάμβαναν, με τη χρήση μηχανήματος έργων, τον καθαρισμό και την βελτίωση της βατότητας του αγροτικού δρόμου, ο οποίος ήταν χωμάτινος, σε μικρή έκταση περί τα 400 μέτρα, καθώς η επιφάνειά του είχε υποστεί παραμορφώσεις από τις βροχοπτώσεις του προηγούμενου χειμώνα.
Ο δρόμος αυτός εξυπηρετεί αγροτικές ιδιοκτησίες και έχει πλάτος που κυμαίνεται από 2,80 μ. έως 3,50 μέτρα περίπου, σε επικλινές έδαφος και ανάντη και κατάντη κλίση περίπου 8-10%, δηλαδή στη μία πλευρά υπάρχει ανάχωμα και στην άλλη κενό. Στο πλαίσιο υλοποίησης του ανωτέρω έργου, την 27.8.2012, ημέρα Δευτέρα, ο ανωτέρω εργαζόμενος lndrit Lika ανέλαβε το χειρισμό του μηχανήματος έργου-φορτωτή, με αριθμό κυκλοφορίας ..., τύπου CATERPILLAR 920, βάρους 8.400 Kg, με ανασηκώμενη μεταλλική δαγκάνα (κουβά), με τέσσερις ελαστικούς τροχούς διαμέτρου περί το 1,50 μέτρο έκαστος, ισχύος 80 ίππων, με μεταλλική καμπίνα οδηγού, πλάτους του μηχανήματος 2,310 μέτρων, έτους πρώτης άδειας κυκλοφορίας 1972, ιδιοκτησίας Α.
και Δ. Α. Οι εργασίες που εκτελούσε ο ανωτέρω εργαζόμενος συνίσταντο στο σύρσιμο του κουβά του φορτωτή επί της οδού και την παράσυρση με αυτόν τον τρόπο του χώματος για την εξομάλυνση της επιφάνειας του δρόμου, το δε υλικό (χώμα) από τον καθαρισμό συγκεντρωνόταν στον κουβά ή περίσσευε στα άκρα του δρόμου.
Κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, περί ώρα 12.30 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής κινούμενος κατά τη μία φορά του δρόμου από βορρά προς νότο, στο σημείο καθαρισμού που του είχε υποδειχθεί, αφού το πέρασε με ανασηκωμένο τον κουβά, προχώρησε πέραν του σημείου αυτού, σε παρακείμενο πλάτωμα για να κάνει αναστροφή ώστε να επιστρέψει και να κινηθεί με αντίθετη φορά.
Όταν έφθασε στο πλάτωμα, ενήργησε ελιγμό οπισθοπορείας με ανασηκωμένο τον κουβά λόγω του είδους του ελιγμού και με αναστροφή έλαβε με τον φορτωτή αντίθετη θέση, με φορά δηλαδή από νότο προς βορρά, όπου ο δρόμος παρουσιάζει κατωφέρεια. Ακολούθως ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής ξεκίνησε κανονικά την πορεία του στο δρόμο, δηλαδή προς βορρά, πλην όμως λίγο μετά το πλάτωμα, από αδέξιο χειρισμό του, απώλεσε τον έλεγχο του φορτωτή, παρεξέκλινε της πορείας του δεξιά, έπεσε στο κενό πρανές σημείο και ανετράπη ο φορτωτής μαζί με τον χειριστή, με αποτέλεσμα να συνθλιβεί κατά την ανατροπή η καμπίνα του φορτωτή και να καταπλακωθεί ο χειριστής και ακολούθως αφού διένυσε απόσταση 17,30 περίπου μέτρων στο πρανές ακινητοποιήθηκε σε κανονική θέση με τον κουβά κατεβασμένο εντός παρακείμενου καλλιεργημένου αγρού.
Εξαιτίας της ανατροπής του φορτωτή και της σύνθλιψης της μεταλλικής καμπίνας, ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής, ο οποίος καταπλακώθηκε και απεγκλωβίστηκε από την καμπίνα με την βοήθεια της ΕΚΑΜ Αιγίου και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Αιγίου, υπέστη πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξαιτίας των οποίων επήλθε ακαριαία ο θάνατός του.
Το ανωτέρω ατύχημα χαρακτηρίζεται ως εργατικό, διότι πρόκειται, για βίαιο συμβάν, που συνέβη από εξωτερικά αίτια, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της εργασίας του θανόντος. Το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο της εργοδότριας εταιρείας-πρώτης εναγομένης όσο και του εργαζομένου θανόντος, οι οποίοι δεν επέδειξαν στην συγκεκριμένη περίπτωση, την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος οφείλει και μπορεί να επιδείξει υπό τις ανάλογες περιστάσεις.
Ειδικότερα η αμέλεια της πρώτης εναγομένης, η οποία ως εργολάβος είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου βελτίωσης και διαμόρφωσης του αγροτικού δρόμου, συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια για την τήρηση των οριζομένων από τον νόμο όρων και μέτρων ασφαλείας του εργαζομένου ως βοηθού χειριστή του μηχανήματος έργων κατά την εκτέλεση της εργασίας του στη διαμόρφωση του αγροτικού δρόμου, κατά την οποία έλαβε χώρα το ατύχημα.
Ειδικότερα: 1) Κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ.305/1990 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ", κατά τις οποίες θεμελιώνεται η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφάλειας και υγείας σε κάθε έργο, που περιλαμβάνει την ανάλυση της πορείας των εργασιών, τις μεθόδους εργασίας, την επιλογή των κατάλληλων μηχανημάτων-εξοπλισμών, την ασφαλή πρόσβαση στη θέση εργασίας, την ασφαλή κυκλοφορία των μηχανημάτων κλπ., η πρώτη εναγομένη δεν τήρησε, ως όφειλε, στο συγκεκριμένο έργο σχέδιο ασφαλείας και υγείας, παρά τη δυσχερή φύση του έργου.
Συγκεκριμένα, επρόκειτο για εργασίες βελτίωσης και διαμόρφωσης χωματόδρομου με μεγάλη κλίση, με κενό στην μία πλευρά του δρόμου, με μικρό πλάτος του δρόμου, οπότε θα έπρεπε εκ των προτέρων να προγραμματισθεί η επιλογή του κατάλληλου μηχανήματος έργου ανάλογα με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του δρόμου, το είδος του χειρισμού και των εργασιών που θα εκτελούσε ο χειριστής, καθώς και τα ατομικά μέτρα ασφάλειας του οδηγού-χειριστή του μηχανήματος, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής κίνηση του μηχανήματος έργου επί της οδού, η ασφαλής οδήγηση και ο εν γένει χειρισμός του από τον χειριστή, καθώς και η ευχερής είσοδος και έξοδος του μηχανήματος από το έργο.
Χωρίς τον εκ των προτέρων σχεδιασμό του έργου από την πρώτη εναγομένη, με εντοπισμό των κινδύνων και των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, ο θανατωθείς χειριστής δεν μπορούσε να γνωρίζει όλους τους κινδύνους του έργου. 2) Κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ. 22 της 9/12.1.1976: Περί επιβλέψεως της λειτουργίας, χειρισμού και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, όπως αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου εργατικού ατυχήματος με το Π.Δ. 31/1990 (ΦΕΚ 11Α/05.02.1990) "επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων" και των διατάξεων της Εγκυκλίου 371/02.07.1984 του Υπ.
Εθν. Οικονομίας, στις οποίες θεμελιώνεται η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να απασχολεί τον εργαζόμενο της ως βοηθό χειριστή μόνο με την επίβλεψη και εποπτεία αδειούχου χειριστή, η πρώτη εναγομένη, μολονότι γνώριζε ότι ο εργαζόμενός της απασχολούμενος ως βοηθός χειριστή δεν διέθετε επαρκή γνώση και εμπειρία χειρισμού του ανωτέρω μηχανήματος έργου και δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας χειριστή, παρά ταύτα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του, θα παρευρίσκετο στο χώρο εργασίας ο αδειούχος χειριστής με την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, ο οποίος θα επέβλεπε την εργασία, θα επόπτευε τον εργαζόμενο και θα έδινε τις απαραίτητες οδηγίες και εντολές για την ασφαλή εκτέλεση του έργου.
Εάν η πρώτη εναγομένη είχε τηρήσει όλους τους όρους και μέτρα ασφαλείας των προαναφερομένων διατάξεων, για την ασφαλή εκτέλεση του έργου και τον ασφαλή χειρισμό του μηχανήματος, το επίδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του εργαζομένου δεν θα επερχόταν. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι παρά την παλαιότητα του μηχανήματος έργου και την εκτεταμένη φθορά των ελαστικών του, δεν αποδείχθηκε μηχανική βλάβη ή άλλη τεχνική ατέλεια του μηχανήματος η οποία να συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος.
Όμως στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και η υπαίτια συμπεριφορά και δη αμέλεια του θανόντος εργαζομένου, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε επαρκή γνώση και εμπειρία για τον χειρισμό του ανωτέρω μηχανήματος έργου, ότι δεν κατείχε την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια χειριστή και ότι επρόκειτο να εκτελέσει τις προαναφερόμενες εργασίες σε σχετικά δύσβατο, με μεγάλη κλίση και στενότητα αγροτικό δρόμο και χωρίς την επίβλεψη και εποπτεία του αδειούχου χειριστή της πρώτης εναγομένης, παρά ταύτα ανέλαβε τον χειρισμό και την οδήγηση του μηχανήματος αυτού, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά τον χειρισμό και την οδήγηση αυτού και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο της θέσης του επί του αγροτικού δρόμου ανά πάσα στιγμή ώστε να μπορεί να ενεργεί τους απαιτούμενους ελιγμούς κίνησης και διατήρησης της πορείας του μηχανήματος εντός του δρόμου, ως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός άνθρωπος ο οποίος ευρισκόμενος υπό τις αυτές συνθήκες επιχειρούσε χωρίς την κατάλληλη άδεια, γνώση και εμπειρία ενός μέσου χειριστή βαρέος μηχανήματος να αναλάβει τον χειρισμό ενός τέτοιου μηχανήματος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η συγκλίνουσα αμέλεια της πρώτης εναγομένης και του θανόντος εργαζομένου της υπολογίζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 50% για τον καθένα εξ αυτών, κατά (μερική) παραδοχή της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300), που παραδεκτά πρόβαλε η πρώτη εναγομένη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία (συνυπαιτιότητα) λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων.
Περαιτέρω ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Αιγιαλείας ευθύνεται παράλληλα και εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, έναντι των εναγόντων, ως ο κύριος του έργου και προστήσας την εργολάβο πρώτη εναγόμενη στην εκτέλεση του έργου. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος εκπροσωπούμενος από τον Δήμαρχο Αιγιαλείας ανέθεσε, με άτυπη σύμβαση και δη προφορικά, στην πρώτη εναγομένη, την εκτέλεση του έργου διαμόρφωσης και βελτίωσης του αγροτικού δρόμου και επιφύλαξε για τον εαυτό του τον έλεγχο και την επίβλεψη του επιδίκου έργου, η δε πρώτη εναγομένη προστηθείσα από αυτόν ετέθη υπό τις οδηγίες του με την υπόδειξη επί τόπου της υλοποίησης των σχετικών εργασιών από τον Πρόεδρο του τοπικού διαμερίσματος …… Εξάλλου για το οριστικώς κριθέν αυτό θέμα της ευθύνης του δευτέρου εναγομένου δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης εκ μέρους του εκκαλούντος-δευτέρου εναγομένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό 51/22.1.2019 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας Δ. Α. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρά υποχρέου, με το σκεπτικό ότι: "ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την επέλευση του επιδίκου συμβάντος που είχε ως συνέπεια το θάνατο του οδηγού του ως άνω μηχανήματος.".
Ωστόσο όμως, όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα ουδόλως αναιρούνται από το γεγονός της έκδοσης της ποινικής αυτής απόφασης, η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και μετά την άσκηση της υπό στοιχείο Α έφεσης της πρώτης εναγομένης και η οποία ουδεμία ασκεί επιρροή στην προκειμένη δίκη, προεχόντως διότι, κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (καταδικαστική ή αθωωτική για εγκληματικές πράξεις), αλλά οι ποινικές αποφάσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το πολιτικό Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 300, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1914 καθώς και των διατάξεων των Π. Δ/των 31/1990 και 305/1996, καθ' όσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών αφ' ενός μεν της πρόστησης, στην εκτέλεση του ενδίκου έργου της πρώτης εναγομένης εργολάβου και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης στην από 11.11.2020 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων, από τον αναιρεσείοντα Δήμο, κύριο του έργου, αφού ο τελευταίος επεφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση, τον έλεγχο και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου και η πρώτη εναγομένη ετέθη υπό τις οδηγίες του, με αποτέλεσμα την ευθύνη του αναιρεσείοντος Δήμου, απορρέουσα τόσο από την ιδιότητά του ως κυρίου του έργου, έχοντας εξ αυτής την υποχρέωση επιβλέψεως και ελέγχου του εργολάβου - 1ης αναιρεσίβλητης για τη λήψη και τήρηση των ειδικών μέτρων ασφαλείας, όσο και από την ανωτέρω σχέση πρόστησης, αφ' ετέρου δε της αμελούς συμπεριφοράς στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος της ανωτέρω προστηθείσας εργολάβου, εξ αιτίας μη τήρησης από αυτή των αναγκαίων και επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας για την ασφαλή εκτέλεση του έργου και τον ασφαλή χειρισμό του μηχανήματος αλλά και της συντρέχουσας στο ίδιο ατύχημα αμέλειας του θανόντος χειριστή του μηχανήματος, καθ' όσον αυτός ανέλαβε να εκτελέσει τις συγκεκριμένες εργασίες σε δύσβατο αγροτικό δρόμο, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια χειριστή και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά τον χειρισμό και την οδήγηση του εν λόγω μηχανήματος, με αποτέλεσμα τη συνυπαιτιότητα αυτών στην επέλευση του ατυχήματος, θεμελιώνουν δε οι ως άνω παραλείψεις της προστηθείσας εργολάβου αλλά και του θανόντος την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προαναφερόμενης συμπεριφοράς τους και του επελθόντος θανάτου του.
Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας του άρθρου 300 ΑΚ και δικαιολογούν την αναγνώριση συγκλίνουσας αμέλειας κατά το άνω ποσοστόν, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι ο αναιρεσείων Δήμος Αιγιαλείας, κύριος του έργου, εκπροσωπούμενος από τον Δήμαρχο Αιγιαλείας με άτυπη προφορική σύμβαση, ανέθεσε στην προρρηθείσα εταιρεία την εκτέλεση του ενδίκου έργου διαμόρφωσης και βελτίωσης του αγροτικού δρόμου και επιφύλαξε για τον εαυτό του τον έλεγχο και την επίβλεψη του επιδίκου έργου και η οποία εταιρεία προστηθείσα από αυτόν τέθηκε υπό τις οδηγίες του με την υπόδειξη επί τόπου της υλοποίησης των σχετικών εργασιών από τον Πρόεδρο του τοπικού διαμερίσματος Γρηγόρι, β) ότι η εργολάβος του έργου "…..ΟΕ" επέδειξε αμέλεια, καθ' όσον δεν κατάρτισε ως όφειλε στο συγκεκριμένο έργο σχέδιο ασφάλειας και υγείας λαμβάνοντας υπ' όψη τη δυσχερή φύση του έργου (χωματόδρομος με μεγάλη κλίση, κενό στη μία πλευρά του δρόμου) και προγραμματισμό εκ των προτέρων επιλογής καταλλήλου μηχανήματος, το είδος του χειρισμού και των εργασιών του χειριστή και ατομικά μέτρα ασφαλείας του οδηγού-χειριστή του μηχανήματος, γ) ότι δεν εξασφάλισε, επίσης, η εργολάβος τη συνεχή παρουσία αδειούχου χειριστή μολονότι ο εργαζόμενος που απασχολούσε δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητος χειριστή, ως όφειλε, ο οποίος με τη γνώση και εμπειρία του θα επέβλεπε και θα έδινε τις απαραίτητες οδηγίες και εντολές για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, δ) ότι ο εργαζόμενος και θανών καίτοι γνώριζε ότι δεν είχε επαρκή γνώση και εμπειρία χειρισμού του μηχανήματος, ανέλαβε το χειρισμό αυτού παρά τις δύσβατες συνθήκες, χωρίς την επίβλεψη και εποπτεία αδειούχου χειριστή, ως όφειλε, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως θα έπραττε κάθε μέσος και συνετός άνθρωπος.
Περαιτέρω το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος Δήμου, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί περί του αντιθέτου πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των αναιρεσειόντων της από 11.11.2020 αίτησης αναίρεσης και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του αναιρεσείοντος Δήμου Αιγιαλείας της από 7.5.2020 αίτησης αναίρεσης, αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.53/1974, ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το ν.2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Τούτο οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου και σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη.
Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό.
Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του.
Το τεκμήριο της αθωότητας δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αστικών αξιώσεων του παθόντος. Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργεί αμφιβολίες, όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο ποινικό ή πολιτικό.
Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον ενάγοντα-παθόντα. Επίσης το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο, καθόσον για τη διάγνωσή της στο ποινικό λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε" αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο", ενώ η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό είναι η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και , μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως, (άρθρο 104 παρ.1 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμα και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθμ.12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Επίσης, υπάρχει διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.
Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubito pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο της αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και συνακόλουθα σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Ο σεβασμός δε του τεκμηρίου της αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις και η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών και επιπλέον δεν παράγεται δεδικασμένο κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Αιγιαλείας με τον πρώτο λόγο της από 7.5.2020 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης-αναιρεσίβλητης αυτής επωνυμία "……Ο.Ε.", Δ. Α., κατηγορούμενος για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συναυτουργία για το ένδικο εργατικό ατύχημα, που στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η αστική αντικειμενική ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 51/22.1.2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που έχει καταστεί αμετάκλητη.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι παραδεκτός, διότι ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αμετάκλητη ποινική απόφαση είχε επικαλεσθεί τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (με σχετικό λόγο έφεσης).
Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ' όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του τότε κατηγορουμένου και νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "…….
Ο.Ε.", ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του νομίμου εκπροσώπου της για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ, εξ άλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι η συγκλίνουσα αμέλεια της ως άνω αναιρεσίβλητης υπολογίζεται σε ποσοστό 50%", δεν αποτελεί παραδοχή σχετικά με την ποινική ενοχή του - τότε κατηγορουμένου - νομίμου εκπροσώπου της ως άνω αναιρεσίβλητης, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σε αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης από 7.5.2020 αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων Δήμος αιτιάται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 51/22.1.2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της προστηθείσας από την αναιρεσείουσα εταιρεία "…..ΟΕ", Δ.
Α., κηρύχθηκε αθώος ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρά υποχρέου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως "αρχή της αναλογικότητας". Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθ. 25 § 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλ.
να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν δεν αναφέρεται τούτο ρητά σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλ. του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 § 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθ. 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως προς την ευθεία ή εκ πλαγίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 ή 19 ΚΠολΔ) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 327/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της από 7.5.2020 αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο λόγο της από 11.11.2020 τοιαύτης, ο αναιρεσείων Δήμος και οι αναιρεσείοντες ενάγοντες, αντίστοιχα, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση χρηματικά ποσά.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε τα εξής: " Ότι κατά το χρόνο του θανάτου, ο ανωτέρω εργαζόμενος, γεννηθείς το έτος 1978, ήταν 34 ετών ακμαιότατος, υγιής και αρτιμελής. Είχε τελέσει γάμο το έτος 2002 με την πρώτη ενάγουσα, υπήκοο Αλβανίας, με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τη δεύτερη και τρίτο των εναγόντων που γεννήθηκαν στην Πάτρα τα έτη 2003 και 2007 αντίστοιχα, ηλικίας κατά τον χρόνο του θανάτου του 9 και 5 ετών αντίστοιχα, η δε τέταρτη των εναγόντων τυγχάνει μητέρα του.
Εξαιτίας του απροσδόκητου θανάτου του συζύγου, πατέρα και υιού τους, οι ενάγοντες βίωσαν ψυχικό πόνο και θλίψη, υπέστησαν ψυχική οδύνη και δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται: α) για την πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 35.000 ευρώ, β) για καθένα των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων, στο ποσό των 40.000 ευρώ και γ) για την τέταρτη ενάγουσα στο ποσό των 20.000 ευρώ.
Τα εν λόγω ποσά κρίνονται εύλογα, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, και συγκεκριμένα των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του θανόντος εργαζομένου, του στενού εξ αίματος συγγενικού αλλά και συναισθηματικού δεσμού των εναγόντων με τον θανόντα, της ηλικίας του θανόντος (34 ετών), των αρνητικών επιπτώσεων που επέφερε στον ψυχικό τους κόσμο ο θάνατός του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.
Τυχόν μεγαλύτερα ποσά και δη τα αιτούμενα από τους ενάγοντες ποσά, θα αποτελούσαν ακραία εκτίμηση και θα κατέληγε σε οικονομική εξουθένωση των εναγομένων με αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των εναγόντων και σε παραβίαση ως εκ τούτου της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας, που εξειδικεύεται στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για τον καθορισμό του εύλογου ποσού".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, ήτοι: στην 1η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα - σύζυγο του θανόντος I. L. στο ποσό των 35.000 ευρώ, σε καθένα από τους 2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, τέκνα του θανόντος στο ποσόν των 45.000 ευρώ και στην 4η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα, μητέρα του θανόντος στο ποσόν των 20.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν, ούτε υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επίσης, ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στα ως άνω ποσά το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προσώπου ευθύνης του αναιρεσείοντος Δήμου Αιγιαλείας, αναφέρεται, στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στη συνυπαιτιότητα τόσο του νομίμου εκπροσώπου της προστηθείσας εταιρείας και αναιρεσίβλητης όσο και του εργαζομένου -παθόντος, συγγενούς των αναιρεσειόντων και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, ως στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτους-αναιρεσείοντες εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Επομένως ο τέταρτος λόγος της από 7.5.2020 αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος της από 11.11.2020 αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους-αναιρεσείοντες, τα ως άνω χρηματικά ποσά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, 1864/2011, 329/2007, 862/2015, 291/2015). Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν είναι ορισμένη παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ή αντίθετα ότι είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Από την προαναφερόμενη αοριστία (ποσοτική - ποιοτική) αντιδιαστέλλεται η νομική αοριστία, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη, κρίση, η οποία ελέγχεται αναιρετικά μέσω του λόγου του αριθμ. 1 εδ.
α' του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση συγχωρείται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με την από 22.1.2013 αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι πέραν της αξίωσής τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους συνεπεία του προαναφερομένου εργατικού ατυχήματος έχουν αξιώσεις για πλήρη αποζημίωση για στέρηση διατροφής τους και εξέθεσαν ότι τι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην ειδική αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων της 1ης εναγομένης και του προστήσαντος αυτή 2ου εναγομένου - αναιρεσείοντος, οι οποίοι δεν τήρησαν τις διατάξεις των σε αυτή αναφερομένων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών των σχετικών με την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, χωρίς να γίνεται ουδεμία αναφορά στην αγωγή εάν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) των εναγομένων με παράθεση συγκεκριμένων παραστατικών.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο εφέσεως των εναγομένων-εκκαλούντων μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή και είχε επιδικάσει έξοδα διατροφής απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης της από 11.11.2020 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου για την αξίωση της διατροφής, την οποία δικαιούνται οι αναιρεσείοντες συνεπεία θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο.
Πλην όμως, εν όψει της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 16 παρ.1 Ν.551/1915, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή λόγω νομικής αοριστίας και ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 553/2019, 1207/2017).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της από 11.11.2020 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, με το να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με το να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτού, καθόσον δέχθηκε, τους αντίθετους ισχυρισμούς της 1ης εναγομένης - αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης αυτών από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση αυτών είναι το εύλογο η όχι της αντιδικίας, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, καθ' όσον το σύνολο των αιτουμένων χρηματικών ποσών υπερέβαινε κατά πολύ το ποσόν του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει: α) να απορριφθεί η από 7.5.2020 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Αιγιαλείας και να καταδικασθεί ο αναιρεσίείων Δήμος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 288 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2002) β) να απορριφθεί η από 11.11.2020 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων 1) S. L.
M. κλπ (σύν. 4) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η 1η αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 7.5.2020 (αριθμ. καταθ. 33/9.7.2020) και από 11.11.2020 (αριθμ. καταθ. 2/15.1.2021) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Απορρίπτει την από 7.5.2020 αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Αιγιαλείας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Απορρίπτει την 11.11.2020 αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "……ΕΕ", όπως μετατράπηκε η ΟΕ με την επωνυμία "…..ΟΕ" και στο ποσόν των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, όσον αφορά το 2ο αναιρεσίβλητο Δήμο Αιγιαλείας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και λόγω αποχωρήσεως από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ