Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds for prior bodily harm compensation judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a personal injury case. The appellant argued that the lower court failed to consider new claims regarding the worsening of her health and evidence submitted after the initial trial. The court ruled that the final judgment on the original claim constituted res judicata regarding the conditions of the accident and liability up to that point, barring relitigation of these established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; A final judgment on compensation for bodily harm creates res judicata regarding the circumstances of the tort and liability for the period covered by the claim, excluding future damages not previously litigated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γρηγόριο Βυτινίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ. του Λ. και 2 Μ. συζ. Σ. Κ., το γένος Σ. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλειο Κουλούρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:81/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 12-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίας έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 1428/2009, ΑΠ 1012/2004).
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων - εκτός από την ένδικη από 15.5.2006 και με αριθμό κατάθεσης 219/2006 αγωγή για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - και την από 31.8.2001 και με αριθμό κατάθεσης 275/2001 προγενέστερη αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος των ήδη αναιρεσιβλήτων Σ.
Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία της δεύτερης εξ αυτών Μ. συζ. Σ. Κ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο της δικής της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τραυματισμό της, κατά την σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών που έγινε στις 31.10.2000 στην Ε.Ο. …και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε όπως υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες τις οποίες υπέστη το ποσό των 3.982.803 δραχμών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 4.990.000 δραχμών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 336/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που την έκανε εν μέρει δεκτή για το συνολικό ποσό των 4.457.703 δραχμών ή 13.082 ευρώ και η οποία κατέστη τελεσίδικη. Από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το προαναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση τούτου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της παθούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και την ζημία που έπαθε η τελευταία για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.
Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη ένδικη από 15.5.2006 και με αριθμό κατάθεσης 219/2006 αγωγή, για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ήδη αναιρεσείουσα επικαλούμενη το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της, οφειλόμενη στον τραυματισμό τον οποίο υπέστη από το ένδικο ατύχημα, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι και η παραπάνω ασφαλιστική εταιρία, η οποία δεν μετέχει της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, να της καταβάλουν ως περαιτέρω αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη και ως (περαιτέρω) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 56.443,40 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 81/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη για το ποσό των 22.487 ευρώ και στη συνέχεια, κατόπιν ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης εκ μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 110/2011 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου της απόφασης αυτής του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο αφού έλαβε υπόψη του και ανέφερε διεξοδικά τόσο το περιεχόμενο της ως άνω από 31.8.2001 προγενέστερης αγωγής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 336/2003 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, όσο και το περιεχόμενο - παραδοχές της τελευταίας αυτής, από την οποία παράγεται δεδικασμένο, στη συνέχεια και αφού αναφέρθηκε επίσης διεξοδικά στην κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας, όπως αυτή (κατάσταση υγείας) προέκυπτε από τα ληφθέντα υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, κυρίως δε ιατρικά πιστοποιητικά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, και τα ακόλουθα, σχετιζόμενα με την κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην ένδικη υπόθεση και ειδικότερα ότι "...η ενάγουσα περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2001, κατέστη έγκυος και την 17.9.2001, εισήχθη στην Μαιευτική - Γυναικολογική Κλινική του Γ.Ν.Ν.
Κέρκυρας με λιποθυμικό επεισόδιο και υπερέμεση κυήσεως ευρισκόμενη ήδη στην 26η εβδομάδα της κυήσεώς της και εξήλθε την επομένη 18.9.2001. Επανεισήλθε δε στο ίδιο Νοσοκομείο την 15.11.2001 στην ορθοπεδική κλινική λόγω της χρόνιας οσφυαλγίας της και των συμπτωμάτων της συνεπεία του προχωρημένου της κυήσεώς της και της συνεστήθη δίμηνος αποφυγή κοπώσεως, ορθίας θέσεως και άρσεως βάρους.
Λόγω των προβλημάτων αυτών της υγείας της, που ναι μεν προϋπήρχαν του ατυχήματος, αλλά επιδεινώθηκαν συνεπεία αυτού, κατέστη αυτή ανίκανη προς εργασία και επί της πρώτης αγωγής της, της επιδικάσθηκαν διαφυγόντα εισοδήματά της εκ της εργασίας της μέχρι την 30.8.2001, ως εζητείτο υπ' αυτής, καθώς και ό,τι δαπάνησε για απασχόληση οικιακής βοηθού μέχρι την 5.3.2001.
Μετά την γέννηση του τέκνου της, το οποίο σημειωτέον είναι το δεύτερο τέκνο της, η ενάγουσα - εφεσίβλητος εργάσθηκε από τον Ιούλιο 2002 μέχρι τον Αύγουστο 2002, ως λαντζέρισα στην επιχείρηση του Σ. Π. στον ..., πραγματοποιώντας 25 ημερομίσθια τον Ιούλιο και 4 ημερομίσθια τον Αύγουστο, τελευταία δε ημέρα ασφάλισής της ήταν η 30.8.2002.
Εκ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, αποδεικνύεται, ότι τόσο οι κακώσεις που προκλήθηκαν στους χώρους του ώμου, της ωμοπλάτης και της βάσης της κεφαλής της ενάγουσας, ιάθηκαν πλήρως μετά από μικρό χρονικό διάστημα από το τροχαίο ατύχημα, το δε κάταγμα του κόκκυγος, το οποίο, σημειωτέον, δεν ήταν ρωγμώδες κατά τις αξονικές και μαγνητική τομογραφία, την ταλαιπώρησε και την κατέστησε ανίκανη προς εργασία και να επιμεληθεί του οίκου της και της οικογενείας της, προσωρινά, γι' αυτό άλλωστε και της επιδικάσθηκαν τελεσιδίκως με την 336/2003 απόφαση διαφυγόντα εισοδήματα μέχρι και τον Οκτώβριο 2001.
Η επιγενόμενη κύησή της μετά τετράμηνο περίπου από το τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό της κατ' αυτό στον κόκκυγα, επιδείνωσαν την χρόνια πάθησή της εκ χρονίας οσφυαλγίας. Μάλιστα δε παρά ταύτα, επεδίωξε μετά τον τοκετό και εργάσθηκε σε βαριά εργασία, ήτοι ως λαντζέρισα κατά την αμέσως επόμενη τουριστική περίοδο.
Και τούτο διότι σε μεταγενέστερες ιατρικές εξετάσεις της, πιστοποιείται ότι το παλαιό κάταγμα κόκκυγος έχει πορωθεί και είναι σε καλή θέση, ενώ προσδιορίζονται φαινόμενα σπονδυλικής στένωσης, οσφυαλγιών άμφω, κήλων δίσκων, σύνδρομα άγχους, άλγους, δυσφορίας και δυσκολίας βαδίσεως, ήτοι καταστάσεις υγείας που δεν συνδέονται με τον κόκκυγα.
Άλλωστε για τους λόγους αυτούς και η 336/2003 τελεσίδικη απόφαση, της επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.200.000 δραχμών, αντί του αιτουμένου των 4.990.000 δραχμών". Στη συνέχεια δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα υπ' αυτού ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς του, οδηγήθηκε στην κρίση ότι η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητείται περαιτέρω αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα και δαπάνες για απασχόληση οικιακής βοηθού, με βάση τον τραυματισμό της από το τροχαίο ατύχημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι αυτές "δεν συνδέονται αιτιωδώς με τις εκ του τροχαίου ατυχήματος προκληθείσες σ' αυτή σωματικές βλάβες".
Κατόπιν τούτων δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα ως άνω υπ' αριθμ. 81/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, απέρριψε την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο α) με το να δεχθεί ότι η επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίμαχο τροχαίο ατύχημα, δεν παραβίασε το απορρέον από την υπ' αριθμ. 336/2003 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας δεδικασμένο και τούτο διότι το δεδικασμένο καλύπτει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υγείας της ενάγουσας και της προκληθείσης σ' αυτήν ζημίας για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην προγενέστερη αγωγή και όχι και εκείνο (χρονικό διάστημα) της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής, η δε αναφορά του Εφετείου στις παραδοχές της τελεσίδικης απόφασης και η χρησιμοποίηση τούτων κατά την κρίση της παρούσας αγωγής και προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν αποτελεί παραβίαση τούτου, ούτε και θίγει τα αντικειμενικά όρια αυτού (δεδικασμένου), και β) διέλαβε περί του ζητήματος τούτου, ήτοι της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ενδίκου ατυχήματος και της φερομένης ως εκ τούτου προκληθείσας επιδείνωσης της υγείας της ενάγουσας και κατά συνέπεια της οφειλόμενης σ' αυτήν περαιτέρω αποζημίωσης και περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ.
Κατά συνέπεια τα αντιθέτως προβαλλόμενα α) με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., όπως το όλο περιεχόμενο του λόγου τούτου προσηκόντως εκτιμάται, β) με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αυτού λόγου, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., και γ) με το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αυτής, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο του λόγου τούτου προσηκόντως εκτιμάται, ψέγεται το Εφετείο διότι εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και εντεύθεν να δεχθεί ότι η επιδείνωση της υγείας της αναιρεσείουσας συνδέεται αιτιωδώς με το τραύμα του κόκκυγος το οποίο προξενήθηκε σ' αυτήν συνεπεία του επιμάχου αυτοκινητικού ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του τούτο, είναι διττώς απορριπτέος ως απαράδεκτος α) λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι δεν διαλαμβάνεται ποία είναι ακριβώς τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβιάστηκαν, με το να μην ερευνηθούν από το δικαστήριο εκείνο προκειμένου να διαπιστώσει, βάσει αυτών, την κατά τα άνω ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, και β) διότι με αυτόν πλήττεται στην πραγματικότητα η απόφαση του εφετείου για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από αυτήν (αναιρεσείουσα) προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη της προαναφερόμενης αιτιώδους συνάφειας.-
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά, για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της και του τραυματισμού της που έλαβε χώρα κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα της 31.10.2000, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει ακριβώς για να αποδειχθεί η ύπαρξη της προαναφερόμενης αιτιώδους συνάφειας και ειδικότερα :
α) της από 12.1.2006 ιατρικής γνωμάτευσης του Επιμελητή Α του Κρατικού Ορθοπεδικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων Ν. Σ. και β) της υπ' αριθμ. .../15.1.2009 ιατρικής γνωμάτευσης του Επιμελητή χειρουργού ορθοπεδικού της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κερκύρας Σ. Κ.. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού κάνει εκτενή αναφορά στην προ και μετά τον τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι η ενάγουσα και πριν από αυτό (τροχαίο ατύχημα) έπασχε από χρόνια οσφυαλγία επί εδάφους κηλών μεσοσπονδυλίων δίσκων 05 -Ι1, 04 - 05, η οποία επιδεινώθηκε συνεπεία του κατάγματος στον κόκκυγα κατά το ατύχημα αυτό, οδηγήθηκε στην κρίση ότι "...τόσο οι κακώσεις που προκλήθηκαν στους χώρους του ώμου, της ωμοπλάτης και της βάσης της κεφαλής της ενάγουσας, ιάθηκαν πλήρως μετά από μικρό χρονικό διάστημα από το τροχαίο ατύχημα, το δε κάταγμα του κόκκυγος, το οποίο, σημειωτέον, δεν ήταν ρηγμώδες κατά τις αξονικές και μαγνητική τομογραφία, την ταλαιπωρησε και την κατέστησε ανίκανη προς εργασία και να επιμεληθεί του οίκου της και της οικογένειάς της, προσωρινά...Η επιγενόμενη κύησή της μετά 4μηνο περίπου από το τροχαίο ατύχημα και τον τραυματισμό της κατ' αυτό στον κόκκυγα, επιδείνωσαν την χρόνια πάθησή της εκ χρονίας οσφυαλγίας.
Μάλιστα δε παρά ταύτα, επεδίωξε μετά τον τοκετό και εργάσθηκε σε βαριά εργασία, ήτοι ως λαντζέρισα κατά την αμέσως επόμενη τουριστική περίοδο. Και τούτο διότι σε μεταγενέστερες ιατρικές εξετάσεις της, πιστοποιείται ότι το παλαιό κάταγμα κόκκυγος έχει πορωθεί και είναι σε καλή θέση, ενώ προσδιορίζονται φαινόμενα σπονδυλικής στένωσης, οσφυαλγιών άμφω, κηλών δίσκων, σύνδρομα άγχους, άλγους, δυσφορίας και δυσκολίας βαδίσεως, ήτοι καταστάσεις υγείας που δεν συνδέονται με τον κόκκυγα (βλ.
σχετ. υπ' αριθμ. .../15.1.2009 ιατρική γνωμάτευση του Γ.Ν.Ν. Κέρκυρας, από 12.1.2006 ιατρική γνωμάτευση ιατρού Σ. του Γ.Ν.Ν. Ιωάννίνων "Γ. Χ." και Νο .../16.5.2008 βεβαίωση ΙΚΑ του ιατρού Α. Β., καθώς και από 22.1.2009 εξέταση ΜRΙ Ο.Μ.Σ.Σ. του ακτινολόγου Χ. Χ.)". Εκ των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, σε συνδυασμό και προς την επισκόπηση του περιεχομένου των προαναφερομένων δύο ιατρικών βεβαιώσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δεν προέβη σε λανθασμένη ανάγνωση των ιατρικών αυτών βεβαιώσεων, αλλά ότι επικαλέσθηκε το περιεχόμενό τους προκειμένου να στηρίξει και επί αυτών την κρίση του, ότι σε μεταγενέστερες ιατρικές εξετάσεις της αναιρεσείουσας προσδιορίζονται και καταστάσεις της υγείας της και ειδικότερα "φαινόμενα σπονδυλικής στένωσης, οσφυαλγιών άμφω, κηλών δίσκων, σύνδρομα άγχους, άλγους, δυσφορίας και δυσκολίας βαδίσεως", που δεν συνδέονται με τον κόκκυγα.
Από την επισκόπηση δε του όλου περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ανενδοιάστως, ότι το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί του ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα επιδείνωση της υγείας της δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις εκ του τροχαίου ατυχήματος προκληθείσες σ' αυτήν σωματικές βλάβες, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως επί των ανωτέρω ιατρικών βεβαιώσεων, αλλά (στηρίχθηκε) στο σύνολο των νομίμως προσαχθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, όπως και επί των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.
Συνεπώς, ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα δεκαέξι (16) έγγραφα που μνημονεύονται στις σελίδες 20, 21 και 22 της αναίρεσης και ο αντίθετος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-
ΙΙΙ.- Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η εφετειακή απόφαση για αντιφατικότητα - κατά την αναιρεσείουσα - των παραδοχών της προς εκείνες που πράγματι δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αντιφατικότητα δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθή, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 259/2007). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναίρεσης μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής απόφασης με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997 και 2915/2001 (ήδη δε και με τον Ν. 4055/2012), αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.
ΑΠ 12/1991, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 205/1996). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 670, στο οποίο γίνεται ρητή παραπομπή με το ως άνω άρθρο 681Α, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν, ο ερευνώμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η εφετειακή απόφαση, διότι δεν διέταξε αποδείξεις σχετικά με το προβλεπτό ή απρόβλεπτο της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα επιδείνωσης της υγείας της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτο σκέλος του, με το οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι σχετικά με το προαναφερόμενο προβλεπτό ή απρόβλεπτο της επιδείνωσης της υγείας της αναιρεσείουσας σχημάτισε την κρίση του "..από μερικά από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα με μη ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αντιφατικότητας προς το αμέσως παραπάνω δεύτερο σκέλος αυτού και σε κάθε περίπτωση διότι με αυτόν πλήττεται στην πραγματικότητα η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.-
ΙV.- Ως "αίτηση", στην οποία το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτό μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία. Στις τελευταίες αυτές αιτήσεις περιλαμβάνεται και εκείνη περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της γενομένης, η οποία (αίτηση), όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ., εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 964/2008, ΑΠ 457/2008).
Περαιτέρω, για να δημιουργηθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσίβλητου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή της (ΑΠ 1062/2007) Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 9 γ' πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι άφησε την παραδεκτώς προβληθείσα από τους αναιρεσίβλητους αίτηση για διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία συναίνεσε και η αναιρεσείουσα, αδίκαστη, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Εξάλλου, ο ίδιος αυτός λόγος της αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ. β' δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αιτούμενη με την ένδικη αγωγή περαιτέρω αποζημίωση οφείλεται σε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της εκ του τραυματισμού της κατά το επίμαχο αυτοκινητικό ατύχημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού απορρίπτοντας το Εφετείο την αγωγή απέρριψε εκ του πράγματος και τον παραπάνω ισχυρισμό, επί του οποίου και στηρίζεται αυτή (αγωγή).
Το αυτό δε ισχύει και για την προσαπτόμενη με τον ίδιο αυτό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι όλα τα προβλήματα της υγείας της προέκυψαν μετά το επίμαχο αυτοκινητικό ατύχημα.- V.- Mε τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, όπως η αρίθμηση του λόγου αυτού παραδεκτά διορθώθηκε με τις από 26.3.2013 προτάσεις της αναιρεσείουσας, από το λανθασμένο αριθμό 5 στο ορθό 6, ψέγεται το Εφετείο διότι α) με το να λάβει υπόψη του την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανωμοτί κατάθεση ως διαδίκου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και β) με το να μην λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα υπ' αριθμ.
…/2009 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κερκύρας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι του αριθμού 12, ο οποίος - κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη - δεν έχει πεδίο εφαρμογής προκειμένου περί αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν - όπως η πληττόμενη - κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά μεν το υπό στοιχείο α' σκέλος του διότι η εξέταση του διαδίκου αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ.), κατά δε το υπό στοιχείο β' διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση ορθώς δεν ελήφθη υπόψη, αφού η προσκομίσασα αυτή αναιρεσείουσα δεν επικαλείτο ούτε αποδείκνυε ότι κλήτευσε τους αντιδίκους της αναιρεσίβλητους στη λήψη αυτής (άρθρ. 681 Α, 671 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 543/2010).
Κατόπιν λοιπόν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2.4.2012 σύμφωνα με το άρθρο 113 του νόμου αυτού) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσεις και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης 8/2012 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 110/2011 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ