Legislator Case Law & Legislation
1623/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding evidence evaluation in property dispute.

Case Number 1623/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in evaluating witness testimony regarding a 1988 property transfer, claiming the appellate court failed to provide sufficient reasoning. The court ruled that the lower court's decision involved the evaluation of evidence and the weighing of witness testimonies, which falls under the non-appealable discretion of the trial court. Consequently, the appeal was rejected as it did not constitute an appealable error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 953, 954, 1002, 1117 of the Civil Code; Articles 1 and 14 of Law 3741/1929; Articles 369, 1033, 1045, 1051, 1192, 1193 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure; Article 361(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a lower court's decision based on insufficient reasoning is inadmissible if the appeal concerns the evaluation, weighing, and assessment of evidence, as this constitutes a non-appealable exercise of judicial discretion.

Keywords

AI generated
appealable error evaluation of evidence property ownership witness testimony judicial discretion non-appealable decision civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 953, 954, 1002 and 1117 of the Civil Code
Articles 1 and 14 of Law 3741/1929
Articles 369, 1033, 1045, 1051, 1192 and 1193 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 361(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 630/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1623 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βλασία Σεργάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Αποστολίδη ο οποίος ανακάλεσε την από 9-9-2008 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 29-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6701/1998 μη οριστική, 1027/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2604/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" προκύπτει, ότι. εκτός από τις, περιπτώσεις συστάσεως οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θάνατου, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία, είναι δυνατή μόνο επί συστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος, η σύσταση της οποίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της, μεταγραφής (ΑΠ 630/2006) Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1045, 1051, 1192 και 1193 του ΑΚ προκύπτει σαφώς ότι ο νομέας ακινήτου δεν μπορεί να αντιτάξει ότι έγινε κύριος δια συνυπολογισμού του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εναντίον αυτού ή εκείνου, προς τον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος δια συμβάσεως νομίμως μεταγεγραμμένης, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των πράξεων επί ακινήτων (ολ.ΑΠ 1593/1979 - ΑΠ 622/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με την πρώτη βάση της ένδικης αγωγής, εκθέτουν σ' αυτήν τα ακόλουθα : "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες Χ1 και ο εκπροσωπούμενος από αυτόν ανήλικος γιός του Χ2, με την από 29-4-1997 αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν τα εξής:

Ότι η πρώτη των εναγομένων και ο σύζυγος της ΑΑ, ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 1.036,30 τ.μ., που βρίσκεται στην ... και ότι είχαν ανεγείρει επ' αυτού οικοδομή, η οποία αποτελείται από ένα ισόγειο διαμέρισμα και ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Ότι αυτοί, με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Δημητρίου Χριστέλη, συνέστησαν κάθετη ιδιοκτησία επί του εν λόγω οικοπέδου, ότι δημιουργήθηκαν δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες ιδιοκτησίες, που περιγράφουν λεπτομερώς, ίσης επιφάνειας, με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 50%, ότι στην πρώτη από αυτές διαλαμβάνεται η ως άνω υπάρχουσα οικοδομή και η δεύτερη είναι ακάλυπτη.

Ότι με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, μεταβίβασαν στο δεύτερο των εναγομένων, τέκνο τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω γονικής παροχής, τη δεύτερη διακεκριμένη ακάλυπτη ιδιοκτησία. Ότι τότε, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το παραχώρησαν, με άτυπη γονική παροχή, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη θυγατέρα τους ΒΒ, που ήταν μνηστευμένη με τον πρώτο από αυτούς, με σκοπό τη στέγασή τους, μετά το γάμο τους, παραιτηθέντες από κάθε δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού.

Ότι αφού το επισκεύασαν με δαπάνες τους της θυγατέρας τους και του πρώτου ενάγοντος, που ανήλθαν σε 1.500.000 δραχμές και 6.000.000 δραχμές αντίστοιχα, από το έτος 1988 εγκαταστάθηκαν στο εν λόγω διαμερισμό, ότι ο γάμος τους τελέστηκε στις 29-10-1988 και ότι το χρησιμοποιούσαν έκτοτε και μέχρι τις 9-8-1994 ως οικογενειακή στέγη των ιδίων και του πρώτου των εναγόντων, τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 17-1-1989.

Ότι στις 9-8-1994 η ΒΒ πέθανε, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τον πρώτο των εναγόντων, σύζυγό της και από το δεύτερο από αυτούς, τέκνο τους, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, στους οποίος περιήλθε κατά τα εν λόγω ποσοστά το ως άνω διαμέρισμα και ότι έκτοτε το νέμονται, κατά τα ως άνω ποσοστά ο καθένας, μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Ότι ο ΑΑ και η πρώτη των εναγομένων, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Σπανοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν δήθεν λόγω πωλήσεως, στην πραγματικότητα όμως λόγω δωρεάς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στο δεύτερο των εναγόμενων και την πρώτη κάθετη ιδιοκτησία, επί της οποίας υπάρχει η οικοδομή με το διαμέρισμα που είχαν παραχωρήσει στη θυγατέρα τους κατά τον προαναφερθέντα τρόπο.

Ότι στις 19-5-1995 πέθανε και ο ΓΓ, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, πρώτη των εναγομένων, από το δεύτερο των εναγομένων, τέκνο του και από το δεύτερο των εναγόντων, εγγονό του, τέκνο της προαποβιωσάσης θυγατρός του, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο:

Ότι ο δεύτερος των εναγομένων, τον Ιούλιο του έτους 1995 ζήτησε την απόδοση του ως άνω διαμερίσματος από τον πρώτο των εναγόντων, ότι στη συνέχεια, με εξώδικό του: ισχυρίστηκε ότι καταγγέλλει την δήθεν σύμβαση χρησιδανείου που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους και ζήτησε την απόδοσή του, την οποία επεδίωξε και με αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που απορρίφθηκε.

Ότι η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του δευτέρου των εναγομένων επί του εν λόγω διαμερίσματος είναι καταχρηστική, διότι α) είχε δοθεί στη σύζυγο του πρώτου και μητέρα του δευτέρου από τους γονείς της με άτυπη γονική παροχή για την αποκατάστασή της, β) έκτακτα περιστατικά και συγκεκριμένα η ασθένεια του ανηλίκου τέκνου τους και πρώτου των εναγόντων (εγκεφαλική παράλυση, υπερτονία των άκρων, τετραπληγία) και η ασθένεια της συζύγου του το έτος 1993 (καρκίνος), συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατός της, εμπόδισαν την ολοκλήρωση και τυπικά της μεταβίβασης του ως άνω διαμερίσματος, γ) για επτά έτη οι γονείς της δεν αμφισβήτησαν την αιτία που το νέμονταν και το κατείχε, δ) δαπάνησαν για την ανακατασκευή του άνω των 6.000.000 δραχμών ο ίδιος και 1.500.000 δραχμών η σύζυγός του, που αντιστοιχεί στο 40% της αξίας του, χωρίς εναντίωση των γονέων της ή ένδειξη ότι διατηρούν δικαίωμα συγκυριότητας, ε) υπάρχει ένα ανάπηρο παιδί και θα έπρεπε να είχε τιμηθεί στο πρόσωπο του η θανούσα και στ) ότι ο δεύτερος των εναγομένων έλαβε από τους γονείς του όλη την περιούσια τους, η αξία της οποίας υπερβαίνει τα 250.000.000 δραχμές, ενώ η θυγατέρα τους και ο εγγονός τους δεν έλαβαν κανένα περιουσιακό στοιχείο.

Περαιτέρω εκθέτουν ότι ο ΑΑ και η πρώτη των εναγομένων, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου Χρήστου Σπανοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν στον εναγόμενο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δήθεν λόγω πωλήσεως, στην πραγματικότητα λόγω δωρεάς, τον περιγραφόμενο αγρό τους, που βρίσκεται στο ... .

Ότι μετά το έτος 1990 (στο δικόγραφο της αγωγής αναγράφεται 199, χωρίς να αναγράφεται το τελευταίο αριθμητικό ψηφίο) ο θανών δώρισε στο δεύτερο των εναγομένων, επιχείρηση εμπορίας ανθέων και φυτών, που διατηρούσε επί της ακάλυπτης κάθετης ιδιοκτησίας, που αποτελούνταν από θερμοκήπιο με μόνιμες εγκαταστάσεις και μεγάλο αριθμό φυτών και ανθέων, η αξία της οποίας ως σύνολο, δηλαδή εμπορευμάτων, εγκαταστάσεων, πελατείας και άϋλων αγαθών (φήμη, πίστη πελατεία) ανέρχονταν σε 30.000.000 δραχμές κατά το χρόνο της παροχής.

Ότι με τον τρόπο αυτό ο θανών μεταβίβασε εν ζωή όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στο δεύτερο των εναγομένων και ότι κατά το θάνατό του δεν υπήρχε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ότι η αξία του μεριδίου του: α) επί του ακινήτου που μεταβίβασε στο δεύτερο των εναγομένων, λόγω γονικής παροχής, το έτος 1987 ανέρχονταν, κατά το χρόνο της παροχής, στο ποσό των 29.500.000 δραχμών, β) επί του ακινήτου που μεταβίβασε στον ίδιον με το ως άνω υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, εικονικά λόγω πωλήσεως, στην πραγματικότητα λόγω δωρεάς, ανέρχονταν κατά το χρόνο της παροχής αλλά και του θανάτου του στο ποσό των 26.800.000 δραχμών, γ) επί του ακινήτου που μεταβίβασε στον ίδιον με το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο εικονικά λόγω πωλήσεως, στην πραγματικότητα λόγω δωρεάς, ανέρχονταν κατά το χρόνο της παροχής αλλά και του θανάτου του στο ποσό των 75.000.000 δραχμών.

Προστιθεμένης και της αξίας της επιχείρησης που είχε δωρίσει σ' αυτόν ήτοιτου ποσού των 30.000.000 δραχμών, η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που ο θανών δώρισε στο δεύτερο των εναγομένων ανέρχεται σε 161-300.000 {29.500, 000 + 26.800.000 + 75.000.000 + 30.000.000) δραχμές και η νόμιμη μοίρα του δευτέρου των εναγόντων ανηλίκου ανέρχεται στα 3/16 εξ αδιαιρέτου της εν λόγω πλασματικής κληρονομικής ομάδας.

Με βάση τ' ανωτέρω ζήτησαν, όπως παραδεκτώς περιόρισε ο δεύτερος των εναγόντων το σωρευόμενο στην τρίτη επικουρική βάση της αγωγής του αίτημα ανάληψης του ως άνω ποσοστού των 3/16 των δωρηθέντων, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης: Α) Αμφότεροι οι ενάγοντες να αναγνωριστεί: (α) ότι είναι συγκύριοι του ως άνω διαμερίσματος, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα (β) άλλως ότι η άσκηση από το δεύτερο των εναγομένων του δικαιώματός του της κυριότητας επί του εν λόγω διαμερίσματος είναι καταχρηστική.

Β) ο δεύτερος των εναγόντων, επικουρικώς να ανατραπούν η γονική παροχή; που έγινε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο και οι δωρεές, που υποκρύπτονται στις εικονικές πωλήσεις που έγιναν με τα υπ' αριθμ. ... και ... ως άνω συμβόλαια από το θανόντα προς το δεύτερο των εναγομένων, ως αστόργων σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του και να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να του μεταβιβάσει τα 3/16 εξ αδιαιρέτου καθενός των ως άνω ακινήτων".

Με το άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, ως προς τη βάση της από την έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση από τους ενάγοντες και του χρόνου νομής της άμεσης και των απωτέρω δικαιοπαρόχων τους, δεν είναι νόμιμη, διότι, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή (αγωγή) περιστατικά, το επίδικο δεν αποτελεί νομίμως συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά τμήμα της όλης οικοδομής και έτσι δεν μπορούσε να αποκτηθεί σ' αυτό, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, κυριότητα με χρησικτησία, πέραν του γεγονότος ότι ο χρόνος που επικαλούνται ότι το νεμήθηκαν η θανούσα και στη συνέχεια ο ίδιος (1987 έως 1997 ότε ασκήθηκε η αγωγή), δεν αρκεί για τη συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν μπορούν να συνυπολογίσουν στο χρόνο νομής τους και αυτόν των γονέων της θανούσας, διότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι οι κοινοί δικαιοπάροχοι αυτής και του εναγομένου.

Συνεπώς και το Εφετείο που έκρινε την αγωγή, κατά την πιο πάνω βάση της, ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 980, 981 και 994 του ΑΚ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 και70 ΚΠολΔ, του άρθρου 281 ΑΚ και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το να απορρίψει, ως απαράδεκτη, την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η άσκηση από τον καθ' ού του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου διαμερίσματος είναι καταχρηστική, με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν έχουν έννομο συμφέρον να προβάλουν την καταχρηστικότητα αυτή. Όμως οι αναιρεσείοντες, δεν εκθέτουν στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού τους, προκειμένου να κριθεί η νομική βασιμότητα αυτού και δεν αρκούν για τη θεμελίωσή του τα αναφερόμενα στην αναίρεση, ότι οι αναιρεσείοντες έχουν δικαίωμα προσδοκίας αποκτήσεως της κυριότητας επί του διαμερίσματος, εφ' όσον δεν έχει θεωρητικά παρέλθει ο χρόνος για την άσκηση νέας αγωγής μέμψεως των αστόργων δωρεών προς τον καθ' ού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της παρεχόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 329 και 1106 ΑΚ στον εναγόμενο με διεκδικητική αγωγή ένστασης επισχέσεως του πράγματος, έως ότου αυτός ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται, πρέπει να παρατίθενται, κατά τρόπο σαφή και με ακρίβεια κατά το είδος και το ύψος αυτών, ώστε να καταστεί δυνατή η άμυνα του ενάγοντος και η έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με ασφάλεια για την τύχη της ένστασης αυτής κατ' ουσία (βλ.

ΑΠ 1380/2004, 569/2000). Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος στην από 30-4-1997 αγωγή του Ψ, Χ1, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του, της πρώτης συζήτησης, ισχυρίστηκε ότι ως καλής πίστεως νομέας, προκειμένου να διατηρηθεί κατάλληλο το επίδικο διαμέρισμα για τακτική εκμετάλλευση, δαπάνησε τα εξής ποσά:

α) 1.500.000 δραχμές για αλλαγές ειδών υγιεινής, πλακιδίων τοίχων και πλακιδίων δαπέδων, β) 900.000 δραχμές για τοποθέτηση μηχανικής τέντας, γ) 425.000 δραχμές για τοποθέτηση κλιματιστικού μηχανήματος, δ) 450.000 δραχμές για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις με νέο πίνακα, ε) 350.000 δραχμές για επισκευές επιχρισμάτων, στ) 1.600.000 δραχμές για βαφή του διαμερίσματος εσωτερικά και εξωτερικά και ζ) 500.000 δραχμές για διαμόρφωση κήπου και εξωτερικού χώρου για στάθμευση αυτοκινήτου και προέβαλε την ένσταση επισχέσεως, έως ότου ο ενάγων του καταβάλει την ανωτέρω αποζημίωση για τις αναγκαίες αυτές δαπάνες.

Δεν προσδιορίζονται, όμως, τα στοιχεία, που είναι αναγκαία για τη διαδικαστική πληρότητα της ανωτέρω ενστάσεως και συγκεκριμένα, δεν περιγράφονται, λεπτομερώς, οι δαπάνες στις οποίες προέβη και ειδικότερα :α) το είδος, η ποσότητα, η ποιότητα και η επί μέρους δαπάνη για την αγορά των ειδών υγιεινής, των πλακιδίων τοίχων και των πλακιδίων δαπέδων και την τοποθέτησή τους, β) η ποιότητα και η επί μέρους δαπάνη για την αγορά τέντας και για την εργασία τοποθέτησής της, γ) η ποιότητα και η επί μέρους δαπάνη για την αγορά και τοποθέτηση του κλιματιστικού, δ) το είδος, η ποσότητα και η ποιότητα των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και του πίνακα καθώς και την επί μέρους δαπάνη για την αγορά και εργασία τοποθέτησής τους, ε) οι βλάβες των επιχρισμάτων και η έκτασή τους, τα υλικά και οι επί μέρους δαπάνες για την αγορά αυτών και για την εργασία αποκατάστασης, στ) η επιφάνεια των χώρων που εβάφησαν, το είδος, η ποιότητα, η ποσότητα και η επί μέρους δαπάνη για την αγορά των υλικών και για την εργασία βαφής και ζ) το είδος των εργασιών διαμόρφωσης του κήπου και του χώρου στάθμευσης και η επί μέρους δαπάνη για καθεμία.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε ομοίως, ήτοι ότι υφίσταται αοριστία της ανωτέρω ενστάσεως, ορθώς έκρινε και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του ιδίου άρθρου (559 ΚΠολΔ) αριθ 1 προβαλλόμενη αιτίαση, ο ίδιος λόγος ενέχει παντελή αοριστία και συνεπώς, είναι απαράδεκτος, διότι γίνεται μόνο ενάριθμη επίκληση της σχετικής πλημμέλειας, χωρίς να αναφέρονται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του στοιχεία.

ΙV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "περί του γεγονότος ότι μεταξύ των γονέων της συζύγου του ενάγοντος και αυτής καταρτίσθηκε σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου διαμερίσματος και δεν μετεβιβάσθηκε σ' αυτή η νομή του, το έτος 1988, λόγω άτυπης γονικής παροχής, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, για να στηρίξει την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος ένστασή του, καταθέτουν οι μάρτυρες του ενάγοντος οι καταθέσεις των οποίων κρίνονται πειστικές ενώ περί του αντιθέτου, ήτοι περί μεταβίβασης της νομής στη θυγατέρα τους, λόγω γονικής παροχής, καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου, δεν κρίνονται πειστικές.

Οι ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ενισχύονται από το γεγονός ότι οι γονείς της συζύγου του εναγομένου δεν τήρησαν την τυπική διαδικασία για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου σ' αυτή. Εάν πράγματι αυτοί ήθελαν να της το μεταβιβάσουν λόγω γονικής παροχής, θα είχαν προβεί στη σύσταση και οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής, τμήμα της οποίας αποτελεί αυτό και θα είχαν τηρήσει το νομικό τύπο της σύνταξης συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως τήρησαν και για την μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής στον ενάγοντα της προαναφερθείσας κάθετης ιδιοκτησίας το έτος 1987.

Δεν έπραξαν όμως τούτο, ούτε κατά το έτος αυτό, αλλά ούτε και. μεταγενέστερα, παρότι μέχρι το θάνατό της παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα". Οι κρίσεις αυτές του Εφετείου αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από τις αποδείξεις, καθώς και στην περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας τον τελευταίο κύριο είναι απαράδεκτος, διότι η υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, αφού οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται, αποκλειστικώς, σε κακή εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (άρθρ. 361 παρ. 1 ΚΠολΔ).

V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 2.604/2007 αποφάσεως του

Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ