Legislator Case Law & Legislation
1624/2007 AI generated

1624/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1624/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της .... , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3443/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 712/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή της και τους από 14 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1624/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Keywords

AI generated
withdrawal of driving license freight carrier liability post-flight grounds termination of insurance benefits civil aviation law extinction of a real right
AI generated
1549/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3118/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 833/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2005 αίτησή του.
1393/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
915/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
326/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
381/2008
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 § 4 εδαφ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1624 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1624/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της .....και ..... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στάμου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΛΕΑΒΟ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΣ ΛΙΜΙΤΕΤ" (KALEAWO ENTERPRISE LIMITED), που εδρεύει στην πόλη ΤΕΜΑ της Γκάνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαβράμη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της .... , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3443/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 712/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή της και τους από 14 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από την έκθεση επιδόσεως ..... της Δικαστικής Επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.06.2006 αιτήσεως για αναίρεση της απόφασης 712/2003 του Εφετείου Πειραιά, με την πράξη ορισμού δικασίμου και τη κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκαν με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης, στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Πλην όμως αυτή δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση, η οποία, επομένως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, κατ' άρθρο 576§2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμελείας, δηλαδή όταν δε καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη επαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μη υποκείμενη στον ακυρωτικό έλεγχο. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 34§2 και 60§3 του Α.Ν. 1846/51 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το 13.Δ της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 εδ.α' του Εισαγωγικού του Νόμου, έχει δε εφαρμογή και στη σύμβαση ναυτολογήσεως, κατά το άρθρο 2 του ιδίου νόμου και 66 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), προκύπτει ότι αυτός που έπαθε ανικανότητα από το εργατικό ατύχημα, ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ιδίου νόμου συγγενείς του, διατηρούν την αξίωση για "χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης", όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότου ή των υπ' αυτού προστηθέντων προσώπων, ανεξαρτήτως της υπάρξεως, στο πρόσωπο του εργοδότου ή των υπ' αυτού προστηθέντων προσώπων, του στοιχείου του δόλου ή της ειδικής αμελείας, συνισταμένης στην μη τήρηση στην εργασία ή την επιχείρηση διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών, για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτές (ΟλΑΠ 1117/1986).

Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων και τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε άτυπα στον Πειραιά στις 12.2.1997 μεταξύ του Ζ1 και του δευτέρου εναγομένου, ως αντιπροσώπου της αλλοδαπής εταιρείας - πρώτης εναγομένης που εδρεύει στη πόλη ...., ο Ζ1 προσελήφθη και ναυτολογήθηκε στις 16.3.1997 στο λιμάνι ....

ως πλοίαρχος στο με σημαία Γκάνας αλιευτικό πλοίο της πρώτης εναγομένης "..... ", ολικής χωρητικότητος 169, 46 τόννων, μήκους 31, 25 μέτρων, αντί μηνιαίου κλειστού μισθού 1.000.000 δραχμών. Στις 16.3.1997 το παραπάνω πλοίο με πλοίαρχο τον Ζ1 αναχώρησε από το λιμάνι .... για Μαδαγασκάρη στα ύδατα της οποίας θα αλίευε γαρίδες.

Ο Ζ1 είχε τηλεφωνική επαφή με τη σύζυγό του μέχρι και την 4.4.1997, ενώ στις 6.4.97 έγινε η τελευταία με το πλοίο αυτό επικοινωνία. Ειδικότερα, την 20.00 ώρα της 6.4.1997 και ενώ το παραπάνω πλοίο έπλεε μεταξύ του λιμένος .... και της Μαδαγασκάρης στην αρχή του διαύλου στον Ινδικό Ωκεανό, επικοινώνησε με τον Φ1, καθώς και με άλλα παραπλέοντα αλιευτικά πλοία, ενώ προγραμματισμένη τηλεφωνική επικοινωνίας του "..... " με τον Φ1 την 22.00 ώρα της αυτής ως άνω ημερομηνίας δεν κατέστη εφικτή.

Έκτοτε αγνοείται η τύχη του ως άνω πλοίου και του πληρώματος αυτού, που αποτελείτο από δύο Έλληνες, τον πλοίαρχο και τον Μηχανικό Α΄, και πέντε Γκανέζους ναυτικούς. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 483/31.7.2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, ο Ζ1 κηρύχθηκε σε κατάσταση αφανείας από 6.4.1997. Η εξαφάνιση του σκάφους έγινε κάτω από πολύ καλές καιρικές συνθήκες, χωρίς να προηγηθεί εκπομπή σήματος κινδύνου (SOS) ή αναφορά για την ύπαρξη οποιονδήποτε προβλήματος.

Το πλοίο ήταν μεν παλιό (έτος ναυπηγήσεως 1962), πλην όμως η κατάστασή του ήταν γενικά καλή, δηλαδή δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Δεν προέκυψε κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο για την εξαφάνιση του πλοίου. Το γεγονός ότι οι επικρατούσες στην περιοχή καιρικές συνθήκες ήταν πολύ καλές και δεν υπήρχε στο πλοίο κάποιο επικίνδυνο φορτίο, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αιφνίδια μετατόπιση του φορτίου, αν και για τη μετατόπιση αυτή πρέπει συγχρόνως να επικρατεί και κακοκαιρία, πράγμα που δεν συνέβαινε εν προκειμένω, δεν καθιστά πιθανή την αιφνίδια βύθιση αυτού λόγω ασταθείας του, ακόμη και στην περίπτωση που υφίστατο στο πλοίο αυτό πρόβλημα ευστάθειας.

Η μοναδική αποδεδειγμένα λογική εξήγηση που δίδεται από τους πιο πάνω μάρτυρες - ναυτικούς, που θεωρούν ότι το εν λόγω πλοίο ήταν αξιόπλοο, είναι ότι κατά την νύκτα της 5ης προς την 6η Απριλίου 1997 και πάντως μετά την 21.00 ώρα της 5.4.1997, ότε ο πλοίαρχος του αλιευτικού πλοίου "..... " .... μίλησε για τελευταία φορά με τον πλοίαρχο του ως άνω πλοίου Ζ1 και καθόν χρόνο έπλεε προς τον δίαυλο μεταξύ Νότιας Αφρικής και Μαδαγασκάρης, όπου υφίσταται πυκνή κυκλοφορία μεγάλων πλοίων, συγκρούσθηκε το μικρό αλιευτικό πλοίο μήκους 31, 25 μέτρων "..... " με κάποιο από τα διερχόμενα μεγάλα πλοία που έσπευσε να εξαφανισθεί με αποτέλεσμα να παρασυρθεί αιφνιδιαστικά και ακαριαία αύτανδρο στο βυθό.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ποτέ δεν ανευρέθησαν ίχνη (επιπλέοντα αντικείμενα κ.λ.π.) του ναυαγίου και ότι το πλήρωμα δεν μπόρεσε να αντιδράσει δηλαδή να εκπέμψει ούτε μία φορά σήμα κινδύνου (SOS). Η παραπάνω μόνη σοβαρή λογική εξήγηση απωλείας του εν λόγω πλοίου αποτελεί σύνηθες φαινόμενο ατυχήματος για την περιοχή που ήταν πέρασμα μεγάλων πλοίων και συνακόλουθα αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, από το οποίο αποδεικνύεται ο τρόπος και η αιτία βύθισης του πλοίου.

Επομένως, η αιφνίδια εξαφάνιση του πλοίου "..... " και συνακόλουθα ο θεωρούμενος κατ' άρθρο 48 ΑΚ θάνατος του Πλοιάρχου Ζ1 αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε βίαιο συμβάν, το οποίο έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση και εξ αφορμής της εργασίας του στο πλοίο αυτό. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι τα σχετικά κέντρα συντονισμού και διάσωσης της Νότιας Αφρικής προς ανεύρεση του απωλεσθέντος ως άνω πλοίου ειδοποιήθηκαν στις 22.4.1997.

Το χρονικό διάστημα από την 6.4.1997 (ημερομηνία εξαφάνισης του πλοίου) έως την 22.4.1997 (ημερομηνία ειδοποίησης), ενόψει της ναυτιλιακής πρακτικής κατά την οποία οι πλοιοκτήτριες εταιρείες τουλάχιστον ανά διήμερο επικοινωνούν με τα ανά τον κόσμο ταξιδεύοντα πλοία της πλοιοκτησίας τους, καθιστούν την παράλειψη αυτή της πρώτης εναγομένης εντελώς αδικαιολόγητη.

Όμως στην παράλειψη αυτή της πρώτης εναγομένης δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί ο θάνατος του Ζ1 , δηλαδή η παράλειψή της αυτή δεν ήταν δυνατόν να επιφέρει δηλαδή δεν ήταν πρόσφορη να επιφέρει τον θάνατο του πλοιάρχου Ζ1 , αφού το πλοίο βυθίσθηκε αυτοστιγμή χωρίς να εκπέμψει σήμα κινδύνου. Ταύτα δε καθόσον εξ αντικειμένου η οποιαδήποτε έρευνα θα ελάμβανε χώρα οπωσδήποτε μετά την απώλεια του ως άνω πλοίου και του πληρώματος αυτού.

Δηλαδή οι αρμόδιες σωστικές αρχές της Νότιας Αφρικής ακόμη και αν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως (αμέσως) δεν θα είχαν στη διάθεσή τους κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική κατά το χρόνο (νύκτα) και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ναυάγιο, ούτε χρόνο ούτε οποιαδήποτε δυνατότητα προς διάσωση του πληρώματος του εν λόγω πλοίου "..... ", που ήταν για τις εκεί θάλασσες πολύ μικρό σε μέγεθος.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγουσες δεν ισχυρίζονται ούτε βέβαια απέδειξαν ότι μετά το ναυάγιο του εν λόγω πλοίου ο πλοίαρχος Ζ1 παρέμεινε ναυαγός στη θάλασσα για τόσο χρονικό διάστημα που κατά τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν αρκετό και εφικτό να ανευρεθεί και να διασωθεί αν οι αρμόδιες αρχές της Νότιας Αφρικής είχαν ειδοποιηθεί άνευ υπαιτίου βραδύτητος (εγκαίρως).

Εν πάση περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση χωρίς την εκπομπή σήματος κινδύνου η κατά τον χρόνο του ναυαγίου ανεύρεση του στίγματος του πλοίου (το σημείο στο ναυτικό χάρτη που δίνει τη γεωγραφική θέση του πλοίου) είναι πολύ δυσχερής, με αποτέλεσμα να χάνεται πολύτιμος χρόνος για την ανεύρεση επιζώντων ναυτικών στον Ινδικό Ωκεανό.

Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την ανυπαρξία αιτιώδους συναφείας μεταξύ της άνω παραλείψεως και του επελθόντος θανάτου του Ζ1 , κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα των αναιρεσειουσών περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εκ του προαναφερομένου ναυτεργατικού ατυχήματος.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, διαλαμβάνοντας αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, αναφορικά με περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος περί της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ως αιτία εξαφανίσεως του πλοίου "..... " την επ' αυτού επίπτωση άλλου μεγαλυτέρου σκάφους με συνέπεια την βύθισή του "αυτάνδρου" και τον θάνατο των μελών του πληρώματος, μεταξύ των οποίων και ο Ζ1 , της ουσιαστικής του κρίσεως περί της εν λόγω αιτίας απωλείας του σκάφους εκφραζομένης ενδοιαστικώς, αφού αυτή (αιτία) αναφέρεται "ως μόνη σοβαρή λογική εξήγηση" του γεγονότος αυτού, στη συνέχεια προβαίνει σε αποφατική κρίση περί μη υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της αδρανείας των εναγομένων να ενημερώσουν αμελητί τις αρμόδιες αρχές προς ανεύρεση και διάσωση των μελών του πληρώματος, (όπως υπεχρεούτο από διεθνώς κρατούσα και διέπουσα την ναυσιπλοΐα αρχή), με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο χρόνος κατά τον οποίο τα μέλη του πληρώματος του βυθισθέντος πλοίου που επεβίωσαν μετά την πρόσκρουση ήταν τόσος που επαρκούσε προς ανεύρεση και διάσωση αυτών.

Έτσι, το Εφετείο το μεν δέχεται ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανευρέσεως και διασώσεως του πληρώματος του βυθισθέντος πλοίου θα ήταν εκ των πραγμάτων ατελέσφορος, και αν ακόμη υπήρχε έγκαιρη ενημέρωση των αρμοδίων αρχών, το δε ότι υπήρξε μεν κάποιο χρονικό διάστημα επιβιώσεώς των, (απροσδιόριστο), που όμως δεν επαρκούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για την αποτελεσματική ανεύρεση και διάσωσή τους.

Επομένως, ο στο κύριο δικόγραφο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 712/2003 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης εξ χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ