Legislator Case Law & Legislation
1624/2017 AI generated

1624/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1624/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1624/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
automobile industry European company european trademark European Economic Interest Grouping conflict with a prior design harmonised European standards
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1624 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1624/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο επανέρχεται πλέον στην αρχική του επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αλεξόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2013 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11180/ 2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 575/2016, του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../14-7-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Χ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (17-2-2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο. Επομένως και αφού τούτο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 250/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δίκασε και απέρριψε κατ’ ουσίαν τριτανακοπή του αναιρεσιβλήτου για την ακύρωση απόφασης, με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσείοντος, για το λόγο ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά του από την τροποποίηση αυτή, επειδή δημιουργείται σύγχυση ως προς την ταυτότητά του, την οποία (έφεση) δέχθηκε κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε την τριτανακοπή, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Επειδή κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Κατά δε το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου Συντάγματος "οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια".

Τέλος κατά το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης "για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών", που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974, "1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερίαν συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ’ άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως σε συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2.

Η άσκηση των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων, και ελευθεριών των τρίτων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το δικαίωμα να συνεταιρίζεται καθένας και να ιδρύει σωματεία μη κερδοσκοπικά, το δικαίωμα δε αυτό αποτελεί ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της ομαδικής πνευματικής κίνησης και δράσης, καθώς και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργάνωσης. Απόρροια του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι είναι αφενός μεν η αρχή της πολλαπλότητας των (μη κερδοσκοπικών) σωματείων, αφετέρου δε ότι η ίδρυση και η λειτουργία του σωματείου υπόκειται μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας και όχι σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει αν το σωματείο είναι ή όχι κοινωνικά ωφέλιμο, αν πράγματι προάγει τα συμφέροντα των μελών του ή ακόμη αν ανταγωνίζεται ή όχι άλλο παρεμφερές -προϋπάρχον σωματείο.

Η αρχή της πολλαπλότητας εκφράζεται με την ελεύθερη σύσταση και παράλληλη λειτουργία περισσότερων σωματείων που επιδιώκουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό, κατά το μέτρο που κρίνεται σκόπιμο από τους ενδιαφερόμενους για την εξυπηρέτηση των υλικών και ηθικών συμφερόντων τους, μέσα στα πλαίσια των νόμων, οι οποίοι, με την επιφύλαξη της παραπάνω συνταγματικής επιταγής, δύνανται να καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις ίδρυσης και συνύπαρξης σωματείων που επιδιώκουν τους αυτούς ή παρεμφερείς σκοπούς, αρκεί να μην εξαρτηθεί η ίδρυση του σωματείου από προηγούμενη άδεια της διοίκησης.

Η εν λόγω αρχή της πολλαπλότητας υπάγει την άσκηση του δικαιώματος ίδρυσης σωματείου στον έλεγχο της κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος). Δηλαδή το δικαίωμα προς ίδρυση σωματείων είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και ελεύθερο όταν ασκείται μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των σχετικών νόμων.

Όμως δεν μπορεί να αποβαίνει η άσκησή του καταχρηστική, γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Υπέρβαση των νόμιμων ορίων του δικαιώματος για το οποίο γίνεται λόγος ενέχει και η ίδρυση περισσότερων σωματείων που έχουν την αυτή έδρα, επιδιώκουν τον αυτό σκοπό, αν επέρχεται σύγχυση στην εύρυθμη λειτουργία και τη συνολική δράση τους για επίτευξη του σκοπού τους, ιδίως λόγω της δυνατότητας δημιουργίας πλάνης περί την ταυτότητα του σωματείου ένεκα ταυτεπωνυμίας, οπότε η ίδρυση του δεύτερου σωματείου αντιστρατεύεται τα πραγματικά συμφέροντα των μελών που το αποτελούν και δεν είναι νόμιμη.

Σε τέτοια περίπτωση το προϋφιστάμενο νόμιμο σωματείο μπορεί να τριτανακόψει τη χωρίς κλήση ή συμμετοχή του εκδοθείσα απόφαση ίδρυσης του νέου επαγγελματικού σωματείου. Αντίθετα δεν υπάρχει σύγχυση στη δραστηριότητα και λειτουργία δύο σωματείων, όταν η επωνυμία τους διαφοροποιείται επαρκώς, η διαφορά δε αυτή καθίσταται ευχερώς αντιληπτή από το υποψήφιο μέλος που επιδεικνύει τη συνηθισμένη επιμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 4055/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., αναγνωρίστηκε ότι ιδρύθηκε στην Αθήνα, στις 11.10.1994, το εκκαλούν σωματείο με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", σκοπός του οποίου είναι η ενημέρωση των μελών πάνω σε τεχνικά και μηχανικά θέματα των μοτοσικλετών "...", η ανταλλαγή απόψεων, η σύσφιξη των σχέσεων και η συνεργασία των μελών μεταξύ τους και με άλλα ομοειδή σωματεία ή ενώσεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, η ανάπτυξη αλτρουιστικού πνεύματος και αρωγής προς τους συναδέλφους, η ενημέρωση σε θέματα του ΚΟΚ και της οδικής συμπεριφοράς, η οργάνωση από κοινού εκδρομών και εκδηλώσεων, η παρότρυνση επαφής με τη φύση και η ανύψωση του μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου αυτών.

Μέλη του σωματείου είναι αποκλειστικά οι κάτοχοι του συγκεκριμένου τύπου μηχανής "...", μάρκας Honda και για την επίτευξη των σκοπών του το σωματείο διοργανώνει εκδρομές, με τις μοτοσικλέτες αυτού του τύπου, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και άλλες ψυχαγωγικές οργανώσεις όπως κατασκηνώσεις, επιδείξεις παλαιών μοντέλων κ.λπ.

Με την 697/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε η από 26.9.2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του εκκαλούντος για τροποποίηση του καταστατικού του και μεταφορά της έδρας του στη Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ, με την 11968/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης... ιδρύθηκε το εφεσίβλητο με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...".

Σκοπός του εν λόγω σωματείου είναι η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των μελών, η ηθική εξύψωση, η ανάπτυξη του πνεύματος συναδέλφωσης, αλληλεγγύης και συνεργασίας, ο εθελοντισμός, η ενημέρωση σε θέματα του ΚΟΚ και της οδικής συμπεριφοράς, η ανάπτυξη του κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου, η εφαρμογή μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, η εν γένει επιμόρφωση, η αθλητική και πολιτιστική παρέμβαση στην περιοχή της έδρας και, τέλος, η συνεργασία με άλλα ομοειδή σωματεία ή ενώσεις ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη για την ανάπτυξη της τουριστικής ιδέας και της παρότρυνσης στη φύση.

Τακτικό μέλος του σωματείου μπορεί να είναι όποιος ενδιαφέρεται για τους σκοπούς του και δραστηριοποιείται για να τους προάγει. Με την τριτανακοπτόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε η από 28.11.2011 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του εφεσίβλητου με την οποία αποφασίσθηκαν τροποποιήσεις στο καταστατικό του, μεταξύ δε αυτών και η αλλαγή της επωνυμίας του σε "..." με διακριτικό τίτλο "...".

Με την τροποποίηση όμως αυτή, η επωνυμία του εφεσίβλητου καθίσταται σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν του εκκαλούντος και για τη διάκριση της ταυτότητας των δύο σωματείων απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, η οποία υπερβαίνει την προσοχή του υποψηφίου μέλους που επιδεικνύει τη συνηθισμένη επιμέλεια. Και ναι μεν η αρχή της πολλαπλότητας επιτρέπει την ταυτόχρονη ίδρυση και λειτουργία περισσότερων σωματείων που έχουν την ίδια έδρα και παρεμφερείς σκοπούς, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση σκοπούς που σχετίζονται με την κατοχή και οδήγηση μοτοσικλέτας, όταν όμως δημιουργείται σύγχυση εξ αιτίας της μη επαρκούς διαφοροποίησης των περισσότερων σωματείων, λόγω της ομοιότητας της επωνυμίας τους, τότε πρόκειται για περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος του νεότερου απέναντι στο παλαιότερο σωματείο, καθώς με τον τρόπο αυτό επέρχεται σύγχυση μεταξύ των δύο, με δυσμενείς για το παλαιότερο συνέπειες, όπως η προσέλκυση στο νεότερο σωματείο μελών που η επιθυμία συμμετοχής τους σε αυτό στηρίζεται στη δράση και στη φήμη του παλαιοτέρου ή η απόδοση ενεργειών του ενός σωματείου στο άλλο.

Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, οι λέξεις που απαρτίζουν την επωνυμία των δύο σωματείων ταυτίζονται μεταξύ τους (...) και η ενδιάμεση προσθήκη των λέξεων "...", καθώς και "..." στο τέλος της επωνυμίας του εφεσίβλητου, δεν επαρκεί για να καταστήσει εμφανή τη διαφορά. Εξάλλου η χρήση του διακριτικού του συγκεκριμένου τύπου μοτοσικλέτας, τόσο στην επωνυμία, όσο και στο σήμα του εφεσίβλητου δεν δικαιολογείται από τους σκοπούς αυτού, καθώς δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους κατόχους του συγκεκριμένου τύπου μοτοσικλέτας, αλλά σε κάθε πρόσωπο, ακόμη και μη δικυκλιστή, που ενδιαφέρεται για την προαγωγή των σκοπών του σωματείου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ειδικώς η προώθηση της τεχνογνωσίας και της προβολής του μοντέλου ...

των μοτοσικλετών μάρκας, HONDA, όπως είναι ο σκοπός του εκκαλούντος και επομένως δεν αιτιολογείται η χρήση του μοντέλου αυτού, τόσο στην επωνυμία όσο και στο διακριτικό τίτλο του εφεσίβλητου. Περαιτέρω, με την 13/2993 απόφαση του Πρωτοδικείου της Γάνδης που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 1516/2015 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, ακυρώθηκε, κατόπιν προσφυγής του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου), η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας ...

να εγγράψει ως μέλος της το εφεσίβλητο, ενώ υποχρεώθηκε να καταβάλει στο εκκαλούν τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά θετικής και αποθετικής ζημίας, που το Πρωτοδικείο της Γάνδης δέχθηκε ότι προκλήθηκαν σε αυτό από την αποδοχή του εφεσίβλητου ως μέλους της Ομοσπονδίας και, κυρίως, να διαγράψει από την ιστοσελίδα της κάθε αναφορά στην ...

Ελλάς, καθώς και κάθε σύνδεση με την ιστοσελίδα της ..., ως συλλόγου της ... στην Ελλάδα, όπως και κάθε άλλη παραπλανητική αναφορά στην ιδιότητα της ... ως ... Club στην Ελλάδα. Στην ως άνω προσφυγή προέβη το εκκαλούν διότι σύμφωνα με το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας μόνο ένα σωματείο από κάθε κράτος μπορεί να είναι μέλος αυτής.

Αποδείχθηκε, επομένως, ότι προκαλείται σύγχυση μεταξύ των επωνυμιών των δύο σωματείων που παραβλάπτει ουσιωδώς τη λειτουργία του εκκαλούντος, η δράση του οποίου δεν είναι δυνατόν να διακρίνεται από τη δράση του εφεσίβλητου και, για το λόγο αυτό, η νέα επωνυμία του εφεσίβλητου, όπως αυτή εγκρίθηκε με την τριτανοκοπτόμενη 14993/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιείται από το εφεσίβλητο κατά κατάχρηση δικαιώματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη εφαρμογής τους, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς οι πρώτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπέρβασης των νομίμων ορίων του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να χρησιμοποιεί την νέα επωνυμία του, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος καθώς και σε αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές προς στήριξη του βασικού ισχυρισμού του ότι δε προκαλεί σύγχυση η χρήση της νέας επωνυμίας του στη δραστηριότητα και λειτουργία αυτού και του αναιρεσιβλήτου, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δε λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν έχει κατά την αληθή έννοιά της εφαρμογή σε καθαρώς διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι η άσκηση τριτανακοπής από το διάδικο που δε μετείχε στην προηγούμενη δίκη και επικαλείται έννομο συμφέρον προς ανατροπή της εκδοθείσας επ’ αυτής απόφασης, η οποία επιφέρει βλάβη σ’ αυτόν ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, καθ’ όσον μη αφορώσα ευθέως στο δικαίωμα, αλλά στην περί αυτού δικαστική κρίση, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταχρηστική.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης από το αναιρεσίβλητο της ένδικης τριτανακοπής, είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και επομένως δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 744 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμα και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ειδικότερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Συνεπώς κατά την παραπάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη αυτοτελών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν, με τους οποίους εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, που προτάθηκαν απαράδεκτα. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, που αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ήδη αναιρεσιβλήτου για την καταχρηστική εκ μέρους του αναιρεσείοντος χρήση της νέας του επωνυμίας, επειδή προτάθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτος.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ως έγγραφο θεωρείται και η δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που αφορά άλλους διαδίκους από αυτούς που μετέχουν στη δίκη για την οποία προσκομίζεται η απόφαση ως αποδεικτικό μέσον ή που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλη δίκη. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ένστασης κ.λπ.

στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ’ αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο αναιρεσείων και τούτο διότι αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ανέλεγκτη. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την κατ’ ουσίαν παραδοχή της τριτανακοπής κατά παραμόρφωση του περιεχομένου 1) της 11968/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ιδρύθηκε το αναιρεσείον σωματείο με την επωνυμία "... ..." και όχι όπως αναληθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι ιδρύθηκε το αναιρεσίβλητο με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." και 2) του περιεχομένου της 697/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου και η μεταφορά της έδρας του στη Θεσσαλονίκη με την από 27-5-2012 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αυτού και όχι με την 26-9-2010 απόφαση αυτής, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον δεν είχε ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με το οποίο η τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσείοντος, ως προς την επωνυμία του δημιουργεί σύγχυση και βλάπτει ουσιωδώς τη λειτουργία του αναιρεσιβλήτου, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο συνεκτιμώντας και τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικά σ’ αυτά, ούτε άλλωστε εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική τους αξία στην προσβαλλομένη απόφαση.

Ο ίδιος λόγος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το 1482/2013 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης τριτανακοπής από το αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού για την έρευνα του παραδεκτού του έπρεπε το Εφετείο να έχει ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό και όχι να παρέλειψε να τον εξετάσει όπως στην προκειμένη περίπτωση. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ’ όσον το αποδεικτικό αυτό μέσον προσκομίσθηκε για την απόδειξη του παραπάνω μη νόμιμου ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης τριτανακοπής.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, παραβόλου. Δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2016 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "... - ... ... ...", περί αναιρέσεως της 250/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ