Legislator Case Law & Legislation
1624/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for illegal absent judgment due to lawyer's illness and prior consent to absence.

Case Number 1624/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a second-instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in finding the lawyer's illness constituted force majeure, despite the lawyer having previously consented to the hearing without appearing. The court ruled that the lawyer's prior agreement to the hearing and subsequent illness did not create a legal defect, as there was no intent to be absent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270, 524, 528 of the Code of Civil Procedure; Article 559(6) of the Code of Civil Procedure: A ground for cassation based on illegal absent judgment exists regardless of whether the absence was real or fictitious, provided the relevant procedural rules were applied incorrectly; however, a lawyer's illness after consenting to a hearing does not constitute force majeure or invalidate the proceedings.

Keywords

AI generated
illegal absent judgment force majeure lawyer's illness cassation appeal procedural defect Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(6) of the Code of Civil Procedure
Articles 270, 524(1), 524(2), and 528 of the Code of Civil Procedure
Articles 12(16)(3) and 16(4) of Law 2915/2001
Article 501 of the Code of Civil Procedure
Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1863/1980

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1624 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1624/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αρχοντάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2276/2008 του ίδιου Δικαστηρίου 5474/2009 και η μετ' ανακοπή 3075/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 Κ.Πολ,Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά τον νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη οπό την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.

Π 1863/1980). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολ,Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 12, 16 παρ. 3 και 16 παρ. 4 αντιστοίχως του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών.

Στην περίπτωση αυτή, με την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσης αναιτιολόγητου ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικώς.

Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικίαν συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 251/2009, 866/2008).

Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι’ αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεση του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 Κ,ΠολΔικ. και η απόρριψη συντελείται κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράσταση του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (Α.Π. 1546/2013, 1040/2013, 280/2012, 625/2000,126/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του Κ.Πολ.Δ., ανακοπή κατ' αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως.

Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί εκτός των άλλων και η ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών για μεν τον διάδικο θα χρησιμοποιηθούν και υποκειμενικά κριτήρια, για τον δικηγόρο όμως θα χρησιμοποιηθούν αντικειμενικά κριτήρια, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο δικηγόρος ασκεί λειτούργημα, το οποίο απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του.

Κατά συνέπειαν, το πταίσμα του δικηγόρου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ανωτέρας βίας (ΑΠ 6/2012. ΑΠ 633/2011, ΑΠ 546/2011, ΑΠ 518/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.

ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ.2276/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (εμφανίσθηκε στο δικαστήριο αλλά δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως), έγινε δεκτή η από 17-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (και δια προσωπικής του κρατήσεως) να καταβάλει στον τελευταίο ως αποζημίωση, εκ της εις βάρος του αδικοπραξίας, τελεσθείσης δια της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, το χρηματικό ποσό των 32.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο αναιρεσείων - εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 24-6-2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6052/24-6-2008 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-1-2009. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ο εφεσίβλητος παρεστάθη νομίμως δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Το Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 5474/2009 απόφαση του έκρινε μη κανονική την παράσταση του αναιρεσείοντος, που πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρών, ενόψει του ότι η εκ μέρους του άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική ενώπιον του συζήτηση της υποθέσεως και με την σκέψη αυτή εθεώρησε ερήμην δικαζόμενο τον εκκαλούντα και απέρριψε εκ του λόγου τούτου την έφεση ως ανυποστήρικτη.

Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου ο αναιρεσείων άσκησε την από 25-1-2010 ανακοπή, επικαλούμενος αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου του , η οποία εμπόδισε αυτόν να εμφανισθεί ενώπιον του Εφετείου κατά την εκδίκαση της εφέσεως του. Η εν λόγω ανακοπή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία διέλαβε στο σκεπτικό της, κατ' ακριβή εδώ μεταφορά των, τα εξής:"...Περαιτέρω, από την από 15.1.2009 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Θ.

Φ., προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος Ιωάννης Αρχοντάκης, εξετάστηκε στις 15.1.2009 από τον ανωτέρω ιατρό με ιστορικό περιορισμό ύπνου και μεγάλη κόπωση και διαγνώστηκε ότι υπέστη κρίση απώλειας συνείδησης, δόθηκε δε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη παραμονή στο σπίτι επί 24ώρου. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πιθανολογείται ότι πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος ήδη προηγούμενα της συζήτησης της έφεσης, που είχε οριστεί για τις 15.1.2009, υπέγραψε δήλωση, κατά την ΚΠολΔ 242 παρ. 2, με την οποία συμφώνησε στη συζήτηση της έφεσης χωρίς να παραστεί ο ίδιος κατά την εκφώνηση της.

Από την παραπάνω ενέργεια του, πιθανολογείται ότι είχε ήδη αποφασισθεί να μην παραστεί ο ίδιος κατά την εκφώνηση της έφεσης, απόφαση που τελικά υλοποιήθηκε με την κατάθεση στον αρμόδιο γραμματέα μέχρι την παραμονή της δικασίμου της ανωτέρω αναφερόμενης δήλωσης. Η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου, όπως αυτή βεβαιώνεται στη σχετική ιατρική βεβαίωση του ιατρού Θ.

Φ., η οποία έλαβε χώρα την ίδια ημέρα της συζήτησης της έφεσης και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην εξοχική του κατοικία στο Άνω Δημινιό Κορινθίας, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν υπήρχε πρόθεση να εμφανιστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και συνεπώς δεν συνέβαλε στην επέλευση της ερημοδικίας του ανακόπτοντος.

Το σφάλμα δε αυτό του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος, κρινόμενο αντικειμενικά, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο δικηγόρος ασκεί λειτούργημα, το οποίο απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του, δεν μπορεί, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως γεγονός ανώτερης βίας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του, κατά την εξειδίκευση της νομικής εννοίας της ανωτέρας βίας, σαφείς, επαρκείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ. (η οποία - ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι διαλαμβάνεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - αποτελεί διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού δέχθηκε ότι η ασθένεια του αναιρεσείοντος δεν ήταν η αιτία που εμπόδισε αυτόν να παραστεί με νόμιμο τρόπο στη συζήτηση της υποθέσεως του.

Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., κατά την νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου των, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-12-2012 αίτηση του Α. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.3075/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ