Supreme Court partially allows appeal against labor contract termination, ordering employer to pay statutory leave compensation and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a labor court decision that rejected her claim for statutory leave compensation. The appellant argued the employer failed to grant her annual leave and pay the corresponding allowance despite repeated complaints, while the employer contended the claim was unfounded. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the statutory obligation to pay leave compensation upon contract termination, thereby remanding the specific claim for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416 and 417 of the Civil Code; Article 5 of Law 539/1945: Upon termination of an employment contract by the employer, the employer is legally obligated to pay the statutory leave compensation and related allowances to the employee, regardless of the reason for termination, unless specific statutory exceptions apply.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1623/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "… A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3017/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1041/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 1141/101/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1041/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που γίνεται από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού.
Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για αποζημίωση λόγω απολύσεως ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού (ΑΠ 630/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 572/2009, 630/2019).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία εξαφανίστηκε η 3017/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε στο σύνολο της η από 22.3.2010 αγωγή, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την ….
από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί αρχικά στο …. ως βοηθός Λειτουργικού Διευθυντή και από …. ως Διευθύντρια Αγορών, έναντι μισθού, ο οποίος ανερχόταν, την 12.2.2010, σε 2.567 ευρώ.
Ότι στα καθήκοντα της περιλαμβανόταν η έρευνα αγοράς, η αναζήτησή νέων προϊόντων, η επίσκεψη σε εκθέσεις, η επιθεώρηση των εγκαταστάσεων των προμηθευτών κ.λπ., τα οποία ασκούσε, από το έτος …., στις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης στην …. Ότι την … η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως.
Ως προς τους λόγους της καταγγελίας η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ενώ επίκειτο ο εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καθορισμός της πολιτικής προμηθειών - αγορών και παρά τις οδηγίες της να βρίσκεται η αναιρεσείουσα την 9.2.2010, συμπληρώνοντας το ωράριο εργασίας της 09.00-17.00, στον τόπο εργασίας της στα γραφεία της αναιρεσίβλητης επί της οδού…., η αναιρεσείουσα, χωρίς σχετική άδεια και παρά τη ρητή άρνηση της αναιρεσίβλητης, απουσίασε από 9.2.2010 έως 11.2.2010 σε κλαδική έκθεση τροφίμων και ποτών στο ….
και ότι συνέπεια της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, η οποία επιδείχθηκε κακόβουλα και με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει την αναιρεσίβλητη να την απολύσει ώστε να εισπράξει (η αναιρεσείουσα) τη νόμιμη αποζημίωση, η αναιρεσίβλητη ωθήθηκε στην καταγγελία. Περαιτέρω δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, στην έγγραφη καταγγελία που επέδωσε στην αναιρεσείουσα, αιτιολόγησε τη μη καταβολή της αποζημίωσης αναφέροντας ότι η αναιρεσείουσα απουσίασε στο εξωτερικό παρά την κατηγορηματική άρνησή της, η άρνηση δε προσφοράς σε αυτήν των υπηρεσιών της αποτελεί εκούσια ενέργεια που αποσκοπεί στη διάρρηξη των μεταξύ τους δεσμών συνεργασίας, ενώ δέχθηκε και ότι η αναιρεσείουσα κατήρτισε, την …, σύμβαση εργασίας με την εταιρεία "… Α.Ε." για να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες της ως Γενική Διευθύντρια, αντί μηνιαίων αποδοχών ποσού 7.973 ευρώ, με αναγνώριση της από 15.2.1993 προϋπηρεσίας της στην αναιρεσίβλητη.
Απέρριψε δε ως αβάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας οφειλόταν σε λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας του μέλους του ΔΣ της Ν. Δ. και του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού αυτής Β. Θ., επειδή η αναιρεσείουσα προσήλθε κατά τη συζήτηση προσωρινής διαταγής για να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ των μετόχων της αναιρεσίβλητης Π., Ι.
και Τ. Δ., κατά του επίσης μετόχου της αναιρεσίβλητης, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Ν. Δ. και ότι είχε προηγηθεί της καταγγελίας μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών της εργασίας της αναιρεσείουσας με σκοπό τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, η οποία μεταβολή συνίστατο στην τοποθέτηση του γραφείου της σε άλλο χώρο κάτω από τις σκάλες και την αφαίρεση της αρμοδιότητάς της να διαπραγματεύεται οικονομικούς όρους με τους προμηθευτές.
Αντιθέτως, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το περιστατικό της αυθαίρετης απουσίας της αναιρεσείουσας ενόσω επίκειτο ο καθορισμός της πολιτικής της αναιρεσίβλητης για τις προμήθειες και τις αγορές της (δηλαδή για ζήτημα σχετικό με την αρμοδιότητα της πρώτης που υποτίθεται ότι τής αφαιρέθηκε). Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο διέλαβε συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια της μη υπέρβασης των ορίων που τίθενται από αυτό, διάταξη την οποία ερμήνευσε ορθά, δεν υφίσταται δε απαράδεκτο από την αναφορά της απόφασης στην άμεση, μετά την απόλυση της αναιρεσείουσας, πρόσληψη στην επιχείρηση των αντιδίκων του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης και μάλιστα με αποδοχές υπερδιπλάσιες, καθώς πρόκειται για αιτιολογία ενισχυτική του πορίσματός της, που αντλήθηκε από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αντιφάσκει με τις αμέσως προηγούμενες παραδοχές της, αλλά εκθέτει εμμέσως το κίνητρο της αναιρεσείουσας να προκαλέσει αυτή την καταγγελία της συμβάσεώς της και όχι για ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί, δεδομένου ότι αφορά σε ενέργεια της αναιρεσείουσας, η οποία τοποθετείται χρονικά μετά την καταγγελία της συμβάσεώς της και επομένως δεν περιλαμβάνεται στα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της να προσβάλει αυτήν ως άκυρη, ώστε να στοιχειοθετείται η παράβαση του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, αιτιάσεις όπως ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν αξιολόγησε την σοβαρή ασθένεια του συζύγου της αναιρεσείουσας ως παράγοντα που την ωθούσε να διατηρήσει πάση θυσία τη θέση εργασίας της ή ότι παρείχε επί δεκαεπτά έτη την εργασία της με υποδειγματική φιλεργία και συνέπεια, προβάλλονται αλυσιτελώς, επειδή αναφέρονται στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να συνιστούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) καθώς πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί των πραγματικών γεγονότων.
Συνακόλουθα, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει το κεφάλαιο αυτό της αναιρεσιβαλλομένης και στηρίζεται στους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 1 και 19 ως αβάσιμος και κατά τα λοιπά ως απαράδεκτος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 861/2014, 513/2016).
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου κατά λέξη και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο (ΑΠ 867/2019). Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι ενώ αναφέρει ότι στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα σε όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, στη συνέχεια δέχεται ότι "η ενάγουσα, χωρίς σχετική άδεια, αντιθέτως δε, παρά τη ρητή άρνηση της εναγομένης, απουσίασε από 9/2/2010 σε κλαδική έκθεση τροφίμων και ποτών στο …" και επομένως, είτε ανέγνωσε εσφαλμένως το κείμενο των άνω αποδεικτικών εγγράφων, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, είτε παρέλειψε την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτών και δη των ημερομηνιών και των ωρών αποστολής και λήψης τους καθώς και της φράσης του …. (διευθυντικού στελέχους της επιχείρησης) ότι απουσίαζε αδικαιολογήτως από την εργασία της (πράγμα που δικαιολογεί απόλυση με αποζημίωση) και όχι ότι προσπαθούσε να προκαλέσει την απόλυσή της με αποκλειστικό σκοπό την απόσπαση αποζημίωσης και έτσι προσέδωσε σε αυτά τα περιστατικά περιεχόμενο προδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχουν.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αναίρεσης αφενός είναι αόριστος καθώς από τα επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία συνιστούν μηνύματα που η αναιρεσείουσα και ο Μ. Θ. αντάλλαξαν από τα κινητά τους τηλέφωνα, παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο μόνο ενός, όπου ο …. αναφέρει στην αναιρεσείουσα "Εμείς δεν έχουμε εγκρίνει κάτι τέτοιο, πως λοιπόν λείπεις από την εργασία σου χωρίς άδεια;", χωρίς να παρατίθεται και το κείμενο των μηνυμάτων που προηγήθηκαν, η διαδοχική ανάγνωση των οποίων καταδεικνύει, σύμφωνα με τον αναιρετικό λόγο, την εσφαλμένη απόδοση του νοήματός τους από το δικαστήριο της ουσίας, αφετέρου δεν συνιστά σφάλμα "ανάγνωσης", αλλά πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης επί των αποδεικτικών μέσων (μηνυμάτων), εκτίμηση η οποία παρήχθη από την συνεκτίμηση αυτών με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν.
Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή". Η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, επιφέρει το αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, ο οποίος φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 626/2010, 204/2021).
Mε τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε` στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ` αυτές (ΑΠ 123/2020,1241/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.15 του ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ν.δ. 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα:
Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές.
Η άδεια αυτή, που αποκαλείται "κανονική άδεια" για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφ' ενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφ' ετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη.
Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική.
Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας (ΑΠ 902/2017, 1037/2019).
Η διάρκεια της άδειας υπολογίζεται σε εργάσιμες ημέρες (άρθρ. 2 παρ. 1 και 3 α.ν. 539/1945). Για τη διευκόλυνση της πραγματικής χορήγησης αδείας και καταβολής των αποδοχών η παρ. 3 του άρθρου 1 α.ν. 539/1945 υποχρεώνει τον εργοδότη να τηρεί Ειδικό Βιβλίο Αδειών. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι "από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλαβε την άδεια αναψυχής των ετών 2005 - 2009 και τα αντίστοιχα επιδόματα αδείας", που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη αυξημένο φόρτο εργασίας και ανεπάρκεια προσωπικού, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες της αναιρεσείουσας, δεν τής χορήγησε από πταίσμα της την προβλεπόμενη άδεια αναψυχής, ούτε τής κατέβαλε το αντίστοιχο δικαιούμενο επίδομα αδείας των ανωτέρω ετών, ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει (με βάση υπολογισμού το μηνιαίο μισθό της από 2.567 ευρώ για πενθήμερη εβδομάδα εργασίας) το συνολικό ποσό των 32.088,50 ευρώ ως αποζημίωση αδείας προσαυξημένη κατά 100% και ως επίδομα αδείας των ετών 2005-2009.
Η κρίση αυτή του Εφετείου παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ και 5 παρ. 1 εδ. β' α.ν. 539/1945, καθώς, διέλαβε ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης αποσβεστικού λόγου της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας, με καταβολή του οφειλόμενου από αυτήν χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην αποζημίωση και στο επίδομα άδειας, δεδομένου ότι ούτε ένσταση εξοφλήσεως προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ούτε και κάποιος άλλος λόγος αποσβεστικός της ενοχής της, ενώ και από τη διατύπωση στο κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καθίσταται σαφές εάν ερεύνησε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ζήτησε να τής χορηγηθεί άδεια αναψυχής και η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος (ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το μέρος που στηρίζεται στους αριθμούς 1, 8, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή για καταβολή των αποδοχών άδειας της αναιρεσείουσας, των ετών 2005 - 2009, προσαυξημένων κατά 100% και των αντίστοιχων επιδομάτων άδειας ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1041/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή για καταβολή της αποζημίωσης αδείας της αναιρεσείουσας, των ετών 2005 - 2009, προσαυξημένης κατά 100% και των αντίστοιχων επιδομάτων αδείας, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
Παραπέμπει, κατά τα κεφάλαια αυτά, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και λόγω αποχωρήσεως από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ