Employment contract termination during pregnancy dismissed; reinstatement ordered with back pay awarded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the lower court's dismissal of the plaintiff's claim for reinstatement and back pay. The plaintiff argued she was unlawfully terminated while pregnant, but the lower court found her employment ended legally under specific termination provisions. The court ruled that the lower court erred in applying these provisions to the plaintiff's situation, necessitating a new trial on the reinstatement claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 44 para. 1, 7, 8 of Law 1882/1990; Art. 103 para. 3 of the Constitution; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: Termination of fixed-term employment contracts during pregnancy does not automatically preclude reinstatement claims if the termination was procedurally flawed or applied incorrectly to the specific circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1624 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1624/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση - Ανώνυμη Εταιρεία» (ΕΡΤ-ΑΕ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1741/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2858/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2003 αίτησή της και τους από 1/7/2003 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 7/9/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 2 - 5 του ν. 2190/1994 ορίζονται τα εξής: «Με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων επαναπροσλαμβάνονται συμβασιούχοι των υπηρεσιών και νομικών προσώπων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, που απολύθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 1882/1990, άρθρο 44 παρ. 1, 7 και 8, εφόσον δεν επαναπροσλήφθηκαν σε υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου όπου και να υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν υπηρετούν με σχέση ωρομισθίου ή ημερομισθίου (παρ. 2) .
Ο ενδιαφερόμενος για την επαναπρόσληψη υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ή νομικού προσώπου από το οποίο έγινε η απόλυση, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι επαναπροσλαμβανόμενοι καταλαμβάνουν υφιστάμενες κενές ή συνιστώμενες θέσεις τακτικού προσωπικού ή αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 103 παρ. 3 του Συντάγματος ή, προκειμένου για ν.
π .ι. δ., αντίστοιχες, για την κάλυψη διαρκών και πάγιων αναγκών της υπηρεσίας. Ο αριθμός των επαναπροσλαμβανομένων καθορίζεται από τις ανάγκες που είχαν προσδιορισθεί με τις σχετικές προτάσεις των κατά περίπτωση αρμόδιων οργάνων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 3 του ν. 1882/1990 και όπως οι ανάγκες θα επανεκτιμηθούν με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού (παρ. 3).
Αν οι αιτούντες υπερβαίνουν τον αριθμό των θέσεων, που προκύπτουν από την εκτίμηση των αναγκών, καταρτίζονται πίνακες κατά κλάδους ή ειδικότητες, όπως προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις ή κανονισμούς, με βάση τη σειρά αρχαιότητας στην υπηρεσία κατά το χρόνο απόλυσης και προσλαμβάνονται μόνο εκείνοι που αντιστοιχούν κατά σειρά προτεραιότητας στον αριθμό των κενών θέσεων.
Αν μεταξύ των μη προσλαμβανομένων, λόγω υπέρβασης του αριθμού των θέσεων, υπάρχουν απολυθέντες των οποίων η αίτηση συνοδεύεται από ευνοϊκή γι' αυτούς απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δικαστική απόφαση εκτελείται και ιδρύονται, με απόφαση του οικείου υπουργού, οι απαιτούμενες επιπλέον θέσεις. Για τον υπολογισμό της αρχαιότητας, ο χρόνος των συμβάσεων υπολογίζεται αθροιστικά για όποιον είχε υπογράψει περισσότερες συνεχόμενες συμβάσεις ή και διακοπτόμενες με την ίδια ή και διαφορετικές υπηρεσίες, εφόσον μεταξύ αυτών δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα μήνα (παρ. 4).
Σε κάθε περίπτωση οι υπαγόμενοι στην παρ. 2, των οποίων η αίτηση συνοδεύεται από ευνοϊκή για τον αιτούντα απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδοθείσα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, επαναπροσλαμβάνονται χωρίς έρευνα άλλης σχετικής προϋπόθεσης. Τελεσίδικες ευνοϊκές αποφάσεις εκδιδόμενες μετά τη δημοσίευση του παρόντος εκτελούνται με κατάταξη και επαναπρόσληψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 4 και 10 του παρόντος άρθρου (παρ. 5).
Απολυθέντες κατά το διάστημα από 1 Ιανουαρίου 1990 έως και 31 Οκτωβρίου 1993, μη υπαγόμενοι στις παραγράφους 2, 9 και 12 του παρόντος άρθρου, επαναπροσλαμβάνονται με αίτησή τους, εάν η απόλυσή τους κριθεί προδήλως αδικαιολόγητη ή καταχρηστική. Δυσμενής διακριτική μεταχείριση, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, θεμελιώνει πάντοτε δικαίωμα επαναπρόσληψης.
Ο αριθμός των θέσεων, υφισταμένων ή συσταθησόμενων , που θα καλυφθούν με επαναπρόσληψη απολυθέντων της παρούσας παραγράφου, καθορίζεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού... (παρ. 13), ενώ το άρθρο 32 παρ. 21 του άνω νόμου ορίζει ότι:
«Προσωπικό της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (Ε ΡΤ - Α. Ε.), που απολύθηκε από 1.12.1989 έως 31.10.1993, μπορεί να επαναπροσληφθεί με αίτησή του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 13 εδάφια α ΄ έως δ΄ του νόμου αυτού. Οι σχετικές αιτήσεις κρίνονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 26 παρ. 4 επ…….».
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2190/1994 επαναπροσλαμβάνονται αφενός μεν οι απολυθέντες κατ' άρθρο 44 του ν. 1882/1990, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις των παρ. 2 - 5, αφετέρου δε όσοι απολύθηκαν κατά το από 1-11990 έως και 31-10-1993 χρονικό διάστημα, ευθέως μεν όσοι έχουν υπέρ αυτών πρωτόδικη δικαστική απόφαση, μετά δε από κρίση επιτροπής όσοι επικαλούνται αδικαιολόγητη ή καταχρηστική απόλυση, ιδίως λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων ή λόγω της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας, ενώ με το άρθρο 32 παρ. 21 του άνω νόμου επαναπροσλαμβάνεται προσωπικό της Ε Ρ Τ Α Ε , που απολύθηκε από 1-12-1989 έως 31-10-1993, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 13 εδ.
α' έως δ' του νόμου αυτού. Η τελευταία αυτή διάταξη ρυθμίζει τα της επαναπροσλήψεως των απολυθέντων από την Ε.Ρ.Τ.- Α.Ε. κατά το άνω χρονικό διάστημα καταχρηστικώς και ιδίως λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων ή της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητος και όχι και τα της επαναπροσλήψεως των απολυθέντων κατ΄ άρθρ. 44 του ν. 1882/90, οι οποίοι επαναπροσλαμβάνονται και αυτοί κατά τις διατυπώσεις των παρ. 2 – 5 του άρθρ. 25 του ν. 2190/94.
Εξαίρεση ως προς την επαναπρόσληψη των απολυθέντων της κατηγορίας αυτής (άρθρ. 44 ν. 1882/90) θεσπίζεται μόνον (άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄) ως προς την Δ.Ε.Η.. Εξάλλου κατά τα άρθρα 118 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τις άνω ουσιαστικές διατάξεις, για το ορισμένο και παραδεκτό της αγωγής του απολυθέντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1882/1990 με την οποία ζητεί αυτός την επαναπρόσληψή του κατ΄ άρθρoν 25 παρ. 2 – 5 του ν. 2190/1994 αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή του ότι α) απολύθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1882/1990 β) υπέβαλε εμπρόθεσμη αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ή του νομικού προσώπου από το οποίο έγινε η απόλυση, ήτοι μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση του ν. 2190/1994 γ) υφίσταντο κενές θέσεις ή συνεστήθηκαν τοιαύτες, σε περίπτωση δε που οι αιτούντες υπερέβαιναν τον αριθμό των θέσεων την σειρά αρχαιότητας του στην υπηρεσία κατά τον χρόνο της απολύσεως σε σύγκριση με τους άλλους αιτούντες που επαναπροσλήφθησαν και δ) η υπηρεσία από την οποία απολύθηκε δεν τον επαναπροσέλαβε, καίτοι συνέτρεχαν οι άνω προϋποθέσεις του νόμου, ενώ στην περίπτωση που η άνω αίτηση συνοδεύεται από ευνοϊκή για τον αιτούντα απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε μέχρι τη δημοσίευση του ν. 2190/1994 αρκεί μόνο η μνεία αυτής, μη απαιτουμένης άλλης σχετικής προϋποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσείουσας, το οποίο ο ΄Αρειος Πάγος επιτρεπτώς επισκοπεί κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αυτή εξέθετε ότι απολύθηκε από την αναιρεσίβλητη ΕΡΤ Α.Ε. κατά το άρθρο 44 του ν. 1882/1990 και ότι η τελευταία δεν την επαναπροσέλαβε, καίτοι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 παρ. 2 – 5 του ν. 2190/1994, ήτοι υπέβαλε εμπροθέσμως αίτηση στην αναιρεσίβλητη για επαναπρόσληψή της και υφίσταντο κενές θέσεις, πλέον του ότι υπερείχε των λοιπών αιτούντων επαναπρόσληψη ως προς το κριτήριο της αρχαιότητας στην υπηρεσία και είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση του ν. 2190/1994 ευνοϊκή γι΄ αυτήν απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητούσε δε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να την επαναπροσλάβει και οφείλει να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994 μέχρι 20-8-1996, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν ορισμένη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αυτήν κατά το άνω αίτημά της ως αόριστη, για το λόγο ότι δεν εξετίθεντο σε αυτή (αγωγή) οι λόγοι για τους οποίους η απόλυση της ενάγουσας ήταν αδικαιολόγητη ή καταχρηστική. ΄Ετσι που έκρινε παρεβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αξίωσε για την θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόμο.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο απορρίψεως της αγωγής της κατά το άνω αίτημά της ως αόριστης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η απόλυσή της κατά το χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης της και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό της ήταν άκυρη και τον απέρριψε κατ΄ ουσίαν. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του v. 1882/1990 «Οι υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ Δημόσιου Τομέα», ως είναι n ΕΡΤ ΑΕ, «παρατείνονται αυτοδικαίως ως την 30-9-1990 κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 1735/1987, 1835/1989 και 1874/1990 ή άλλων ειδικών διατάξεων» κατά τα ειδικότερoν οριζόμενα στις παρ. 2 - 6 του άνω άρθρου.
Κατά δε την παρ. 8 του ίδιου άρθρου η παράταση των συμβάσεων αυτών δεν τις μετατρέπει σε αορίστου χρόνόυ, μετά δε τη λήξη ισχύος τους λύονται αυτοδικαίως χωρίς άλλη διατύπωση και χωρίς καμία αποζημίωση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του 1483/1984 απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζoμένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόvo, λόγω ασθενείας της που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
΄Οπως συνάγεται από τη διάταξη αυτή, η απαγόρευση της καταγγελίας και η κύρωση της απόλυτης ακυρότητας που επιβάλλει, προϋποθέτει ενεργή έγκυρη σχέση και συνεπώς αν για οιονδήποτε λόγο δεν υφίσταται τέτοια σχέση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη. Εξάλλου κατά το άρθρο 695 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση των. ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κυρία υπόθεση.
Κατά την σαφή έννοια της άνω διατάξεως η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων που εκδόθηκε για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως δεν επηρεάζει, ούτε μεταβάλλει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένου χρόνου και δεν επιφέρει παράταση του χρόνου της. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:
Οι διάδικοι συνήψαν στις 20-6-1988 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη αντί μηνιαίου μισθού 80.000 δρχ.. Η σύμβαση αυτή, μετά την λήξη της ανανεώθηκε μέχρι τις 31/1/1989 και έκτοτε με διαδοχικές συμβάσεις δίμηνης διάρκειας μέχρι τις 31-7-1990, οπότε η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την με αριθμ. 24994/31-7-1990 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Δ.
Σ. της με την οποία της γνωστοποίησε τη λήξη της συμβάσεώς της. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η άνω σύμβαση εγκύρως λύθηκε στις 31-7-1990 κατ' άρθρον 44 του ν. 1882/1990 και επομένως στις 30-6-1991 που η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης δεν υπήρχε σύμβαση εργασίας, ότι ναι μεν η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη μέχρι τις 30-6-1991, η εργασία της όμως αυτή παρεχόταν δυνάμει της 13746/1990 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της άνω διαπιστωτικής πράξεως μέχρι εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας υποθέσεως και ότι μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της κυρίας υποθέσεως με την οποία απορρίφθηκε η από 22-8-1990 αγωγή της η αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται από 30-6-1991 την εργασία της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των ν. 1882/1990 και 1483/1984.
Συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως (υπό στοιχεία 6 – 8ο) από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
΄Υστερα από τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς το κεφαλαίο της αγωγής με την οποία, μεταξύ άλλων, η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να την επαναπροσλάβει και οφείλει να της καταβάλει τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 20-12-1994 μέχρι 20-8-1996, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το άνω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της εν μέρει ήττας της, στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 2.858/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το άνω κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ