1623/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1623/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 296§1 του ΚΠολΔ, η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα, ο δε περιορισμός του αιτήματος αυτής θεωρείται ως μερική παραίτηση από του δικογράφου, οπότε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φυλακτόγλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30723/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1036/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Ιουλίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ ορίζεται, ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που έληξε έχει και εκείνος ο οποίος δυνάμει δικαστικής αποφάσεως που κηρύχτηκε προσωρινώς εκτελεστή, σύμφωνα με τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ, ή και διαταγής πληρωμής κατέβαλε στον ενάγοντα το επιδικασθέν προσωρινώς χρηματικό ποσό, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης εις βάρος του από τον δικαιούχο, είτε συμμορφούμενος με τη δικαστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, οι οποίες στη συνέχεια, η μεν απόφαση εξαφανίστηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον οφειλέτη, απορριφθείσης της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, η δε διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε αμετάκλητα ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος από τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ (ανακοπής).
Τούτο δε διότι η αιτία, δηλαδή ο σκοπός που έγινε η παροχή, που είναι η εξαφανισθείσα προσωρινώς εκτελεστή δικαστική απόφαση, ή η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής, έληξε με την απόρριψη της αγωγής ή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1438/2010, ΑΠ 658/2008) και όχι το δικαίωμα του ενάγοντος ή του αιτηθέντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής καθ' εαυτό, για το οποίο απλή και μόνο καύχηση υπάρχει.
Εντεύθεν έπεται ότι η μεταγενέστερη εξαφάνιση της απόφασης ή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, επιφέρει τη λήξη της αιτίας του πλουτισμού και εκείνος που έλαβε την ωφέλεια οφείλει να την επιστρέψει (ΑΠ 1438/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) τυγχάνει ναυτιλιακός πράκτορας και δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Με την ιδιότητα αυτή εξουσιοδοτήθηκε από την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "FERSPED", που εδρεύει στα Σκόπια της F.Y.R.O.M, να διενεργεί για λογαριασμό της και ως άμεσος αντιπρόσωπός της τις φορτώσεις και εκφορτώσεις φορτίων στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και να καταβάλει τα αντίστοιχα κόμιστρα στον Ο.Σ.Ε.
για τα έτη 1993-1995. Επί των συνολικώς καταβαλλομένων κατ' έτος κομίστρων από την παραπάνω αλλοδαπή εταιρία προς την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η τελευταία είχε αναλάβει να της επιστρέψει υπό τη μορφή εκπτώσεων ποσοστού 30% επί των καταβληθέντων κομίστρων. Ενόψει δε του ότι για το έτος 1993 τα κόμιστρα ανήλθαν στο ποσό των 2.694.654.377 δραχμών, η χορηγηθείσα έκπτωση ανήλθε στο ποσό των 808.396.313 δραχμών, το οποίο η παραπάνω αλλοδαπή εταιρία είχε εκχωρήσει προς τον εναγόμενο-αντιπρόσωπό της.
Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." εξέδωσε το υπ' αριθ. 7342/9-9-1997 πιστωτικό της σημείωμα, με το οποίο τον όριζε ως δικαιούχο της έκπτωσης των κομίστρων για τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικού ποσού 160.747.794 δραχμών. Με βάση το παραπάνω πιστωτικό σημείωμα ο εναγόμενος, λόγω της άρνησης εκτέλεσής του από την ενάγουσα, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 160.747.794 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την 10-9-1997.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 4-3-1998, η οποία με τη σειρά της άσκησε κατ' αυτής τη με αριθμό 3165/1998 ανακοπή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1365/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ανακοπή της ενάγουσας και επικυρώθηκε η με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης 4355/1999 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, στις 30-6-1999 ο εναγόμενος, με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο επέδωσε στην ενάγουσα πρώτο αντίγραφο εκτελεστό του απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με το οποίο ζητούσε την καταβολή από μέρους της του συνολικού ποσού των 232.295.740 δραχμών, αποτελούμενο από το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής κεφάλαιο, προσαυξημένο με τους τόκους αυτού.
Προς αποφυγή περαιτέρω πράξης εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας της η ενάγουσα αναγκάσθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 184.648.231 δραχμών, κατόπιν ορθών κατ' αμφότερα τα διάδικα μέρη υπολογισμών, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της επιδικασθείσας με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής απαίτησής του, με τη ρητή επιφύλαξη παντός απορρέοντος δικαιώματος από την άσκηση της ως άνω εφέσεώς της κατά της απορριπτικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 6731/2000 απόφασή του δέχθηκε ότι η ανακοπή της ενάγουσας αναρμόδια εισήχθη προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και, αφού εξαφάνισε για το λόγο αυτό τη με αριθμό 1365/1999 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ανέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο υλικά και τοπικά δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Το τελευταίο με τη με αριθμό 8036/2001 οριστική του απόφαση απέρριψε την ανακοπή της ενάγουσας και τους πρόσθετους αυτής λόγους για τυπικό λόγο (ως εκπροθέσμως ασκηθέντες) και επικύρωσε τη με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής. Κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως της ενάγουσας κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η με αριθμό 1891/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη η έφεση της ενάγουσας.
Η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την με αριθμό 1488/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναπέμφθηκε προς ουσιαστική κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως, με τη με αριθμό 2209/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ανακοπή της ενάγουσας κατά της με αριθμό 2601/1998 διαταγής πληρωμής, η οποία και ακυρώθηκε τελεσίδικα, η ως άνω δε τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε με τη με αριθμό 2197/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του εναγομένου κατά της αμέσως ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης.
Έτσι μετά την έκδοση της με αριθ. 2209/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών εξέλιπε η αιτία για την οποία καταβλήθηκε το ποσό των 184.648.231 δραχμών ή 541.887,69 ευρώ στον εναγόμενο από την ενάγουσα, ο οποίος με τη διατήρηση του πλουτισμού αυτού καθίσταται άνευ νόμιμης αιτίας αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και ειδικότερα για αιτία λήξασα, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντιθέτου αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει αυτός με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, επικαλούμενος την ύπαρξη νόμιμης αιτίας για τη διατήρηση του πλουτισμού του, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και μετά της ακύρωση της άνω διαταγής πληρωμής".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση σ' αυτήν του προαναφερόμενου ποσού κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της για αιτία που έληξε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι, μετά την ακύρωση με την υπ' αριθ. 2209/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, της προρρηθείσης διαταγής πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας είχε καταβληθεί στον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) το ποσό των 184.648.231 δραχμών ή 541.887,69 ευρώ, εξέλιπε η αιτία για την οποία καταβλήθηκε το ποσό αυτό, ώστε η διατήρησή του από τον εναγόμενο να τον καθιστά άνευ νόμιμης αιτίας αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, αφού η αιτία της καταβολής του έληξε, πληρούν το πραγματικό της άνω ουσιαστικής διάταξης και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Δεν συνιστά δε αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθ. 7342/9-9-1997 πιστωτικό σημείωμα, με το οποίο όρισε τον αναιρεσείοντα δικαιούχο του ποσού των 160.747.794 δραχμών και ότι με βάση το πιστωτικό αυτό σημείωμα εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, κατά τις παραδοχές της, αιτία της καταβολής του άνω ποσού των 184.648.231 δραχμών ήταν η αποτροπή των περαιτέρω συνεπειών της επισπευδομένης σε βάρος της ενάγουσας αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο την άνω διαταγή πληρωμής η οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα, και όχι το δικαίωμα που παρείχε στον αναιρεσείοντα το παραπάνω πιστωτικό σημείωμα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε "προβληθεί" με αγωγή, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε τούτου.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί ο δικαιούχος να ζητήσει μεταγενεστέρως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Όταν όμως με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε δεν έκρινε για μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε και καλύπτεται έτσι από τον δεδικασμένο και το ύψος της απαιτήσεώς του (Ολ.Α.Π. 1/2005, 14/2002, 20/2002).
Εκ τούτων παρέπεται ότι, αν ο δικαιούχος με μεταγενέστερη αγωγή ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο μέρος της ίδιας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, δεν αποκρούεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την προηγούμενη απόφαση, το οποίο δεν επεκτείνεται και στις ενστάσεις που πλήττουν το ουσία υποστατό του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως, το οποίο δεν κατέστη αντικείμενο της προηγούμενης δίκης.
Στην περίπτωση δε κατά την οποία ο δανειστής για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεώς του ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί κατ' αυτής με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, προβάλλοντας όλες τις διακωλυτικές και αποσβεστικές ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένσταση παραγραφής, εφόσον δεν κατέστη αντικείμενο της δικαιοδοτικής κρίσης του με δύναμη δεδικασμένου στην προηγηθείσα δίκη το μέρος αυτό της απαιτήσεως.
Τέλος, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 296§1 του ΚΠολΔ, η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα, ο δε περιορισμός του αιτήματος αυτής θεωρείται ως μερική παραίτηση από του δικογράφου, οπότε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εν συνεχεία των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δέχθηκε τα εξής: Με την από 14-7-1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο νυν εναγόμενος (αναιρεσείων) ζήτησε, μετά από περιορισμό του αρχικού του αιτήματος (808.396.313 δραχμές) κατά το ποσό των 160.747.794 δραχμών, την καταψήφιση της ενάγουσας στην καταβολή του ποσού των 647.648.519 δραχμών, επικαλούμενος την από 19-11-1996 σύμβαση εκχωρήσεως με την αλλοδαπή εταιρία "FERSPRD", που ήταν δικαιούχος του άνω ποσού από σύμβαση μεταφοράς πετρελαίου που κατήρτισε με την ενάγουσα, εκτελεσθείσα το έτος 1993, με την οποία είχε συμφωνηθεί, για το έτος αυτό, έκπτωση επί των κομίστρων κατά ποσοστό 30%.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 93/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε η με αριθμό 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, κατόπιν εξαφάνισης ως προς τον νυν εναγόμενο και τότε εκκαλούντα-ενάγοντα της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 647.648.519 δραχμών που είχε ζητήσει με την αγωγή, που αφορά έκπτωση του έτους 2003.
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 139/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά σχετικά με την ένδικη αγωγή και αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και αυτά που αποδεικνύονται από τις προαναφερόμενες αποφάσεις ως προς την από 14-7-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος, μετά το νόμιμο περιορισμό της τελευταίας αυτής αγωγής, με την υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε μόνο μέρος της απαιτήσεως του εναγομένου και δη η αξίωσή του για επιδίκαση του ποσού των 647.648.519 δραχμών, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 160.747.794 δραχμών, κατά το οποίο εχώρησε περιορισμός του αιτήματος και συνεπώς μερική παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής ως προς το μέρος αυτό (άρθρο 295 ΚΠολΔ), ο εναγόμενος πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, η ενσωματούμενη στην υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγή πληρωμής απαίτησή του δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η ως άνω υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που επιλήφθηκε της άνω από 14-7-1997 αγωγής του και ως εκ τούτου δεδικασμένο που να κωλύει ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς δεν υφίσταται.
Ούτε άλλωστε το γεγονός ότι με την ως άνω εφετειακή απόφαση, απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής που πρότεινε η ενάγουσα και τότε εναγομένη, αποτελούσε κώλυμα που την εμπόδιζε να προβάλλει με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως του εναγομένου, εφόσον το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν κατέστη αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης με δύναμη δεδικασμένου στην προηγηθείσα δίκη κατά την οποία εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο, απέρριψε την υποβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με το εφετήριο ενώπιόν του ένσταση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) περί υπάρξεως δεδικασμένου που απορρέει από την προρρηθείσα υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι δικαιούται έκπτωσης επί των κομίστρων για το έτος 1993 ποσού 808.396.313 δραχμών, καθώς και ότι η παραπάνω αξίωσή του δεν υπέκυψε σε παραγραφή, ώστε τα κριθέντα να δεσμεύουν το δικαστήριο στη κρίση του επί της ένδικης διαφοράς.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω περί δεδικασμένου διατάξεις με το να μη δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου σε ότι αφορά τον ανωτέρω καταλυτικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού, μετά το νόμιμο περιορισμό της προγενέστερης από 14-7-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η υπ' αριθ. 10288/1999 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αποτέλεσε μόνο μέρος της απαιτήσεως του εναγομένου και δη η αξίωσή του για επιδίκαση του ποσού των 647.648.519 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 160.747.794 δραχμών, κατά το οποίο εχώρησε περιορισμός του αιτήματος και συνεπώς μερική παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής και κατάργηση της δίκης κατά το μέρος αυτό (άρθρο 295 και 296 ΚΠολΔ), δεν κατέστη αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης με δύναμη δεδικασμένου στην προηγηθείσα δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η άνω απόφαση, αλλά ο εναγόμενος επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το ποσόν αυτό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου προεχόντως ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου ευθέως και εκ πλαγίου για παραβίαση των περί δεδικασμένου διατάξεων, διότι με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την προρρηθείσα εφετειακή απόφαση η οποία έκρινε ότι δικαιούται έκπτωσης επί των κομίστρων για το έτος 1993 το ποσό των 808.396.313 δραχμών, καθώς και ότι η παραπάνω αξίωσή του δεν υπέκυψε σε παραγραφή.
Τούτο δε διότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι φύσεως δικονομικής και ως εκ τούτου οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως δεν ιδρύονται.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ.ΑΠ 62/90).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, προκειμένου για παράβαση, ευθεία, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκείται με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα, ενώ διά των αρμοδίων οργάνων της, αφενός μεν αναγνώρισε το επίδικο χρέος της προς αυτόν και αφετέρου με τη με αριθμό 10288/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κρίθηκε ότι το σύνολο της αξίωσής του που αφορούσε το έτος 1993, μέρος της οποίας αποτελούσε και το επίδικο ποσό των 160.747.794 δραχμών, δεν υπέπεσε σε παραγραφή, εν τούτοις ασκεί την ένδικη αγωγή της κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλουν τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατέληξε δε στην κρίση αυτή το Εφετείο, επικαλούμενο τις παραδοχές του, ενόψει των οποίων, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας δεν υπερβαίνει τα τασσόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, αφού τα περιστατικά που δέχθηκε δεν ήταν ικανά να επιφέρουν το αποτέλεσμα τούτο και δεν προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του υποχρέου-ενισταμένου (εναγομένου) σε σχέση με το όφελος της δικαιούχου ενάγουσας.
Ειδικότερα, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική κρίση του δέχθηκε ότι: α) αιτία της καταβολής του άνω ποσού των 184.648.231 δραχμών, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερος ο αναιρεσείων ήταν η αποτροπή των περαιτέρω συνεπειών της επισπευδομένης σε βάρος της ενάγουσας αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο την άνω διαταγή πληρωμής η οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα, με συνέπεια την λήξη της αιτίας της καταβολής του και όχι το δικαίωμα που παρείχε στον αναιρεσείοντα το παραπάνω πιστωτικό σημείωμα, με το οποίο δεν συνδέεται η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας και β) μετά το νόμιμο περιορισμό της από 14-7-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος, με την υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε μόνο μέρος της απαιτήσεως του εναγομένου και δη η αξίωσή του για επιδίκαση του ποσού των 647.648.519 δραχμών, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 160.747.794 δραχμών, κατά το οποίο εχώρησε περιορισμός του αιτήματος και συνεπώς μερική παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής ως προς το μέρος αυτό, ο εναγόμενος πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα, και συνεπώς, η ενσωματούμενη στην υπ' αριθ. 2601/1998 διαταγή πληρωμής απαίτησή του δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η ως άνω υπ' αριθ. 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ούτε και η απορριφθείσα με την ως άνω εφετειακή απόφαση, ένσταση παραγραφής που πρότεινε η ενάγουσα και τότε εναγομένη, ως προς το παραπάνω ποσό.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης εταιρίας (ΟΣΕ), που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-07-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1036/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ