1624/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1624/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιοριστεί από την αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και όχι κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην αξία που είχε η παραπάνω δωρεά κατά το χρόνο που έγινε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1624 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1624/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Γκότη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Λ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τάσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 711/6-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 29-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831, 1833 και 1835 ΑΚ προκύπτει, ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας πρέπει να γίνει αποτίμηση των μεν στοιχείων της κληρονομίας, με βάση την αξία τους κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, της δε καταλογιστέας παροχής (δωρεάς κ.λ.π.) κατά την αξία που είχε η παροχή αυτή κατά το χρόνο που έγινε.
Η έννοια της φράσεως στη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στη διάταξη αυτή παροχές, δεν έχει την έννοια, ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομία, αλλά η αξία αυτών, υπολογιζομένη κατά το χρόνο παροχής, θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας.
Όταν η πραγματική ομάδα της κληρονομίας, που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί, για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος μεριδούχου, κάθε δωρεά του κληρονομουμένου, που υπολογίζεται κατά το άρθρο 1831 ΑΚ στην κληρονομία, ήτοι οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την υπέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη) κατά τους όρους του άρθρου 1835 ΑΚ.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιοριστεί από την αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και όχι κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην αξία που είχε η παραπάνω δωρεά κατά το χρόνο που έγινε.
Εξάλλου, μόνη η δήλωση του κληρονομουμένου - δωρητή ότι προβαίνει στη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, δεν αρκεί για να αποτυπώσει στη σύμβαση της δωρεάς το νομικό χαρακτήρα αυτής. Και αυτό, γιατί η φύση της σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που της προσδίδουν οι συμβαλλόμενοι.
Ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου που συνάγει τη σχετική κρίση του από το περιεχόμενο των όσων συμφωνήθηκαν και καθορίζει με βάση αυτά τους κανόνες δικαίου που αρμόζουν και πρέπει να εφαρμοστούν στη σχέση, προσφεύγοντας, αν χρειαστεί και σε στοιχεία εκτός της σύμβασης, όταν αυτά συνδέονται με τα όσα έχουν συμφωνηθεί, κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.
Έτσι, η δήλωση στο συμβόλαιο των συμβαλλομένων ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερα ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, ούτε παρέχει πλήρη απόδειξη για το χαρακτηρισμό αυτό. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Στις 29-9-2004 απεβίωσε στη Λάρισα η Ε. Τ., αφήνοντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα δύο τέκνα της, ήτοι τον ενάγοντα και τον αδελφό του Κ. Τ.. Η θανούσα ήταν εν ζωή αποκλειστική κυρία μιας ισόγειας οικίας, εμβαδού 83,22 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Λάρισας, στη συνοικία "Νεάπολη".
Είναι κτισμένη σε οικόπεδο εκτάσεως 201,56 τ.μ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς 8 μέτρων με την οδό ..., νότια επί πλευράς 8 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς 25,40 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Π. και δυτικά επί πλευράς 24,94 μέτρων με ιδιοκτησία Χ. και Ε. Π.. Στις 5-10-1998 η Ε. Τ., δυνάμει του .../5-10-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Κωνσταντίας Κατσανιά μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο κατά ψιλή κυριότητα, λόγω δωρεάς, στην εναγόμενη εγγονή της Ε.
θυγ. Κ. Τ. και παρακράτησε την επικαρπία εφόρου ζωής της. Στο άνω συμβόλαιο αναφέρεται, ότι η δωρεά γίνεται από "ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας και ανταπόδοσης". Κατά το χρόνο του θανάτου της η Ε. Τ. δεν άφησε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ό,τι περιουσιακό στοιχείο είχε και εν προκειμένω το προαναφερόμενο ακίνητο, το μεταβίβασε κατά την τελευταία δεκαετία πριν από το θάνατό της στην εναγόμενη εγγονή της.
Με αυτό τον τρόπο αποστέρησε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, δηλαδή το 1/ 4. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η δωρεά έγινε προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, αποτελεί ένσταση της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει η εναγομένη-αναιρεσείουσα.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η τελευταία δεν πρότεινε την ένσταση αυτή ούτε με τις έγγραφες προτάσεις της, ούτε με προφορική δήλωση πριν από την έναρξη της διαδικασίας, καταχωρημένη στα πρακτικά, όπως είχε υποχρέωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη περί προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι, εφόσον κατά το χρόνο θανάτου της δωρήτριας κληρονομουμένης δεν υπήρχε κληρονομιαία περιουσία, η δωρεά έγινε προς τρίτο μη μεριδούχο (εγγονή), κατά την τελευταία δεκαετία πριν από το θάνατό της και, εφόσον δεν αποδείχθηκε (λόγω μη προβολής σχετικής ενστάσεως), ότι έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας, συντρέχουν οι λόγοι ανατροπής της δωρεάς κατά το μέρος που θίγεται η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ήτοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου ακινήτου.
Σημειώνει δε το Εφετείο, ότι η εναγομένη αναιρεσείουσα στις προτάσεις της αναφέρει ότι ο ισχυρισμός, ότι η δωρεά υπαγορεύτηκε από ιδιαίτερο καθήκον αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων, δηλαδή η ίδια δεν επικαλείται, ότι πρότεινε σχετική ένσταση. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και δέχτηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, "1.Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται κατά την πρώτη συζήτηση με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό, δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2.
Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει, ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων".
Κατά τη σαφή διατύπωση της παρ. 1 η προβολή των μέσων επίθεσης και άμυνας, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 237. Όμως η προβολή με τις προτάσεις των άνω μέσων δεν αναφέρεται σ' αυτά που αποσκοπούν στην απόκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν στη διάρκεια της συζήτησης.
Γι' αυτό, όταν η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, η προβολή των άνω μέσων πρέπει να γίνεται όχι μόνο με τις προτάσεις αλλά και προφορικώς πριν από την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης, για να παρέχεται η ευχέρεια στον καθού η ένσταση να αμυνθεί κατά τη διεξαγωγή της δίκης.
Εξάλλου, ενόψει του ότι με το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα, κατά τον προσδιορισμό της κληρονομίας των δωρεών που ο κληρονομούμενος έκαμε κατά τα τελευταία δέκα χρόνια για τις δωρεές που τις επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όταν ο εναγόμενος δωρεοδόχος επικαλείται το γεγονός αυτό που εμποδίζει τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση και πρέπει να αποδείξει, ότι η δωρεά έγινε από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, κατά τα άρθρα 338 παρ. 1 και 335 ΚΠολΔ.
Δηλαδή ο επικαλούμενος το συνυπολογισμό της δωρεάς πρέπει να αποδείξει, ότι αυτή έγινε κατά την τελευταία πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου δεκαετία, ενώ ο επικαλούμενος τον μη συνυπολογισμό πρέπει να προβάλλει ένσταση και να αποδείξει, ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγους ευπρέπειας.
Η ανωτέρω φύση, δηλαδή των δωρεών αυτών, δεν συνιστά στοιχείο της αγωγής αλλά αποτελεί τη βάση καταλυτικής ενστάσεως. Αυτό είναι σύμφωνο και με το σκοπό του νομοθέτη να προστατεύσει το νόμιμο μεριδούχο, ο οποίος δεν είναι φυσικό να γνωρίζει και επομένως να επικαλεστεί τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η δωρεά, ενώ τις γνωρίζει ασφαλώς ο δωρεοδόχος (Ολ.ΑΠ 1404/1984).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει μεν από την προσθήκη-αντίκρουση των από 5-1-2006 πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίζεται, ότι "θεμέλιο της κρινόμενης αγωγής είναι ο ισχυρισμός του αντιδίκου, τον οποίο βεβαίως αρνούμαι ρητά και κατηγορηματικά, ότι η υπό κρίση δωρεά δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας και βεβαίως το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού πέφτει στους ώμους του", όπως προκύπτει δε, από τις προτάσεις αυτής ενώπιον του Εφετείου κατά τη δικάσιμο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ότι "δεν χρειαζόταν η από μέρους μου προβολή οποιασδήποτε ενστάσεως ....και βεβαίως δεν υπήρξε κανείς αιφνιδιασμός και δεν στερήθηκε από κάποιο δικαίωμα άμυνας".
Επομένως η αναιρεσείουσα δέν προέβαλε παραδεκτά ένσταση, ότι η επίμαχη δωρεά έγινε από ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, (και όχι από τον αριθμό 8 περ.
β', που αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα την ένστασή της, ότι η επίμαχη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο , με την παραδοχή ότι "συντρέχουν οι λόγοι ανατροπής της δωρεάς κατά το μέρος που θίγεται η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εφόσον δεν αποδείχθηκε, λόγω μη προβολής σχετικής ενστάσεως, ότι έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας", δέχθηκε (και ορθά) ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο την αμέσως πιο πάνω ένσταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση της Ε. θυγ. Κ. Τ. για αναίρεση της 265/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ