Legislator Case Law & Legislation
1624/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of signature defense due to lack of written authorization.

Case Number 1624/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final judgment that rejected her defense regarding forged signatures on promissory notes. The lower court had erroneously accepted a verbal authorization from a family member as sufficient for the appellant to accept the notes, violating the statutory requirement for written authorization. Consequently, the Supreme Court quashed the lower court's decision and remanded the case for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 217(2) of the Civil Code and Articles 1 and 8 of Law 5325/1932; The authorization for a third party to accept promissory notes on behalf of a debtor must be granted in writing, and a verbal authorization from a family member is legally insufficient.

Keywords

AI generated
written authorization requirement promissory notes acceptance verbal agency invalidity family member representation signature forgery defense Civil Code Article 217 Law 5325/1932

Cited Legislation

AI generated
Article 217(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 5325/1932
Article 8 of Law 5325/1932
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 12(4) of Law 4055/2012
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1624 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1624/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Κ. Μ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Γεωργία Σπανού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "JOINTCARE Ε.Π.Ε - Εμπόριο Ιατρικών Ειδών" και τον διακριτικό τίτλο "Jointcare Ε.Π.Ε" , που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2004 και 7-9-2004 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5503/2007 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 375/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται προς νέα συζήτηση με την από 7 Ιουνίου 2011 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. 3015/14-06-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της από 08-05-2012 κλήσης της αναιρεσείουσας, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 07-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 5503/2007 οριστικής αποφάσεως του δικάσαντος ως εφετείο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή (κλήση) πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, ενώ εξ άλλου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 849/09-10-2008 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (15-12-2008) κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε διαδοχικά για τις δικασίμους της 07-12-2009 και της 07-02-2011, οπότε συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 375/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησης, κατά την ορισθείσα δε ακολούθως νέα δικάσιμο της 07-05-2012 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, εφ` όσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία. Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7, και 8 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", προκύπτει ότι για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως από συναλλαγματική απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η συναλλαγματική, η δε πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από συναλλαγματική πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο, τουλάχιστον ιδιωτικό έγγραφο, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της συναλλαγματικής, αφού από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο, αλλ' αντιθέτως είναι αυστηρό για τις συναλλαγές, να εξάγεται η εξουσιοδότηση προς υπογραφή εκ του τίτλου αυτού.

Η τήρηση του έγγραφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, γιατί ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι στον καλής πίστεως τρίτο, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευτεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της συναλλαγματικής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.

Η υποστηριζόμενη αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση που συνάγεται εκ των περιστάσεων και ιδίως από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την εικαζόμενη έγκριση του αντιπροσωπευομένου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο νόμο 5325/1932, δεδομένου ότι με την παραδοχή της απόψεως αυτής παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρεώσεως εκ του τίτλου μόνο με υπογραφή, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσεως των αξιογράφων και της αδιακωλύτου διακινήσεως αυτών στις συναλλαγές.

Ειδικότερα, δεσμεύεται υπέρμετρα εκ του τίτλου του αξιογράφου (συναλλαγματικής κλπ) ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησης για την αντιπροσωπευτική διάθεση, ούτε μεταγενέστερη έγκριση της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου (Ολ.ΑΠ 19/2003, ΑΠ 119/2005, ΑΠ 673/2010).

Εξάλλου, όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής, που τέθηκε στο όνομα του φερόμενου ως αποδέκτη της συναλλαγματικής από άλλον, ο αποδέκτης αυτής αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ο δε κομιστής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε πληρεξουσιότητα προς τούτο, κατά τον παραπάνω τύπο, προβάλλοντας σχετική προς τούτο αντένσταση (ΑΠ 673/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημης με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 το ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της παρούσης δίκης έγραφα, προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ' αριθμ. 680/11-5-2004 και 1282/7-9-2004 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας εδιώκετο η ακύρωση των υπ' αριθμ. 7301/2004 και 22216/2004 αντίστοιχα διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατά παραδοχή σχετικών αιτήσεων της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Επί των εν λόγω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, και ειδικότερα του διατυπούμενου δι' αυτών λόγου, ότι οι συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι άνω διαταγές πληρωμής, είναι πλαστές ως προς τις φερόμενες στη θέση του αποδέκτη υπογραφές της ανακόπτουσας, η οποία επίσης δεν είχε εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε τρίτο να τις υπογράψει στη θέση αυτή για λογαριασμό της, η υπ' αριθμ. 356/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ακύρωσε τις προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της υπ' αριθμ. 2078/4-11-2005 εφέσεως της καθ' ης οι ανακοπές αυτές (ήδη αναιρεσίβλητης), εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η υπ' αριθμ. 5503/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών (ανακοπών) κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: "Η εκκαλούσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει ως αντικείμενο εργασιών το εμπόριο ιατρικών ειδών, ορθοπεδικών και εμφυτευμάτων.

Κατά το χρονικό διάστημα από 19-11-2001 έως 26-11-2001 η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) νοσηλεύθηκε στην κλινική "Κυανούς Σταυρός" στην Αθήνα και υποβλήθηκε σε αρθροπλαστική επέμβαση στο αριστερό γόνατο. Για την επέμβαση αυτή χρησιμοποιήθηκαν μοσχεύματα και ειδικά ιατρικά υλικά, ήτοι μηριαία πρόθεση, κνημιαία πρόθεση, αρθρική επιφάνεια και χειρουργικό τσιμέντο, αξίας 1.506.600 δραχμών ή 4.421,42 ευρώ, τα οποία η εφεσίβλητη προμηθεύτηκε από την εκκαλούσα.

Σχετικά εκδόθηκε από την εκκαλούσα το 449/23-11-2001 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης. Η κλινική "Κυανούς Σταυρός" δεν ήταν συμβεβλημένη με τον Ο.Γ.Α., ασφαλιστικό φορέα στον οποίο η εφεσίβλητη ήταν ασφαλισμένη. Για το λόγο αυτό θα έπρεπε, προκειμένου να εισπράξει τα χρήματα που θα κατέβαλε για τα μοσχεύματα και τα ειδικά ιατρικά υλικά, να προσκομίσει στον Ο.Γ.Α.

τιμολόγιο-δελτίο αποστολής των παραγγελθέντων και απόδειξη εξόφλησης της οφειλής. Έτσι, προς διευκόλυνση της εφεσίβλητης ασθενούς η εκκαλούσα της χορήγησε μαζί με το 449/23-11-2001 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής και την 086/23-11-2001 απόδειξη είσπραξης (εξοφλητική απόδειξη) της απαίτησης από το εν λόγω τιμολόγιο-δελτίο αποστολής.

Προς εξασφάλιση της απαίτησής της η εκκαλούσα εταιρία εξέδωσε στις 23-11-2001 τρεις συναλλαγματικές λήξης 20-3-2002 ποσών 391.000 δραχμών (ή 1.147,47 ευρώ), 500.000 δραχμών (ή 1.467,35 ευρώ) και 615.600 δραχμών (ή 1,806,60 ευρώ), τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν άτομο του συγγενικού περιβάλλοντος της εφεσίβλητης για λογαριασμό αυτής (η τρίτη συναλλαγματική ποσού 615.600 δραχμών δεν έφερε τη νόμιμη χαρτοσήμανση).

Είχαν προηγηθεί συνεννοήσεις της εκπροσώπου της εκκαλούσας εταιρίας Σ. Σ. με τον υιό της εφεσίβλητης Π. Μ., ο οποίος της ανέφερε ότι την ασθενή συνόδευε η αδελφή του και κατ' επέκταση για ότι χρειαστεί θα έπρεπε να αποταθεί σε εκείνη λαμβανομένης υπόψη και της κατάστασης της εφεσίβλητης και του προχωρημένου της ηλικίας της (γεννηθείσα το έτος 1926).

Ως εκ τούτου η υπογραφή που έχει τεθεί στη θέση του αποδέκτη των συναλλαγματικών δεν είναι πλαστή, όπως αβάσιμα διατείνεται η εφεσίβλητη στις ανακοπές της, δεν έχει τεθεί από τρίτο άτομο εκτός του συγγενικού περιβάλλοντος της εφεσίβλητης ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη των άνω συναλλαγματικών δεν έχουν τεθεί από την αναιρεσείουσα, αλλά από τρίτο πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντος αυτής, κατόπιν σιωπηρής πληρεξουσιότητας της τελευταίας για την αποδοχή τους από πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντός της, ενόψει δε των παραδοχών του αυτών απέρριψε τις ένδικες ανακοπές της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αμφισβήτησε τις υπογραφές της επί των συναλλαγματικών αυτών.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217 παρ. 2 ΑΚ και 1 και 8 του ν. 5325/1932, γιατί έπρεπε να δεχθεί ότι η πληρεξουσιότητα για την αποδοχή των συναλλαγματικών δίδεται εγγράφως.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5503/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5503/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ