Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments raised late in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by Areva Hellas against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued that the lower court erred in declaring certain claims inadmissible, but the Court found these arguments were raised for the first time during the appellate stage. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were not properly substantiated in prior proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraphs 8, 11, and 16 of the Code of Civil Procedure; Arguments raised for the first time in appeal proceedings regarding inadmissibility are inadmissible if they were not substantiated in the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1624 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1624/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AREVA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" (πρώην με την επωνυμία "ALSTOM HELLAS Ανώνυμος Εταιρεία Ηλεκτρολογική Βιομηχανία και Συγκοινωνίες", πρώην με την επωνυμία "GEC ALSTOM Hellas Ανώνυμος Εταιρεία Ηλεκτρολογική Βιομηχανία και Συγκοινωνίες", πρώην με την επωνυμία "ΑΕG Ηellas Βιομηχανία Ηλεκτρικών Κατασκευών", που εδρεύει στην Ν. Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΚΤΡΟΛΟΥΞ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1991 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7999/1995 του ίδιου Δικαστηρίου, 2169/1999 παραπεμπτική και 2980/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η βασιμότητα του από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ λόγου αναίρεσης για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, κρίνεται από το αποτέλεσμα της αναιρεσιβαλλόμενης ανεξάρτητα από τη λεκτική διατύπωση αυτής, Προς το σκοπό δε αυτό επισκοπούνται τα δικόγραφα, ώστε να διακριβωθεί αν συντρέχει περίπτωση απόρριψης και ποίου αιτήματος ως απαραδέκτου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της συμπροσβαλλομένης (με την αριθμ. 2980/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης), υπ' αριθμ. 2169/1999 παρεμπίπτουσας απόφασης του ιδίου Εφετείου, σε συνδυασμό με τα δικόγραφα της από 10-3-1998 έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 7999/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη ανακοπή της κατά των με αριθ. 3872/1991, 2065/1991, 3636/1991 και 295/1991 διαταγών πληρωμής και των προτάσεων των διαδίκων κατά την συζήτηση της παραπάνω έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα του Εφετείου Θεσ/νίκης, γίνεται αδιστάκτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι με την τελευταία αυτή (2169/1999) παρεμπίπτουσα απόφαση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 7999/1955 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και όχι η υπ' αριθμ. 27806/1997 απόφαση του αυτού δικαστηρίου, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης του Εφετείου.
Δεν επικαλείται δε η αναιρεσείουσα ότι έχει, ούτε προκύπτει ότι έχει κάποιο προφανές έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση αυτή για τον λόγο αυτόν, αφού δεν επικαλείται κάποια έννομη σχέση από την με αριθ. 27806/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης. Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.
Πολ. Δικ. αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε ακυρότητα της συμπροσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας με αριθ. 2169/1999 απόφασής του και της υπ' αριθ. 4122/2000 κλήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης προς συζήτηση του παραπεμφθέντος σε ιδιαίτερη συζήτηση ισχυρισμού της, για το λόγο ότι με το διατακτικό της παρεμπίποτυσας αυτής απόφασης εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 27806/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και όχι η εκκαλούμενη υπ 'αριθμ. 7999/1995 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη.
Ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας. Η αντίφαση δε πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται σε ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι στο τμήμα της απόφασης στο οποίο αναφέρεται σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης.
Δεν ασκεί δε καμιά επιρροή στο κύρος της απόφασης, ούτε δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη αναφορά του αριθμού της κλήσης με την οποία φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η υπόθεση. Επομένως η προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από την παραπάνω διάταξη (αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.) αιτίαση, για αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενη στο ότι, ενώ στο διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2980/2001 απόφασης του Εφετείου γίνεται ορθά λόγος για συνεκδίκαση της με αριθ. 4122/12-10-2000 κλήσης προς συζήτηση του παραπεμφθέντος με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2169/1999 απόφαση του Εφετείου ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης (ανακόπτουσας), με τις από 21-4-2001 προσεπίκληση και ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και από 25-4-2001 παρέμβαση της τελευταίας, στη σύντομη περίληψη της πορείας της δίκης, αναφέρεται εσφαλμένα ως 4124/2000 ο αριθμός κατάθεσης της παραπάνω κλήσης για παραπέρα συζήτηση του προαναφερομένου ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της παραπάνω με αριθ. κατάθεσης 4122/12-10-2000 κλήσης, από προφανή παραδρομή αναγράφεται στη σύντομη περίληψη της πορείας της δίκης της απόφασης αυτής εσφαλμένα ο αριθ.
κατάθεσης της κλήσης αυτής ως 4124/2000 αντί του ορθού 4122/2000.
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δικ., αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες. Επίσης η αναίρεση απορρίπτεται αν διαπιστωθεί από τον Άρειο Πάγο ότι η αξίωση έχει παραγραφεί, ενώ έχει απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή (Ολ.
ΑΠ 8/1993). Εξ άλλου κατ' αρθρ. 35 α Ν. 2190/1920 ναι μεν οι αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως ανώνυμης εταιρίας είναι άκυροι και όταν έχουν ληφθεί κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών Συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων. Ακυρότητα όμως των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης για οποιονδήποτε λόγο, δε μπορεί να αντιταχθεί μετά πάροδο διετίας από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου αντιγράφου των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μετά την πάροδο προθεσμίας δύο ετών από την υποβολή του πρακτικού, επέρχεται ίαση της ακυρότητας, εφ' όσον αυτή δεν είχε προβληθεί, γιατί πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία. Ενώ δε η μεταβίβαση των ανωνύμων μετοχών της ανώνυμης εταιρίας γινόταν όπως η μεταβίβαση κάθε κινητού πράγματος, δηλαδή με παράδοση της νομής της μετοχής από τον κύριο στον αποκτώντα και συμφωνία αμφοτέρων για μεταβίβαση της κυριότητάς τους, με το άρθρ. 15 § 3 Ν. 2459/1997 καθιερώθηκε ο αναφερόμενος στη διάταξη αυτή έγγραφος τύπος.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις. ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας για έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τις αντίστοιχες χρονικές στιγμές α) της μεταβίβασης των μετοχών του Α στους Β και Γ και της λήψεως των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων της 19-4-2002 και 25-10-2002 για την εκλογή του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης αυτής και των αποφάσεων αυτού (διοικητικού συμβουλίου) για την αναβίωση αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) και έγκρισης όλων των προηγούμενων δικαστικών πράξεων που ενεργήθηκαν από αυτήν (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατά της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις προαναφερόμενς διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 35 Ν. 2190/1920 και του άρθρου 26 ιδίου νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 2459/1997 και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, με τη μη αναφορά σε αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) του χρόνου και του τρόπου μεταβίβασης των μετοχών και του οργάνου που προέβη στον έλεγχο των μετοχών αυτών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας α) της μεταβίβασης των μετοχών και της συμμετοχής των Β και Γ στις παραπάνω αυτόκλητες γενικές συνελεύσεις και β) των αποφάσεων των προαναφερομένων γενικών συνελεύσεων και διοικητικού συμβουλίου αυτής.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλλε στον πρώτο βαθμό και μέσα στην παραπάνω προθεσμία των δύο ετών τις προαναφερόμενες ακυρότητες των καθολικών γενικών συνελεύσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, ούτε ότι η μεταβίβαση των μετοχών του Α στους Β και Γ έγινε μετά την ισχύ του Ν. 2459/1997, ώστε να απαιτείται για αυτήν ο απαιτούμενος από το άρθρο 15 § 3 αυτού έγγραφος τύπος.
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 47α Ν 2190/1920 η εταιρία λύεται και με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης. Στην περίπτωση δε αυτή, δηλαδή λύσης της εταιρίας με πτώχευση, δεν επακολουθεί στάδιο εκκαθάριση αυτής. Εάν μετά την κήρυξη της πτώχευσης της εταιρίας, επήλθε συμβιβασμός ή αποκατάσταση κατά τις ισχύουσες στην πτώχευση διατάξεις, μπορεί αυτή να αναβιώσει με απόφαση της γενικής συνέλευσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με την υπ' αριθ. 30352/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ανακλήθηκε η με αριθ. 4029/1994 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και ότι με την προαναφερόμενη από 19-4-2002 αυτόκλητη καθολική γενική συνέλευση της αναιρεσίβλητης αυτής ελήφθη απόφαση αναβίωσής της (πρώτης αναιρεσίβλητης).
Επομένως η προβαλλόμενη επίσης με τον τρίτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 2190/1920, με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, γιατί χωρίς τη σύναψη απ' την πρώτη αναιρεσίβλητη πτωχευτικού συμβιβασμού και αποκατάστασης, που αποτελούν προϋπόθεση της αναβίωσης της, έπρεπε να τελεί σε εκκαθάριση και δεν μπορούσε να προβεί σε λήψη αποφάσεων για εκλογή διοικητικού Συμβουλίου και έγκριση προηγούμενων διαδικαστικών αυτής πράξεων άσκησης της ένδικης ανακοπής, έφεσης και κλήσεων προς συζήτηση αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Τούτο δε γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται α) εξαφάνιση, με την παραδοχή κάποιου ένδικου μέσου, της παραπάνω με αριθ. 30352/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία ανακλήθηκε η πτώχευση της αναιρεσίβλητης και β) προβολή στον πρώτο βαθμό και μέσα στη διετή προθεσμία του άρθρου 35α Ν 2190/1920, της ακυρότητας των προαναφερομένων γενικών συνελεύσεων αυτής, που προέβησαν στην εκλογή του διοικητικού της Συμβουλίου και το οποίο έδωσε εντολή για ενέργεια των διαδικαστικών αυτών πράξεων αυτής.
Συνακόλουθα και η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα της ακυρότητας των προαναφερομένων γενικών συνελεύσεων και αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και έγκριση απ' αυτές των προεκτιθεμένων διαδικαστικών της πράξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γιατί δεν περιέχεται στο λόγο αυτό αναιρέσεως, εξειδίκευση του σφάλματος του Εφετείου, με αναφορά των επιπλέον περιστατικών που έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την επάρκεια της αιτιολογίας της στο ζήτημα αυτό.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 86, 87, 88 και 89, όπως η διάταξη του τελευταίου άρθρου τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2915/2001, η προσεπίκληση ασκείται έως τη συζήτηση στο πρώτο βαθμό, αλλιώς κηρύσσεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Επομένως άσκηση της προσεπίκλησης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι ανεπίτρεπτη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη ακόμα και όταν σωρεύεται σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 1309/1988).
Συνακόλουθα το Εφετείο που έκρινε απαράδεκτη την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα για πρώτη φορά ενώπιον αυτού (Εφετείου) από 11-4-2001 προσεπίκληση και ενωμένη με αυτήν αγωγή αποζημίωσης κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμ. 8, 9 και 14 του άρθρ. 559 Κ.
Πολ. Δ. πράγματι δε μόνο από τον αριθ. 14 του εν λόγω άρθρου, αντίθετη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα ενώπιόν του παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθ' όσον μεν ήθελε θεωρηθεί αυτή ως κύρια παρέμβαση, γιατί η αναιρεσίβλητη αυτή δεν αντιποιείται σύμφωνα με το περιεχόμενο της παρέμβασης αυτής, εν όλω ή εν μέρει το αντικείμενο της παρούσας εκκρεμούς δίκης, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον της δεύτερης αναιρεσίβλητης για παροχή έννομης προστασίας, καθ' όσον δε ήθελε θεωρηθεί ως πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση, γιατί η παρεμβαίνουσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, προσήλθε στη δίκη όχι προς υποστήριξη της θέσης της προσεπικαλούσας αναιρεσείουσας, αλλά προς απόκρουση αυτής (θέσης προσεπικαλούσας) και της προσεπίκλησης.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ. Πολ. Δικ. αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προαναφερόμενη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης "για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στο δεύτερο λόγο αναίρεσης", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης κάποιου έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για προβολή της αιτίασης αυτής.
Αλλά και ως αβάσιμος, γιατί η από πρόδηλη παραδρομή αναφορά της παραπάνω κλήσης με εσφαλμένο αριθμό κατάθεσης, δεν δημιουργεί καμιά αμφιβολία για την ταυτότητα και το περιεχόμενο της κλήσης αυτής και δεν επάγεται καμιά ακυρότητα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας των δύο εταιριών (ΗΛΒΕΛ και AEG ΕΛΛΑΣ), η ανακόπτουσα εταιρία ΗΛΒΕΛ παρήγγειλε δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ στις 15-12-1990 δυνάμει της από 15-12-1990 εγγράφου παραγγελίας της που διαβιβάστηκε με FAX στην καθής τα παρακάτω εμπορεύματα:
α) 4 ψυγεία AEG W SANZO 2500 εντοιχισμένα, β) 4 καταψύκτες AEG NO ARKTIS 081 εντοιχισμένοι, γ) 4 κουζίνες AEG No 540 λευκές εντοιχισμένες και δ) 4 εστίες AEG No 610 λευκές εντοιχισμένες, ε) 4 πλυντήρια AEG No 675 λευκά ατοιχισμένα. Την ως άνω παραγγελία πρόταση της ανακόπτουσας αποδέχθηκε η καθής και συμφώνησε να της πωλήσει και να της παραδώσει τα εμπορεύματα αυτά έως την 20-1-1991.
Λόγω παρόδου απράκτου του ορισθέντος χρόνου παραδόσεως των εμπορευμάτων αυτών στην ανακόπτουσα από την καθής πωλήτρια, κλήθηκε από την ανακόπτουσα στην έδρα της και προσήλθε την 4-3-1991 ο εκπρόσωπος της καθής στην Θεσ/νίκη Ε και υποσχέθηκε εγγράφως την παράδοση σ' αυτήν (ανακόπτουσα) των πωληθέντων εμπορευμάτων έως την 30-3-1991.
Κατά την ίδια ημέρα (4-3-1991) παρεδόθηκαν στον ανωτέρω Ε, ως εκπρόσωπο της καθής, οι υπ' αριθμ. ....., ....., ..... και ..... συναλλαγματικές, αντί καταβολής μέρους του τιμήματος των ως άνω πωληθέντων εμπορευμάτων, οι οποίες ήσαν αποδοχής της ανακόπτουσας, εκδόσεως και σε διαταγή της καθής ποσού εκάστης 750.000 δρχ. και συνολικώς ποσού 3.000.000 δρχ.
και λήξεως 30-4-1991, 31-5-1991, 30-6-91 και 31-7-1991 αντιστοίχως. Συνετάγη δε προς τούτο το Ν. ..... πινάκιο εκχωρηθεισών της "AEG ΕΛΛΑΣ ΑΕ" συναλλαγματικών, το οποίο φέρει την μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του εκπροσώπου της καθής στην Θεσ/νίκη Ε, και στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι αριθμοί των τεσσάρων (επιδίκων) συναλλαγματικών, το ποσό και η ημερομηνία λήξεως εκάστης, η αιτία αποδοχής των, και η αναληφθείσα υποχρέωση της καθής εκπληρώσεως της οφειλομένης παροχής της, ήτοι παραδόσεως των εμπορευμάτων έως 30-3-1991.
Παράλληλα, την ίδια μέρα καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας και του ως άνω εκπροσώπου της καθής στην Θεσ/νίκη Ε σύμβαση δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων εταιριών ότι σε περίπτωση μη παραδόσεως στην ανακόπτουσα των πωληθέντων ως άνω εμπορευμάτων έως την 30-3-1991 θα επιστραφούν σ' αυτήν (ανακόπτουσα) οι ανωτέρω συν/κές.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι τα ανωτέρω πωληθέντα εμπορεύματα (20 ηλεκτρικές οικιακές συσκευές) ουδέποτε παραδόθηκαν στην ανακόπτουσα - αγοράστρια από την καθής - πωλήτρια αυτών εταιρία "AEG ΕΛΛΑΣ". Η τελευταία δε, παρά την ως άνω αποδειχθείσα συμφωνία εξαιτίας της μη παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων περί αφέσεως χρέους, δια της επιστροφής των επίδικων συν/κών, και την εξ αυτής άμεση απόσβεση της ενοχής της ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ εκ των συν/κών αυτών, προέβη με βάση αυτές (συν/κές) στην έκδοση των προσβαλλομένων Διαταγών Πληρωμής.
Με το να δεχθεί το Εφετείο με βαση αυτά την ένδικη ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" και να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες με αυτή διαταγές πληρωμής, δεν παραβίασε τα άρθρα 361 και 513 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης. Οι δε προβαλλόμενες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αντίθετες αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων αυτών του ΑΚ (361 και 513) και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης με την μη αναφορά του τρόπου, του χρόνου και του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας που αποδέχθηκε την πρόταση της πρώτης αναιρεσίβλητης για σύναψη της συμβάσεως πώλησης, του συμφωνηθέντος ολικού τιμήματος της πώλησης αυτής, του τρόπου καταβολής του ολικού αυτού τιμήματος, της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας με την οποία ορίσθηκε ο Ε νόμιμος εκπρόσωπός της και τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι οι ισχυρισμοί της αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκαν κατ' έφεση.
Ο λόγος δε αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι σε σχέση με απαραδέκτως προβαλλόμενους ισχυρισμούς (Ολ. ΑΠ 44/1990). Σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες και ως αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συμφωνήθηκε τίμημα μεταξύ των συμβαλλομένων για την πώληση απ' την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Αρκεί δε για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη σύμβαση πώλησης, η αναφορά μόνο του μέρους του τιμήματος, χάριν καταβολής του οποίου εκδόθησαν οι επίδικες συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες διαταγές πληρωμής, αφού η ακύρωση αυτών αποτελεί το αντικείμενο της παρούσης δίκης και η αναφορά του χρόνου και τρόπου κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, του τρόπου καταβολής του τιμήματος κα της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας με την οποία ορίσθηκε εκπρόσωπος της ο Ε, δεν αποτελούν αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 513 ΑΚ, εφ' όσον οι ελλείψεις αυτές δεν συνδέονται με κάποια σχετική με αυτές ακυρότητα των επίδικων διαταγών πληρωμής.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με τις παραδοχές της υπ' αριθ. 295/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι "στις ανακοπές που άσκησε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά των με αριθ. 34068/1991 και 34069/1991 διαταγών πληρωμής, δεν γίνεται αναφορά σε αλληλόχρεο λογαριασμό, ενώ, τώρα με την αγωγή της τα ποσά των διαταγών αυτών πληρωμής συγχωνεύει στον δήθεν συναφθέντα με την εναγόμενη αλληλόχρεο λογαριασμό" που αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη καταδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της αναιρεί τον ισχυρισμό της περί ειδικής συμφωνίας για την αιτία παράδοσης των επίδικων συναλλαγματικών στην αναιρεσείουσα και επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι επίδικες συν/κές παραδόθηκαν σε αυτή έναντι άλλης οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα και όχι με την υποχρέωση επιστροφής τους σε περίπτωση μη πραγματοποίησης της επίδικης πώλησης.
Προβάλλει δε η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό (έκτο) τις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11 και 16 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό της, την ως άνω με αριθ. 295/2001 απόφαση του Εφετείου και το δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση αυτή, για την προαναφερόμενη παραδοχή της.
Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες γιατί προβλήθηκαν για πρώτη φορά με την προσθήκη και αντίκρουση των από 3-4-2006 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου μετά τη συζήτηση της 30-3-2006, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2980/2006 απόφασή του. Η πρώτη δε απ' αυτές (αιτιάσεις) του άρθρου 559 αριθ. 8 και γιατί ο παραπάνω ισχυρισμός της, δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση του προβαλλόμενου με την ένδικη ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης προαναφερόμενου ισχυρισμού της, που παραπέμφθηκε σε ιδιαίτερη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, αλλά επιχείρημα προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού της πρώτης αναιρεσίβλητης και ενίσχυση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι αιτία έκδοσης των επίδικων συν/κων ήταν η εξόφληση οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα από απλήρωτα έως τότε τιμολόγια πώλησης προς αυτήν εμπορευμάτων.
Η απ' αυτές (αιτιάσεις) του άρθρου 559 αριθ. 16 και γιατί είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται επίκληση ότι η παραπάνω με αριθ. 295/2001 απόφαση εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα δίκη, είχε το ίδιο με την παρούσα δίκη αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, αλλά και γιατί η προαναφερόμενη παραδοχή της υπ' αριθ. 295/2001 απόφασης, δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα δίκη.
Και η τρίτη από αυτές (αιτιάσεις) του άρθρου 559 αριθ. 11 γιατί είναι αβάσιμη, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικώς χωρίς να αγνοείται η αποδεικτική αξία των λοιπών για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ......" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AREVA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" (πρώην με την επωνυμία "ALSTOM HELLAS Ανώνυμος Εταιρεία Ηλεκτρολογική Βιομηχανία και Συγκοινωνίες", πρώην με την επωνυμία "GEC ALSTOM Hellas Ανώνυμος Εταιρεία Ηλεκτρολογική Βιομηχανία και Συγκοινωνίες, πρώην με την επωνυμία AEG Hellas Βιομηχανία Ηλεκτρικών Κατασκευών) για αναίρεση της υπ' αριθ. 2980/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (που έχουν χωριστή υπεράσπιση) τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ", που κατέθεσε προτάσεις και σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ για την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΕΚΤΡΟΛΟΥΞ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ