Supreme Court dismisses appeal due to improper service and vague grounds for alleged document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant failed to appear in court despite being properly served, and the court ruled that the grounds for appeal regarding alleged document distortion were too vague to be actionable. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the third respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(20), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper service, and the ground of alleged distortion of documents must specify the exact content distorted and the specific diagnostic error by the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι.Ψ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ.Π., 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "EXPRESS SERVICE A.E.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5029/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5558/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/7/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 8/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 10162 Δ' από 27.10.2009 και 11409 Β' από 9.11.2009 εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών Ιωαν. Χαλκιαδάκη του Πρωτοδικείου Αθηνών και Γεωργίου Αποστολοπούλου του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, αντιστοίχως, προκύπτει ότι στη δεύτερη και τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων "Ανώνυμη εταιρία ΕΧPRESS SERVICE" και Κων. Παπαδημητρίου έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι έχουν κληθεί νομίμως και Εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της υποθέσεως. Λυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της ούτε έχουν κατατεθεί δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 §1) και ειδικότερα την ανάλυση, και στάθμισή τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Εξάλλου η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Η παράβαση ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου, ήτοι εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας. Περαιτέρω επί αιτιάσεως για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 3- 11- 2001 και περί ώρα 10.15', ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Τριπόλεως-Καλαμάτας, με κατεύθυνση προς Καλαμάτα, προσεγγίζοντας το 18° χιλιόμετρο αυτής. Στο ύψος της 17.800 χιλιομετρικής θέσεως η ανωτέρω οδός είναι δεξιά καμπύλη (για τον κινούμενο προς Καλαμάτα). Αμέσως μετά το τέλος της, ως άνω, δεξιάς καμπύλης, η οδός είναι ευθεία, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7.30 μ., με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,65 μ., που διαχωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Στην πορεία του προαναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου υπήρχε, εκτός άλλων, πινακίδα Κ-2δ, που προειδοποιούσε για δύο επικίνδυνες συνεχείς στροφές, η πρώτη των οποίων δεξιά (άρθρο 4 παρ. 2 του ΚΟΚ).
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χ/ω, ενώ κατά τον ανωτέρω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μικρή και το οδόστρωμα ολισθηρό, λόγω βροχοπτώσεως. Η ορατότητα ήταν περιορισμένη, το μεν, λόγω της παραπάνω αναφερόμενης καμπύλης, το δε, λόγω της βροχοπτώσεως, αλλά και λόγω υπερυψωμένου τμήματος του εδάφους (βλ.
προσκομιζόμενη, μετ' επικλήσεως, την συνταγείσα σχετικώς από 3-11-2001 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Τριπόλεως). Ενωρίτερα την ίδια ημέρα (ο ακριβής χρόνος δεν προσδιορίστηκε) ο (μη διάδικος) Γ.Τ., οδηγώντας IX επιβατηγό αυτοκίνητο, εκινείτο επί της αυτής ως άνω, Εθνικής Οδού, με την ίδια κατεύθυνση.
Στο 17.800 χιλιόμετρο της οδού αυτής, στο ύψος της προαναφερόμενης δεξιάς, σε σχέση με την πορεία του, καμπύλης, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο (προς Τρίπολη) ρεύμα πορείας της οδού και αφού προσέκρουσε στις, μετά το έρεισμα, υπάρχουσες προστατευτικές μπάρες, επανήλθε στο ρεύμα της αρχικής του πορείας, δηλ.
προς Καλαμάτα, όπου και ακινητοποιήθηκε, αποκλείοντας έτσι αυτό κατά ένα μεγάλο μέρος του. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Κ.Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "EXPRESS SERVICE", το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", εκινείτο επί της αυτής, ως άνω, Εθνικής Οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλ.
προς Τρίπολη, εκτελώντας περιπολία. Φθάνοντας στον τόπο του ατυχήματος ο προαναφερόμενος οδηγός Γ.Τ. του ζήτησε να φορτώσει και μεταφέρει το τρακαρισμένο και μη δυνάμενο να κινηθεί αυτοδυνάμως όχημά του. Έτσι αυτός (πρώτος εναγόμενος), αφού άναψε τα "αλάρμ" και τους δύο φωτεινούς συναγερμούς (φάρους), που βρίσκονται στην οροφή του κουβουκλίου του οχήματός του, προσέτι δε και τα φώτα διασταυρώσεως, ως πρόσθετο μέτρο προειδοποιήσεως, λόγω της βροχοπτώσεως, προσέγγισε το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, εισερχόμενος στο προς Καλαμάτα ρεύμα πορείας της οδού, τοποθετώντας αμέσως την ειδική τριγωνική πινακίδα στην αρχή της ευθείας, μετά το τέλος της προαναφερόμενης δεξιάς καμπύλης, στο προς Καλαμάτα ρεύμα πορείας αυτής, σε απόσταση 80 περίπου μέτρων από το ακινητοποιημένο, για την προεκτεθείσα αιτία, όχημα του, παρότι ο, ως άνω, οδηγός του τρακαρισμένου οχήματος, μετά το ατύχημά του, είχε προβεί στην τοποθέτηση τριγώνου ασφαλείας, στο προαναφερόμενο ρεύμα, προκειμένου να προειδοποιούνται οι επερχόμενοι οδηγοί (οι κατευθυνόμενοι προς Καλαμάτα) για την ύπαρξη εμποδίου στο οδόστρωμα.
Επειδή διαπίστωσε (πρώτος εναγόμενος) ότι η φόρτωση του τρακαρισμένου αυτοκινήτου στο φορτηγό του ήταν αδύνατη, αν τούτο είχε το πρόσωπο προς Καλαμάτα, αναγκάστηκε να τοποθετήσει το φορτηγό του πάλι στο ίδιο σημείο (οδόστρωμα του προς Καλαμάτα ρεύματος πορείας της οδού), αλλά με πρόσωπο προς Τρίπολη, καταλαμβάνοντας τμήμα του οδοστρώματος, πλάτους 2,60 μ., - όσο και το πλάτος του φορτηγού - και άρχισε τη διαδικασία φορτώσεως.
Κατά την διάρκεια της διαδικασίας αυτής, ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εκινείτο στην ίδια οδό, με κατεύθυνση προς Καλαμάτα, όταν έφθασε στην προαναφερόμενη δεξιά καμπύλη της οδού, λόγω του ότι δεν οδηγούσε το όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ενεργεί τους ενδεδειγμένους ελιγμούς και χειρισμούς, έχοντας μάλιστα αναπτύξει ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη εκείνης των 50 χ/ω, εισήλθε σ' αυτήν ανοικτά και λόγω της αυξημένης ταχύτητας του και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, που κινήθηκε, εξαιτίας και της φυγόκεντρης προς τα αριστερά δυνάμεως, εκτρεπόμενο της πορείας του από την κορυφή της στροφής, ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά και ακολουθώντας τοξοειδή διαδρομή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δηλ.
προς Τρίπολη, επί του οποίου εκινείτο το οδηγούμενο από τον Β.Κ., με αριθμό κυκλοφορίας ... IX φορτηγό αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να επιπέσει εν μέρει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του τελευταίου οχήματος, ενώ εν μέρει επέπεσε στις αριστερά γι' αυτόν και δεξιά για τον κατευθυνόμενο προς Τρίπολη, μετά το έρεισμα του οδοστρώματος του προς Τρίπολη ρεύματος, υπάρχουσες προστατευτικές μπάρες, όπου και ακινητοποιήθηκε (βλ.
προσκομιζόμενες, ως άνω φωτογραφίες). Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής, που έλαβε χώρα σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το ακινητοποιημένο, ως άνω, όχημα της εναγομένης, ήταν, εκτός άλλων, ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος και η πρόκληση υλικών ζημιών στο αυτοκίνητό του. Ισχυρίζεται βέβαια ο ενάγων ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε τοποθετήσει, όπως ήταν υποχρεωμένος, τρίγωνο ασφαλείας και δεν είχε ανάψει τα "αλάρμ".
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, για το λόγο ότι όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας, στο ρεύμα πορείας προς Καλαμάτα - στο οποίο και όφειλε ο πρώτος εναγόμενος να τοποθετήσει τοιαύτη για την έγκαιρη προειδοποίηση των προς Καλαμάτα κατευθυνόμενων οδηγών-ανευρέθησαν δύο τρίγωνα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, τοποθετήθηκαν το μεν ένα από τον παραπάνω αναφερόμενο μη διάδικο, Γ.Τ.
το δε άλλο από τον πρώτο εναγόμενο. Τούτο δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τις αντίθετες ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα Κ.Μ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εκινείτο όπισθεν του αυτοκινήτου του ενάγοντος, και δη τόσον προανακριτικά, όσο και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που, εν όψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κρίνονται ελάχιστα πειστικές, ούτε από τις ένορκες καταθέσεις των Β.Κ.
και Τ.Δ., οδηγού και συνοδηγού, αντίστοιχα, του με αριθμό κυκλοφορίας ... IX Φορτηγού αυτοκινήτου (με το οποίο συγκρούστηκε το αυτοκίνητο του ενάγοντος), ο δεύτερος των οποίων προανακριτικά, αμφότεροι δε ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Τριπόλεως, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες στην κατά του πρώτου εναγομένου και τότε κατηγορουμένου δίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατέθεσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε προβεί στην τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας και ότι για το λόγο αυτό ο εξ αυτών δεύτερος προέβη στην τοποθέτηση τοιαύτης αμέσως μετά την επί του οχήματος τους πρόσκρουση του αυτοκινήτου του ενάγοντος και την εξ αυτού του λόγου ακινητοποίηση του (βλ.
τις καταθέσεις αυτών που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 609/2004 πρακτικά και απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και επεβλήθη σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως), για το λόγο ότι οι, ως άνω, μάρτυρες αναφέρονται στο ρεύμα πορείας στο οποίο εκινούντο, δηλ. προς Τρίπολη, στο οποίο πραγματικά ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε τοποθετήσει τρίγωνο, γιατί δεν είχε καμιά τέτοια υποχρέωση, αφού η κίνηση σ' αυτό διεξήγετο ομαλώς και δεν εμποδιζόταν από το ακινητοποιημένο όχημά του.
Την κρίση αυτή περί του ότι οι, ως άνω, μάρτυρες αναφέρονται στο ρεύμα πορείας τους και όχι στο ενδιαφέρον, εν προκειμένω, ρεύμα πορείας προς Καλαμάτα, κατέληξε το Δικαστήριο από το γεγονός της εκ μέρους του δευτέρου τούτων τοποθετήσεως σχετικής πινακίδας προφανώς στο ρεύμα πορείας τους για την έγκαιρη προειδοποίηση των όπισθεν του οχήματός τους κινουμένων, προς Τρίπολη, οχημάτων, και του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο οδηγός εμπλακέντος σε ατύχημα οχήματος φροντίζει να τοποθετήσει τρίγωνο πίσω από το δικό του όχημα, εκπληρώνοντας έτσι την επιβαλλόμενη σε βάρος του από το νόμο σχετική υποχρέωση του, ενόψει περαιτέρω και του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο ανωτέρω τοποθέτησε δύο τρίγωνα, το ένα στο ρεύμα πορείας του και το άλλο στο προς Καλαμάτα ρεύμα, πράγμα άλλωστε που ούτε και οι ίδιοι καταθέτουν.
Εξάλλου, οι, ως άνω, μάρτυρες Κ.Β. και Δ.Τ., σε αντίθεση ακόμη και με όσα ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται σχετικώς με το αν ήταν αναμμένα τα φώτα του φορτηγού της EXPRESS SERVICE (βλ. αγωγή του) και οι φάροι του (βλ. έφεσή του, υπό στοιχ. ε', όπου δεν αποκλείει την ύπαρξη αυτών σε λειτουργία), ενώπιον του, ως άνω, ποινικού Δικαστηρίου αποκλείουν την ύπαρξη αυτών και.
μάλιστα άνευ ουδεμιάς επιφυλάξεως, καταθέτοντες, ο μεν πρώτος "Ούτε φάρο αναμμένο είδα. Αν υπήρχε θα τον είχα δει...", ο δε δεύτερος ".....Δεν είχε φώτα...". Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας Κ. Μ. στην από 10-11-2001 προανακριτική κατάθεσή του (βλ. αυτήν) αναφέρεται στην ύπαρξη φώτων - φάρων αναμμένων.
Αλλά και το περαιτέρω επικαλούμενο από τον ενάγοντα ότι εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίο το φορτηγό οδικής βοήθειας είχε τοποθετηθεί στο οδόστρωμα (με μέτωπο προς Τρίπολη και με τα φώτα πορείας αναμμένα) του έδωσε την εντύπωση ότι αυτό εκινείτο κυριολεκτικά κατ' ευθείαν πάνω του και γι' αυτό προσπάθησε ενστικτωδώς να αποφύγει την μετωπική (όπως νόμισε) σύγκρουση, "τροχοπεδώντας και στρίβοντας κατ' ελάχιστον το τιμόνι στα αριστερά", με αποτέλεσμα να βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα, με τα προεκτεθέντα αποτελέσματα, κρίνεται επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, γιατί, πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος είχε (πέραν των "αλάρμ" και των φάρων) αναμμένα τα φώτα διασταυρώσεως και όχι τα φώτα πορείας, αυτά (τόσον τα πορείας, όσον και τα διασταυρώσεως) αναμμένα, κατά την διάρκεια της ημέρας, στερούνται θαμβωτικής φωτεινότητας και απλώς υποδηλώνουν την παρουσία του αυτοκινήτου, στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να είχε επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου, πράγμα όμως, που, κατά τα ανωτέρω, δεν συνέβη.
Επίσης απορριπτέος κρίνεται και ο έτερος, επικουρικά προβαλλόμενος, ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος σε κάθε περίπτωση παρέβη την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ΚΟΚ., που επιβάλλει την τοποθέτηση της τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το ακινητοποιημένο όχημά του, για το λόγο ότι η επικαλούμενη διάταξη αφορά σε κίνηση οχημάτων στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, δηλαδή σε οδούς ειδικής μελέτης και κατασκευής, που διαθέτουν ξεχωριστά οδοστρώματα για τις δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας, που διακρίνονται μεταξύ τους με διαχωριστικές νησίδες, δεν διασταυρώνονται ισόπεδα με άλλη οδό, έχουν χαρακτηριστεί ως τοιαύτες με απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και έχουν ειδική σήμανση με πινακίδες, ως αυτοκινητόδρομοι και οδοί ταχείας κυκλοφορίας (άρθρο 2 του ΚΟΚ), μη ούσα τοιαύτη η Εθνική οδός Τριπόλεως Καλαμάτας η οποία δεν ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος (ούτε άλλωστε και σήμερα) αυτοκινητόδρομος, ούτε οδός ταχείας κυκλοφορίας, ούτε έχει χαρακτηριστεί ως τοιαύτη, με συνέπεια να μην εφαρμόζεται εν προκειμένω η, ως άνω, διάταξη, αλλά η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του ΚΟΚ, που επιβάλλει την τοποθέτηση της πινακίδας σε απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κυρίως όμως από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή, που, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτείται, την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα κατέβαλε, αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα και να το αποφύγει.
Συγκεκριμένα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, το οποίο αντίθετα οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χ/ω, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να προβαίνει με ασφάλεια σε όλους τους απαραίτητους ελιγμούς και χειρισμούς, ρυθμίζοντας ανάλογα την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω συνθήκες (επικίνδυνη δεξιά στροφή, ολισθηρότητα του οδοστρώματος, περιορισμένη ορατότητα), με αποτέλεσμα να εισέλθει στη δεξιά στροφή ανοικτά και λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, συνεργούσης και της φυγόκεντρης προς τα αριστερά δυνάμεως, να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του, που κινήθηκε, εκτρεπόμενο της πορείας του από την κορυφή της στροφής, ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά και ακολουθώντας τοξοειδή διαδρομή να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ.
Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Η είσοδος και ακινητοποίηση του οχήματός του, για την προεκτεθείσα αιτία, εντός του προς Καλαμάτα ρεύματος πορείας της οδού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα σύγκρουση, η οποία οφείλεται στους λόγους που προαναφέρθηκαν. Το γεγονός δε ότι με την, ως άνω, καταδικαστική ποινική απόφαση κρίθηκε ένοχος για την προκληθείσα στον ενάγοντα σωματική βλάβη, ουδόλως επηρεάζει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου τούτου".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός μεν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300, 334, 340 και 914 ΑΚ αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το δε αποδεικτικό αποτέλεσμα εκτίθεται κατά τρόπο σαφή που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ότι η εκτροπή του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου σημειώθηκε η σύγκρουση με το άλλο αντιθέτως και κανονικώς κινούμενο αυτοκίνητου του Β. Κ., έγινε λόγω υπερβολικής ταχύτητας του αναιρεσείοντος πέρα του ορίου των 50 Χ/Ω και κατά παραγνώριση των υπαρχουσών εκεί πινακίδων κινδύνου, συνεπεία της οποίας ταχύτητας το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εξερχόμενο από στροφή με ολισθηρό οδόστρωμα, λόγω βροχοπτώσεως εκτράπηκε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ενώ αποκλείσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το αυτοκίνητο της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης με τα φώτα διασταυρώσεως που είχε αναμμένα του δημιούργησε την αίσθηση, ότι εκινείτο στο ρεύμα πορείας προς Τρίπολη, δηλαδή προς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη για την οποία προοριζόταν το ρεύμα πορείας στο οποίο βρισκόταν, προδήλως για το λόγο ότι ήταν ημέρα και είχε προηγουμένως τοποθετηθεί η ειδική τριγωνική πινακίδα, όπως δέχεται η απόφαση, και επομένως ο αναιρεσείων οδηγός μπορούσε ν' αντιληφθεί ότι το αυτοκίνητο της δεύτερης δεν εκινείτο αλλά ήταν σταματημένο για να εκτελέσει τη φόρτωση του ακινητοποιηθέντος αυτοκινήτου του Γ.
Τ. και επομένως ήταν αδικαιολόγητη η προβαλλόμενη εντύπωσή του περί κινήσεως του αυτοκινήτου της EXPRESS SERVICE, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων και με την προβαλλόμενη από αυτόν πλην αποκρουσθείσα από το Εφετείο εκδοχή ότι συνειδητά εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας δεν απαλλασσόταν από την υποχρέωση ελέγχου του αντιθέτου ρεύματος πορείας πράγμα που αυτός παρέλειψε να πράξει.
Εντέλει η προβαλλόμενη με τους εξεταζόμενους λόγους αναιρέσεως αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ενδοιαστική διατύπωση ως εκ της χρήσεως του επιρρήματος προφανώς παρατηρείται ότι τούτο αφορά την αξιολόγηση των αποδείξεων και όχι τις παραδοχές που αναφέρονται στις εφαρμοσθείσες διατάξεις που συγκροτούν την επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα οδηγό αμέλεια, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται κατά τρόπο σαφή.
Επομένως οι προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται πλημμέλεια στην απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά πάσα περίπτωση οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως στο μέτρο που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 §1 του Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Με το δεύτερο μέρος του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο οδηγός αυτοκινήτου βλέποντας μπροστά του σε απόσταση (80) μέτρων άλλο όχημα με φάρους, αλάρμ και κυρίως φώτα διασταυρώσεως στο δικό του ρεύμα πορείας, τότε η προσοχή του οδηγού δεν μπορεί να επικεντρωθεί στο υπάρχον τρίγωνο, αλλά σε όλα αυτά τα στοιχεία, και με πρόσθετα μάλιστα τα φώτα, οπότε σε κλάσματα δευτερολέπτου πρέπει ο οδηγός να αποφασίσει τι θα πράξει ενόψει της απροσδόκητης αυτής καταστάσεως. Όμως ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος γιατί ανεξαρτήτως του ότι δεν υπάρχει το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο (υπό στοιχείο
ΙΙΙ) λόγο η αναίρεση μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί άφησε αδίκαστο αίτημα της εφέσεως, ήτοι τον τρίτο λόγο εφέσεως, αναφερόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 16 §5 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ). Ο λόγος αυτός κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου, το τελευταίο εξήτασε τον άνω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε αφού δέχθηκε ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν εκινείτο σε αντίθετη κατεύθυνση αλλά ήταν σταθμευμένο προκειμένου να ενεργήσει τη φόρτωση του ακινητοποιηθέντος αυτοκινήτου.
ΙV. Με τον υπό στοιχείο (IV) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 16 §4, 29 §3 και 34 §9 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος γιατί δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα στο οποίο φέρεται ότι υπέπεσε η απόφαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατά πάσα δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση της παραβιάσεως των άνω διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 §1 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικώς δε καθόσον αφορά την αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ο σχετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του άνω λόγου αναιρέσεως, νοούνται κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ. που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Με βάση την άνω αφετηρία δεν αποτελούν έγγραφα επιδεκτικά αναιρετικού ελέγχου κατά τον άνω λόγο αναιρέσεως οι καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 391/1999), οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 119/2006), οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 320/2001, ΑΠ 44/2003) και οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 391/2001).
Επίσης δεν αποτελούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, ενώ αντιθέτως αποτελούν τέτοια έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης όπως π.χ. η ποινική (ΑΠ 339/1996) και η πολιτική απόφαση (ΑΠ 185/1993). Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως πρέπει μεταξύ άλλων να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (V) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι ο αναιρεσείων προς υποστήριξη της εφέσεώς του είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι ολόκληρη τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, δηλαδή την έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα, την κατάθεση του μάρτυρα Κ.Μ., την κατάθεση του μάρτυρα Γ.Τ., την κατάθεση του μάρτυρα Τ.Δ., και την κατάθεση του μάρτυρα Β.
Κ., καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης και των πρακτικών της υπ' αριθμ. 609/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως και ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τελείως το περιεχόμενο των άνω εγγράφων. Όμως ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος γιατί τα αναφερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων, η παραμόρφωση των οποίων, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, δύναται να ιδρύσει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ειδικώς δε καθόσον αφορά την διαληφθείσα ποινική απόφαση με τα πρακτικά της ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος γιατί στο αναιρετήριο δεν αναγράφεται ως προς ποιο περιεχόμενό της σημειώθηκε η παραμόρφωση, ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενό της και σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Αναφορικώς με τις αποδιδόμενες στην απόφαση με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, από τους αριθμούς 12 και 13 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ο σχετικός λόγος αναιρέσεως αρκούμενος μόνο σε αριθμητική αναφορά των λόγων αναιρέσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.
Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2009 αίτηση του Ι.Ψ. για αναίρεση της 5558/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης άνω αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ