Supreme Court partially allows appeal, rejects restitution request due to partial annulment and lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the Court of Appeal's decision while rejecting the appellant's request for restitution to the pre-execution status. The appellant had paid a specific sum to the respondent following the lower court's judgment but failed to provide detailed breakdowns of the paid amounts and reasons for payment in their restitution application. Consequently, the court determined that restitution could not be ordered because the primary judgment was only partially annulled, leaving the original debt partially valid and the specific restitution amount indeterminate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order restitution to the pre-execution status only if the annulled judgment is fully voided and the specific amount to be returned is determinable, otherwise the case must be remitted to the Court of Appeal for further proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Δ. Α. ΚΑΙ Κ.Ν.Μ. ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ν. Α. του Δ., κατοίκου ... και 3. Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... . Η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, οι δεύτερος και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μουκανάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Φαρμακευτική-Χημική-Βιομηχανία ΜEDICHROM AE INTERNATIONAL", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1183/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4690/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2011 αίτησή τους καθώς και με τις από 20-11-2012 προτάσεις ο 3ος αναιρεσείων ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 3ου, 4ου , 5ου και 7ου λόγων της από 9-3-2011 αίτησης για αναίρεση της 4690/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκ του λόγου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, του 3ου λόγου αυτής εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της.
O πληρεξούσιoς των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της, η 1η αναιρεσείουσα ομόρρυθμος εταιρεία "Ν.Δ.
Α. ΚΑΙ Κ.Ν. Μ. ΟΕ" δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη όμως από τον 3° των αναιρεσειόντων με αριθμ. 1918Δ/6-6-2012 έκθεση επίδοσης (με θυροκόλληση) της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... (με τη συνημμένη από 6-6-2012 απόδειξη του Α.Τ.
Πεντέλης περί παραλαβής ακριβούς αντιγράφου αυτής και από 7-6-2012 βεβαίωση του Ταχυδρομικού Γραφείου Ηλιούπολης περί αποστολής ταχυδρομικώς αυτής) προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26-11-2012 επιδόθηκε στην 1η αναιρεσείουσα.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή της (άρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Με την από 9-3-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4690/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και επικυρώθηκε η 1183/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν όλω δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 ΑΚ: "Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή". Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Κατά την έννοια των άρθρων 686 εδ. τελευταίο, 343 §1 και 383 επ. ΑΚ, ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, μπορεί: α)να απαιτήσει εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και ακόμη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη περάτωση και παράδοση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία ή β) να τάξει, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη (ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, εκλεκτικώς, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ (ΑΠ 1551/2009).
Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, αν ο εργοδότης δεν άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, που θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική κατάργηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Ο δανειστής μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 ΑΚ, που είναι ενδοτικού δικαίου, να ζητήσει σωρευτικώς με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη - όταν η τελευταία δεν καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα - μόνον αν παρέχεται σ' αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της σύμβασης (ΑΠ 1489/2009).
Κατά την έννοια των άρθρων 330, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Έτσι το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).
Σε περίπτωση δε που η ποινή αυτή είναι δυσανάλογα μεγάλη, μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ, να μειωθεί στο προσήκον μέτρο. Η περί μείωσης της ποινής αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή, είτε με ένσταση. Για να κριθεί το βάσιμο ή μη αυτής, δηλαδή για τη μόρφωση της κρίσης για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα περιστατικά που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση προς την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της αθέτησης της σύμβασης πληγέντα συμφέροντα του δανειστή και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την τυχόν ηθική βλάβη αυτού, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφέλειάς του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα, ακόμη, επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα, τα οποία είχε γι' αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ' αυτόν ζημίας ή το μέγεθος αυτής, αφού κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημία (ΑΠ 224/2012, 1439/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι οι οικοπεδούχοι Κ. Μ. και Μ. Μ., πώλησαν σ' αυτή, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Φρέντζου, με υπόδειξη και έγκριση της 1ης εναγομένης εργολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας (1ης αναιρεσείουσας) κατά πλήρη κυριότητα τα 175/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στην Κηφισιά, τα οποία αντιστοιχούν και ανήκουν στην υπό στοιχ.
ΜΙ οριζόντια ιδιοκτησία - μεζονέτα, η οποία ανήκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην 1η εναγομένη, ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι 2ος και 3ος των εναγομένων (2ος και 3ος των αναιρεσειόντων). Ότι η 1η εναγομένη είχε αναλάβει την ανέγερση της πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής, το δε "εμφανές τίμημα πώλησης" της οριζόντιας ιδιοκτησίας ορίστηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ και θα καταβαλλόταν σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών ως ακολούθως:
α) ποσό 120.000 ευρώ μέχρι 29-9-2002, β) ποσό 40.000 ευρώ μέχρι 31-12-2002 και εφόσον είχαν γίνει τα εξωτερικά κουφώματα, τα πατώματα και τα πλακάκια και γ) ποσό 40.000 ευρώ μέχρι 30-4-2003 με την παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ότι η πωλούμενη ιδιοκτησία θα παραδιδόταν έτοιμη "με το κλειδί στο χέρι" την 30-4-2003, σε περίπτωση δε μη έγκαιρης παράδοσής της συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα 50 ευρώ ημερησίως.
Ότι η ενάγουσα μέχρι 30-4-2003 κατέβαλε 120.000 ευρώ και την 8-10-2003 κατέβαλε ακόμη 40.000 ευρώ, ενώ από το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό τιμήματος (40.000 ευρώ) συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την αποπεράτωση της οικοδομής μόνο ποσό 25.000 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό των 15.000 ευρώ "συμψηφίστηκε" με εργασίες που έκαναν αμφότεροι οι διάδικοι στην οικοδομή.
Ότι κατόπιν συμφωνίας με την εργολήπτρια η παράδοση της άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας ορίστηκε να γίνει μέχρι 30-11-2003 υπό τον όρο ότι η αγοράστρια μέχρι 10-11-2003 θα έχει προβεί σε εκτέλεση των αναφερομένων σ' αυτή εργασιών και σε αγορά των απαιτούμενων υλικών, η δε εργολήπτρια θα έχει μέχρι τότε ολοκληρώσει όλες τις υπολειπόμενες εργασίες.
Ότι η 1ηεναγομένη, παρά την παρέλευση της προθεσμίας αποπεράτωσης και παράδοσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, δεν προέβη σε αποπεράτωση αυτής. Ότι την 27-2-2004, ενεργώντας παράνομα, καταχρηστικά και υπαίτια κοινοποίησε στην ενάγουσα απόγραφο του πωλητηρίου συμβολαίου με επιταγή προς πληρωμή κάτωθι επικυρωμένου αντιγράφου εξ απογράφου Α' εκτελεστού αυτού (πωλητηρίου συμβολαίου), επιτάσσοντας αυτή να πληρώσει ποσό 42.433,23 ευρώ αντί του συμφωνηθέντος των 25.000 ευρώ και χωρίς να αφαιρέσει από αυτό τις δαπάνες στις οποίες η ενάγουσα υποβλήθηκε προκειμένου να εκτελέσει τις εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει η 1η εναγομένη αλλά δεν εκτέλεσε και οι οποίες περιγράφονται στην αγωγή.
Ότι η ενάγουσα προ του φόβου επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στο ακίνητό της κατέβαλε στην 1η εναγομένη ποσό 27.433,23 ευρώ (δηλ. ποσό 25.000 ευρώ πλέον εξόδων κλπ.). Ότι η 1η εναγομένη προέβη στην ως άνω αιφνιδιαστική ενέργεια με απώτερο σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα που είχε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να συμψηφίσει το ποσό των 25.000 ευρώ με :
α) τις δαπάνες στις οποίες αυτή (ενάγουσα) είχε προβεί προς αποπεράτωση της οριζόντιας ιδιοκτησίας μετά την πάροδο του συμβατικώς ορισθέντος χρόνου παράδοσής της, συνολικού ύψους 9.171,92 ευρώ, οι οποίες βάρυναν την εργολήπτρια, και β) τις ποινικές ρήτρες, που είχαν καταπέσει σε βάρος της εργολήπτριας. Ζήτησε δε η ενάγουσα, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εντόκως, καθένας εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 29.121,92 ευρώ και συγκεκριμένα:
α) ποσό 16.950 ευρώ για κατάπτωση ποινικών ρητρών από 30-4-2003 μέχρι 4-4-2004, β) ποσό 9.171,92 ευρώ για εργασίες στις οποίες αυτή προέβη με δικές της δαπάνες για την αποπεράτωση της ιδιοκτησίας της και τις οποίες με το από 8-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε αναλάβει να εκτελέσει η εναγομένη και γ) ποσό 3.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη, καταχρηστική και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, που είχε ως συνέπεια την προσβολή της φήμης και της επαγγελματικής της αξιοπιστίας, διότι την εμφάνιζαν στην αγορά ως κακόπιστη οφειλέτρια.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις περί ποινικής ρήτρας και αδικοπραξίας όσον αφορά το πρώτο και τρίτο των αιτημάτων της, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται συμβατική υπαναχώρηση που θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική κατάργηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης ώστε να εφαρμόζονται τα άρθρα 686 και 387 ΑΚ.
Όσον δε αφορά το δεύτερο αίτημα, που στηρίζεται στις γενικές διατάξεις των άρθρων 681, 383, 385 αρ. 1 ΑΚ, η μη αναγραφή στην απόφαση των αμέσως παραπάνω διατάξεων δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο ορθά έκρινε νόμιμη την αγωγή και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 686 εδ.
β' και 387 ΑΚ, μη εφαρμόζοντας αυτές, εφόσον η μεν διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, αν παρήλθε ο συμβατικώς ορισθείς χρόνος αποπεράτωσης του έργου, ούτε δε η διάταξη του άρθρου 387 ΑΚ εφόσον η ενάγουσα δεν επέλεξε την υπαναχώρηση από το έργο, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης "όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 686 και 387 ΑΚ "είναι αβάσιμα. iv) O εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται και η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ. ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται για την μη απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως αόριστης, προβάλλοντας, κατά λέξιν τα ακόλουθα: "Δεν αναφέρεται αν η από 4.12.2003 εξώδικη δήλωση με την οποία καλούσε την εργολήπτρια να αποπερατώσει τους ελαιοχρωματισμούς ...
και άλλες εργασίες που δεν είχαν γίνει, δήλωνε ότι εάν μέχρι τις 31.12.2003 δεν παραδινόταν πλήρως η οικοδομή, θα προέβαινε αυτή στην εκτέλεση των εργασιών, συμψηφίζοντας τα σχετικά κονδύλια από το οφειλόμενο τίμημα και δήλωνε ότι εάν δεν της κατεβάλαμε τα ποσά αυτά θα ζητούσε και ποινικές ρήτρες (σελ. 14), είχε την έννοια της ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ και αν ναι, αν αυτή ασκήθηκε νομίμως, ενώ τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, δε διευκρινίζεται αν είναι αυτά που δικαιούνταν να ζητήσει σε περίπτωση υπαναχώρησής της.
Περαιτέρω δεν αναφέρει με λεπτομέρεια τα ελαττώματα που την οδήγησαν στην αποστολή αυτής της εξώδικης δήλωσης καθώς επίσης αν η δήλωσή της ότι "εάν μέχρι την 31.12.2003 δεν μας την παρέδιδε πλήρως" αποτελεί την ΕΥΛΟΓΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ για εκπλήρωση που ορίζει το άρθρο 385 ΑΚ, με δεδομένο ότι η κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης έλαβε χώρα στις 23.12.2003 και ώρα 13.50 -προπαραμονή Χριστουγέννων και η τεθείσα από την ενάγουσα ημερομηνία λήξης της "προθεσμίας" ήταν η 31.12.2003 ή αν όχι, γιατί δεν τάχθηκε στην υπερήμερη εργολήπτρια τέτοια εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής.
Επίσης η αντίδικος τα δικαιώματά της από τυχόν ελαττώματα του έργου μπορούσε να ασκήσει μετά την παράδοση του έργου-και όχι πριν απ' αυτή, στοιχείο που επίσης δεν αναφέρεται στην αγωγή, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή δεν παραδώσαμε στην ενάγουσα το συμφωνηθέν έργο ...". Προσθέτει δε περαιτέρω ότι είναι αόριστα τα αναφερόμενα στην αγωγή κονδύλια για αγορά υλικών και αμοιβές τεχνιτών.
Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ενάγουσα υπαναχώρησε της σύμβασης, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, διότι από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι τα κονδύλια των δαπανών είναι επαρκώς ορισμένα, δεδομένου ότι αναφέρονται οι ποσότητες και η αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και οι αμοιβές που έλαβαν οι τεχνίτες που χρησιμοποιήθηκαν. v) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν δε "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Οι οικοπεδούχοι Κ. Μ. και Μ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2002 συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Φρέντζου, ... με υπόδειξη και έγκριση της εναγομένης εργολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας... πώλησαν στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα τα 175/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στην Κηφισιά ...
τα οποία χιλιοστά αντιστοιχούν και ανήκουν στην υπό στοιχ. ΜΙ οριζόντια ιδιοκτησία - μεζονέτα η οποία ανήκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην εναγομένη ... . Το αναγραφέν στο συμβόλαιο τίμημα αγοραπωλησίας ορίστηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη εργολήπτρια θα λάμβανε άτοκα από εγκεκριμένο δάνειο, που η ενάγουσα θα λάμβανε από την EFG EUROBANK EPΓΑΣΙΑΣ, καταβαλλομένου του ποσού αυτού τμηματικά ανάλογα με την παρακάτω πρόοδο των εργασιών, αφού η πωλούμενη ιδιοκτησία δεν ήταν ακόμα αποπερατωμένη.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στην εργολήπτρια εναγομένη άτοκα: α) ποσό 120.000 ευρώ, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υπογραφή του συμβολαίου, δηλαδή μέχρι την 29-9-2002, β) ποσό 40.000 ευρώ μέχρι την 31-12-2002 και εφόσον έχουν τοποθετηθεί εξωτερικά κουφώματα, ξύλινα πατώματα και έχει γίνει επίστρωση πλακιδίων, γ) ποσό 40.000 ευρώ μέχρι την 30-4-2003, με την παράδοση της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας - μεζονέτας, καθ' όλα έτοιμης προς χρήση και οίκηση ... .
Τέλος συμφωνήθηκε όπως το γεγονός ότι η ορίζονται ιδιοκτησία -μεζονέτα είναι έτοιμη προς παράδοση σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, να βεβαιώνεται από έγγραφη βεβαίωση του επιβλέποντος το έργο ανέγερσης.. μηχανικού
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η παράδοση της οριζόντιας ιδιοκτησίας - μεζονέτας, θα γίνει με πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής που θα υπογραφεί μεταξύ εργολήπτριας - αγοράστριας αφού προηγηθεί προ 5 ημερών έγγραφη πρόσκληση της εργολήπτριας στην αγοράστρια, που θα κοινοποιηθεί νόμιμα με δικαστικό επιμελητή ...
Επίσης ανεπιφύλακτη παραλαβή θεωρείται και η εγκατάσταση της αγοράστριας στο πιο πάνω μεταβιβαζόμενο ή η εκμίσθωση του από την αγοράστρια σε τρίτους. Η πιο πάνω μεταβιβαζόμενη οριζόντια ιδιοκτησία -μεζονέτα, καθόλα έτοιμη και κατάλληλη προς χρήση ... καθώς και τα κοινόχρηστα συμφωνήθηκε να παραδοθούν από την εργολήπτρια την 30-4-2003.
Σε περίπτωση που καθυστερήσει η παράδοση ... πέρα από την παραπάνω προθεσμία και με την προϋπόθεση ότι η αγοράστρια εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από το συμβόλαιο, συμφωνήθηκε όπως η εργολήπτρια υποχρεούται να καταβάλλει στην αγοράστρια λόγω αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης της μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας το ποσό των 50 ευρώ.
Σε περίπτωση κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας αυτή να εισπραχθεί με εκτέλεση του συμβολαίου που κηρύσσεται κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, όπως καθένας τους παρίσταται και εκπροσωπείται τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος. Μάλιστα εάν η καθυστέρηση παράδοσης υπερβεί τους 6 μήνες, η αγοράστρια να δικαιούται να κηρύξει έκπτωτη την εργολήπτρια.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλλε στην εναγόμενη την πρώτη δόση ποσού 120.000 ευρώ, όχι μονομιάς στις 29-9-2002, αλλά τμηματικά μέχρι την 24-12-2002, καθόσον η εναγόμενη από την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου μέχρι την 29-9-2002 δεν είχε σημειώσει καμία πρόοδο στο έργο και για το λόγο αυτό, καταβλήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας 75.000 ευρώ στις 15-11-2002, 10.000 στις 4-12-2002, 10.000 στις 16-12-2002 και 10.000 ευρώ στις 24-12-2002, δηλαδή συνολικά 120.000 ευρώ, σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορούσε να καταβληθεί το ανωτέρω ποσό μονομιάς, καθόσον ο μηχανικός της τράπεζας, έπρεπε να διαπιστώσει την πρόοδο των εργασιών για να καταβληθούν τα χρήματα.
Στις 30-4-2003, ημερομηνία κατά την οποία είχε συμφωνηθεί η πλήρης εκ μέρους της εναγόμενης παράδοση του έργου, η τοποθέτηση των πλακιδίων δεν είχε πραγματοποιηθεί ακόμη, στάδιο απαραίτητο για να επακολουθήσουν οι υπόλοιπες εργασίες, και το οποίο είχε συμφωνηθεί να τελειώσει στις 31-12-2002. Ακολούθως, αν και η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εναγόμενη προφορικώς αξιώνοντας να αποπερατώσει το έργο, άλλως θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά της που απορρέουν από το συμβόλαιο αγοράς, η εναγόμενη κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 26-5-2003 εξώδικη διαμαρτυρία δήλωση-πρόσκληση όπου δηλώνει ότι έχει εκτελέσει όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, σε αντίθεση με την ενάγουσα, η οποία ευθύνεται για την καθυστέρηση, λόγω του ότι δεν είχε προμηθευθεί τα ξύλα, προκειμένου να τοποθετήσει το ξύλινο πάτωμα.
Από το αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε πράγματι ακόμη προμηθευθεί τον Μάιο του 2003 τα ξύλα για τα πατώματα, πλην όμως δεν είχε πράξει τούτο, καθόσον η εναγόμενη δεν είχε ακόμη αποπερατώσει την επίστρωση των πλακιδίων της ιδιοκτησίας, στάδιο που έπρεπε να προηγηθεί της τοποθέτησης ξύλινου πατώματος, αφού τα ξύλα σε πολλά σημεία θα έμπαιναν σε συνέχεια του πατώματος εκ πλακιδίων.
Μάλιστα η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγόμενη την από 4-6-2003 εξώδικη δήλωση-απάντηση, με την οποία δήλωνε στην εναγόμενη ότι θα της παραδώσει τα ξύλα το αργότερο μέχρι την 27-6-2003 καλώντας την, όπως μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την παράδοση των ξύλων αποπερατώσει το στάδιο της κατασκευής που έπρεπε να είχε αποπερατώσει ήδη από την 30-4-2003, ενώ ζήτησε να της γνωστοποιήσει την ημερομηνία προς έλεγχο και διαπίστωση του πέρατος του εν λόγω σταδίου, όπου θα παρίστατο ο επιβλέπων μηχανικός της ενάγουσας και ο μηχανικός της τράπεζας, προκειμένου να διαπιστώσει και εκείνος την πρόοδο έτσι ώστε η τράπεζα να χορηγήσει τη δεύτερη δόση των 40.000 ευρώ.
Μετά την αποστολή εκατέρωθεν εξώδικων δηλώσεων, και αφού την 8-10-2003 αποπερατώθηκε το στάδιο τοποθέτησης εξωτερικών κουφωμάτων, ξύλινων πατωμάτων και επίστρωση δια πλακιδίων, η ενάγουσα κατέβαλλε το ποσό των 40.000 ευρώ ... ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ που απέμενε μέχρι να εξοφληθεί ολόκληρο το πιστούμενο τίμημα του ακινήτου, σύμφωνα με την από 8-10-2003 απόδειξη, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι η ενάγουσα θα καταβάλλει στην εναγόμενη το ποσό των 25.000 ευρώ, με το οποίο θα εξοφλείται πλήρως το τίμημα της αγοραπωλησίας καθώς και πρόσθετες εργασίες εκ μέρους της εναγόμενης εργολήπτριας εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 15.000 ευρώ συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων λόγω δαπανών και εργασιών που έγιναν εκατέρωθεν εκ μέρους των συμβαλλομένων ...
είτε αυτές απορρέουν από το ανωτέρω συμβόλαιο είτε συμφωνήθηκαν εκ των υστέρων ... . Μάλιστα, ρητά συμφωνήθηκε ότι η πωλούμενη οριζόντια ιδιοκτησία μαζί με την αποκλειστική χρήση του τμήματος που βρίσκεται εκ δεξιών της όλης οικοδομής, να παραδοθεί το αργότερο μέχρι την 30-11-2003, υπό τον όρο ότι έως την 10-11-2003 η ενάγουσα να έχει ολοκληρώσει όλες τις απ' αυτήν αναληφθείσες εργασίες και να έχει προβεί στην αγορά των απαιτούμενων υλικών, οπότε τότε θα καταβληθεί και το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ και η εναγόμενη εργολήπτρια θα πρέπει μέχρι τότε να έχει ολοκληρώσει τις υπολειπόμενες εργασίες.
Δηλαδή σύμφωνα με το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου και των σε αυτό συμφωνιών, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων ο μερικός συμψηφισμός και δη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ της απαίτησης της εναγόμενης που αφορούσε την τρίτη ως άνω δόση του τιμήματος πώλησης με ισόποση ανταπαίτηση της ενάγουσας, έτσι ώστε με την παραπάνω νόμιμη συμφωνία περί συμψηφισμού να έχει αποσβεστεί η απαίτηση της εργολήπτριας κατά τo ποσό των 15.000 ευρώ.
Παρόλο αυτά η ημερομηνία αυτή παρήλθε άπρακτη, χωρίς να αποπερατωθεί η οικοδομή με συνέπεια η ενάγουσα να επιδώσει εξώδικη δήλωση με την οποία δήλωνε ότι, εάν μέχρι την 31-12-2003 δεν παρέδιδε η εναγόμενη πλήρως την οικοδομή, θα προέβαινε στις ανωτέρω εργασίες με δαπάνες της συμψηφίζοντας τα σχετικά κονδύλια, από το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό προς εκείνη δηλώνοντάς της ότι εφόσον δεν της κατέβαλλε τα ποσά αυτά, θα τα ζητούσε μαζί με τις ποινικές ρήτρες επιφυλασσόμενη του δικαιώματος να την κηρύξουν έκπτωτη.
Παρόλα αυτά η εναγόμενη κοινοποίησε στις 27-2-2004 την από 19-2-2004 έκθεση του μηχανικού της καθώς και απόγραφο του με αριθμό .../29-7-2002 συμβολαιογραφικού εγγράφου .... μετά της από 14-2-2002 συναφούς επιταγής προς πληρωμή ... την οποία η ενάγουσα επιτάσσεται να πληρώσει το ποσό των 42.433,23 ευρώ αντί για εκείνο των 25.000 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί.
Ενόψει τούτων, η ενάγουσα, υπό τον φόβο επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης επί του ακινήτου της, κατέβαλλε την 5-3-2004 το ποσό των 27.433,23 ευρώ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι από τις αναφερόμενες στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό εργασίες, εκτελέστηκαν όλες εκτός από .. .εργασίες, τις οποίες ... η ενάγουσα εκτέλεσε με δική της φροντίδα και δαπάνη, δαπανώντας συνολικά ...
το ποσό των 9.171,92 ευρώ. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, με το ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας είχε συμφωνηθεί ότι η εναγόμενη θα έπρεπε να παραδώσει την ιδιοκτησία με το κλειδί στο χέρι μέχρι την 30-4-2003, πλην όμως δεν το παρέδωσε με συνέπεια έκτοτε να έχει καταστεί υπερήμερη, από αποκλειστική της υπαιτιότητα, το δε έργο αποπερατώθηκε την 4-4-2004, οπότε η εν λόγω ιδιοκτησία κατοικήθηκε.
Επομένως η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα που ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως της ιδιοκτησίας, την οποία κρίνει το Δικαστήριο εύλογη, για το χρονικό διάστημα από 30-4-2003 μέχρι την 4-4-2004, ήτοι για 339 ημέρες, ήτοι συνολικά το ποσό των 16.950 ευρώ απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ενστάσεως περί μειώσεως της συμφωνηθείσας ως άνω ποινής ως δυσαναλόγως μεγάλης αλλά και του σχετικού λόγου έφεσης ως αβασίμου, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών (αν αυτή προκύπτει), τα πληγέντα συμφέροντα του δανειστή από την αθέτηση, ανεξάρτητα αν είναι περιουσιακά ή ηθικά, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλεια από τη μη εκπλήρωση και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή ...
αλλά και τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα από την αθέτηση ... καθώς και το μέρος της παροχής που δεν εκπληρώθηκε εμπρόθεσμα και η αποτίμησή του σε χρήμα και ο χρόνος της καθυστέρησης ... Ακολούθως αποδείχθηκε ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων να εκδώσουν απόγραφο για ολόκληρο το αρχικά οφειλόμενο ποσό των 40.000 ευρώ, η ενάγουσα αναγκάσθηκε υπό την πίεση της κατάσχεσης να καταβάλλει στην εναγόμενη το ποσό των 25.000 ευρώ χωρίς να συμψηφίσει τα υπόλοιπα κονδύλια που κατέβαλλε, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να φαίνεται στους τρίτους (ειδικά στις τράπεζες) ότι είναι κακόπιστη οφειλέτιδα και ότι είναι σε αδυναμία πληρωμών και ενόψει της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγόμενης, και ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι επήλθε από την παραπάνω σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξία προσβολή της φήμης και της επαγγελματικής της αξιοπιστίας και ότι από το λόγο αυτό η επιδικασθείσα στην ενάγουσα εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ.
Ως εκ τούτου η αγωγή ορθά έγινε πρωτοδίκως ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 29.121,92 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ...".
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπερημερίας
της αναιρεσείουσας εργολάβου, όπως και ως προς το χρόνο έναρξης και διάρκειας αυτής, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα: α) Δεν καθίσταται σαφές αν η καταβολή της πρώτης δόσης των 120.000 ευρώ εξαρτήθηκε ή όχι από την πρόοδο των εργασιών, διότι το Εφετείο ενώ αρχικά δέχεται ότι η πρώτη δόση του τιμήματος έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 29-9-2002, χωρίς να συνδέει την καταβολή αυτή με την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών, στη συνέχεια δέχεται ότι η δόση αυτή καταβλήθηκε τμηματικά μέχρι την 24-12-2002 διότι το έργο δεν είχε σημειώσει κάποια πρόοδο και σε κάθε περίπτωση διότι, λόγω του γεγονότος της καθυστέρησης εργασιών, δεν είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη το δάνειο.
Αυτό δε έχει ουσιώδη επιρροή αναφορικά με την ύπαρξη ή μη υπερημερίας της αναιρεσίβλητης ως προς την παράδοση του ακινήτου. β) Δεν καθίσταται σαφές αν η μη αποπεράτωση και παράδοση του έργου την 30-4-2003 οφείλονταν σε υπαιτιότητα και της αγοράστριας, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση, δεν είχε προμηθεύσει την εργολήπτρια με την απαραίτητη ξυλεία για την τοποθέτηση των πατωμάτων, την οποία (ξυλεία), και πάλι σύμφωνα με την απόφαση, παρέδωσε μετά από ανταλλαγή εξωδίκων και το στάδιο τοποθέτησης κουφωμάτων, ξύλινων πατωμάτων και επίστρωσης πλακιδίων αποπερατώθηκε την 8-10-2003, οπότε και καταβλήθηκε και η 2η δόση αποπληρωμής του τιμήματος ποσού 40.000 ευρώ.
γ) Δεν καθίσταται σαφές αν τελικά με τη σύναψη της από 8-10-2003 συμφωνίας των διαδίκων συνομολογήθηκε νέα συμφωνία, τροποποιητική της αρχικής, περί επιμήκυνσης του χρόνου αποπεράτωσης και παράδοσης του επιδίκου ακινήτου και άρα εν όλω ή εν μέρει άρση της υπερημερίας της εργολάβου, διότι, ενώ γίνεται δεκτό ότι η παράδοση του ακινήτου συμφωνήθηκε την 8-10-2003 να γίνει μέχρι την 30-11-2003 υπό τον όρο εκτέλεσης από την αγοράστρια ενάγουσα συγκεκριμένων εργασιών, τελικά το δικαστήριο επιδίκασε ποινική ρήτρα συνεπεία υπερημερίας της αναιρεσείουσας - εργολάβου, κατά την περί αυτού παραδοχή του, για το χρονικό διάστημα από 30-4-2003 μέχρι την 4-4-2004, δ) Δεν καθίσταται σαφές αν η αγοράστρια ενάγουσα εκπλήρωσε την υποχρέωση, που ανέλαβε με την από 8-10-2003 συμφωνία για εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών, δεδομένου ότι κατά τα γενόμενα με την απόφαση δεκτά, η παράδοση του ακινήτου εκ μέρους της εργολήπτριας και άρα η κατάπτωση σε βάρος της σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του έργου ποινικών ρητρών τελούσε υπό τον όρο εκτέλεσης από την ενάγουσα των εργασιών αυτών.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και συνακόλουθα είναι βάσιμοι οι 3ος, 4ος, 5ος και 7ος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος αυτών, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια.
Οι λοιπές αναφερόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, όπως, αναφορικά με το χρόνο παράδοσης από την ενάγουσα της ξυλείας για την τοποθέτηση των πατωμάτων, ότι δεν διευκρινίζεται πότε έλαβε χώρα η διαμαρτυρία αυτή ποιος διαμαρτυρήθηκε και σε ποιον ή πως το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε επίστρωση των πλακιδίων ή ότι δεν εξηγείται για ποιο λόγο η επίστρωση των πλακιδίων έπρεπε να προηγηθεί της τοποθέτησης του ξύλινου πατώματος ή ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο η μη έγκαιρη τοποθέτηση των πλακιδίων εμπόδιζε την αναιρεσίβλητη να προβεί εμπρόθεσμα σε παραγγελία της ξυλείας ή για ποιο λόγο το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αποπεράτωση της ιδιοκτησίας έγινε την 4-4-2004 και δεν δέχθηκε ως βάσιμη την από 19-2-2004 βεβαίωση του μηχανικού περί αποπεράτωσης του έργου, αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Οι ίδιοι τρίτος και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος αυτών, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες πρωτοδίκως αλλά και κατ' έφεση ισχυρισμούς, των αναιρεσειόντων περί επιμήκυνσης του χρόνου παράδοσης του έργου α) αρχικά μέχρι 30-7-2003, δηλαδή επί τρεις μήνες (από 30-4-2003 μέχρι 30-7-2003) λόγω καθυστέρησης εκ μέρους της αγοράστριας εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεών της και ιδίως λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του πιστωθέντος τιμήματος, όπως και λόγω εκτέλεσης από την εργολάβο πρόσθετων εργασιών που της ανατέθηκαν από την αναιρεσίβλητη και β) μέχρι 30-11-2003, κατόπιν νεώτερης τροποποιητικής συμφωνίας, είναι βάσιμοι, ενόψει του περιεχομένου της έφεσης και των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσειόντων, όπου γίνεται σαφής επίκληση των ισχυρισμών αυτών αλλά και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις οποίες δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς.
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 26-1-2004 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και την από 24-2-2004 εξώδικη δήλωση με την επισυναπτόμενη σ' αυτή βεβαίωση του μηχανικού, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η επίδικη ιδιοκτησία ήταν αποπερατωμένη από 26-1-2004 και ότι καλούσαν την αναιρεσίβλητη για την άμεση καταβολή της τελευταίας δόσης του τιμήματος καθώς και ποσό 3.689,67 ευρώ για παροχές και να την παραλάβει.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη "... τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα ..." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση α) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και β) έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές της περί ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης.
Υπό τις ως άνω όμως παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως έκρινε ως αποδεδειγμένα, στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 914 επ. και 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, διότι η έκδοση απογράφου για ποσό 40.000 ευρώ ήταν παράνομη, εφόσον, αν και κατόπιν νεότερης συμφωνίας η οφειλόμενη τελευταία δόση του τιμήματος είχε περιοριστεί στο ποσό των 25.000, η εργολήπτρια ζητούσε από την αγοράστρια υπό την απειλή σε βάρος της τελευταίας αναγκαστικής εκτέλεσης την είσπραξη ποσού πλέον του οφειλομένου.
Επίσης, ήταν και υπαίτια διότι οι αναιρεσείοντες (οι 2oς και 30oς ως ομόρρυθμα μέλη της 1ης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας) γνώριζαν ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 25.000 ευρώ. Το ότι τελικά η εργολήπτρια επιδίωξε την είσπραξη μόνο ποσού των 25.000 ευρώ, δεν αναιρεί την αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά το χρόνο τέλεσής της.
Διέλαβε δε η απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Όσον αφορά στις λοιπές αιτιάσεις ότι δεν εκτίθεται στην απόφαση "γιατί επήλθε προσβολή της φήμης και της επαγγελματικής αξιοπιστίας της 1ης αναιρεσείουσας" πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
IV) Με τον ένατο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, παραπονούνται για την απόρριψη ως αόριστης της ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση της έφεσης αυτών, αναφορικά με την προβληθείσα ως άνω ένστασή τους, ισχυρίστηκαν τα εξής: "...
η εκκαλούμενη εσφαλμένα και εντελώς αυθαίρετα απέρριψε την υποβληθείσα από μας ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (αρθρ 281 ΑΚ) ως αόριστη, χωρίς μάλιστα να μνημονεύει σε τι συνίσταται η αοριστία. Την ένσταση αυτή, προτείναμε όλως επικουρικά, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, κατά την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αντίδικος δικαιούται καταβολής αποζημίωσης και είσπραξης ποινικής ρήτρας λόγω καθυστέρησης παράδοσης της ιδιοκτησίας της, αμέσως με την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, ζητώντας και για το λόγο αυτό την απόρριψη της αγωγής, ακολούθως δε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μας ανέπτυξε προφορικά όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, τα ίδια δε περιστατικά αναφέρονται και στις πρωτόδικες προτάσεις μας, καταλαμβάνοντας χώρο 4 σελίδων, στα φύλλα 18 σελ.β, 19 και 20 σελ.
α, όπου αναπτύσσεται η εν λόγω ένσταση, με επίκληση πολλαπλών γεγονότων, που αποδείχθηκαν από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων αλλά και από μαρτυρικές καταθέσεις. Την αλήθεια του παραπάνω ισχυρισμού μας αποτυπώνουν τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και οι πρωτόδικες προτάσεις μας.
Επομένως η εκκαλούμενη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου κρίνοντας ότι η ως άνω ένστασή μας είναι αόριστη ενώ εφαρμόζοντας σωστά το νόμο έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή είναι πλήρως και επαρκώς ορισμένη και ουσιαστικά βάσιμη αφού η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης να αξιώσει με την αγωγή αποζημίωση και ποινική ρήτρα, είναι προδήλως καταχρηστική, η κατάχρηση δε αυτή θεμελιώνεται από το συνδυασμό των με λεπτομέρεια αναπτυχθέντων στις προτάσεις μας πραγματικών περιστατικών".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και του προεκτεθέντος τρόπου επαναφοράς του εν λόγω ισχυρισμού, ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, διότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην κατάπτωση ποινικών ρητρών, προκειμένου να ερευνηθεί αυτή από το δικαστήριο, παρελκούσης πλέον της εξέτασης του δέκατου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται η μείωση της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η 1η αναιρεσείουσα δεν υποβλήθηκε σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας της.
Από τις διατάξεις του αρθρ. 579 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλαδή του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατά τα αρθρ. 216 και 217 του Κ.Πολ.Δ., οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο 3ος αναιρεσείων, με τις έγγραφες προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι, σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητο, σε πλήρη εξόφλησή της, το ποσό των 46.939 ευρώ, ήτοι 29.121,92 ευρώ για κεφάλαιο που επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, 14.697,08 ευρώ για τόκους από 6-12-2005 μέχρι 30-9-2010, 1.200 ευρώ για δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση και 720 ευρώ για τέλη και έξοδα λήψης απογράφου της πρωτόδικης απόφασης και 1200 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης.
Ζητεί δε την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατάσταση, με την απόδοση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ως άνω χρηματικού ποσού. Όμως, ενόψει του ότι με την παρούσα απόφαση προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρείται μόνον εν μέρει, δεν είναι καθορισμένο το χρηματικό ποσό, που πρέπει να του αποδοθεί, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της απόφασης.
Επίσης, δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο καθορισμός του ποσού, που πρέπει να επιστραφεί (πρβλ ΑΠ 1423/2010). Πλέον αυτών, ο Άρειος Πάγος, μετά την εν μέρει αναίρεση της εφετειακής απόφασης, δεν δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή για ποσό 20.000 ευρώ, (χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό όσον αφορά το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων) αναβιώνει μετά την εν μέρει αναίρεση του Εφετείου, οπότε, στην περίπτωση αυτή, την επαναφορά διατάσσει, κατ' άρθρο 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., το Εφετείο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση κατά το αναιρεθέν μέρος (ΑΠ 1877/2005).
Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4690/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ