Legislator Case Law & Legislation
1623/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of abuse of right and misreading of documents regarding lawyer fees.

Case Number 1623/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court ruling on lawyer fees. The appellant argued that the lower court misread documents to justify a fee calculation below statutory minimums, but the court found the documents were correctly interpreted. Consequently, the appeal was rejected as an abuse of right and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 294, 297, 299, 573, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The right to appeal is considered an abuse of right when exercised to overturn a situation created by the parties, and the ground of misreading documents is established only when the court assigns a content different from the actual document, not when it simply evaluates the content as read.

Keywords

AI generated
abuse of right misreading documents lawyer fees appeal procedure legal costs statutory minimums civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 281, 294, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1623 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μαρούλη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/ΕΓΜ 4/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2002 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2005 αίτησή του και τους από 10/3/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 9/5/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης από 11-5-2005 αίτησης του Ζαχαρία .....ούζου και των από 10-3-06 προσθέτων λόγων αυτού για αναίρεση της 125/2002 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσείων, όπως διαλαμβάνεται και στο δικόγραφο της κρινομένης αίτησης, με δήλωσή του, η οποία καταχωρήθηκε στα 23/22-2-2005 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της προηγουμένης από 9-7-2003 αίτησης για αναίρεση που είχε ασκήσει κατά της ίδιας απόφασης, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης. Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη (άρθρα 294, 297, 299 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία κατ΄ άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Κατ΄ ακολουθίαν παραδεκτώς ασκείται η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν έχει επιδοθεί, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλλου, η προσβαλλομένη απόφαση και δεν έχει παρέλθει η προθεσμία αναιρέσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π. 17/1995). Εξάλλου η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης, δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.

του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (Ολ. Α.Π. 33/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, δέχθηκε ότι: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε διατελέσει δικηγόρος της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης Τράπεζας επί μία 30ετία στο κατάστημα αυτής στην Άμφισσα με μηνιαία περιοδική αμοιβή.

Με το 6037/21-2-1995 έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης δόθηκε την 23-2-1995 η εντολή από το Διευθυντή της, ως εκπρόσωπό της, στον αναιρεσείοντα, δικηγόρο τότε του Δικηγορικού Συλλόγου ΄Αμφισσας, λόγω της μεγάλης εμπειρίας του στα νομικά θέματα που την αφορούσαν, να διεκπεραιώνει τις δικαστικές υποθέσεις της και να την εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, καθώς, επίσης, να της προσφέρει εξώδικες νομικές υπηρεσίες (έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας πελατών της για δανειοδοτήσεις, έλεγχο νομιμότητας και θεώρηση εγγραφής υποθήκης προς διασφάλιση δανείου, έλεγχο νομιμοποιητικών εγγράφων και γνωμοδοτήσεις επί νομικών θεμάτων, επιμέλεια ορθής σύνταξης και θεώρηση συμβάσεων μεταξύ της αναιρεσίβλητης και τρίτων και άλλα θέματα).

Ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την εντολή με τους όρους του ως άνω 6037/21-2-1995 εγγράφου, σύμφωνα με το οποίο θα αμειβόταν για τις δικαστικές ενέργειες σύμφωνα με τα κατώτατα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων και για τους ελέγχους τίτλων ιδιοκτησίας σύμφωνα με την 74/1994 εγκύκλιο διαταγή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας.

Περαιτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα παρά τα όσα είχαν καταχωρηθεί στο πιο πάνω 6037/1997 έγγραφό της, μετά από εισήγηση του Διευθυντή της, αποφάσισε στα πλαίσια της τήρησης ενιαίας πρακτικής για όλους τους δικηγόρους ανά την επικράτεια, να μη καταβάλει στον αναιρεσείοντα για αμοιβές τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων, αλλά να πληρώνει με βάση πινάκιο κατώτερες αμοιβές, όπως αυτές περιελήφθησαν αργότερα στην 18/28-12-1995 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, όπως ακριβώς, κατά τα προεκτεθέντα, είχε πράξει και με τις εξώδικες ενέργειες με την πιο πάνω 74/1994 εγκύκλιο διαταγή της.

Ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της απόφασης αυτής σε χρόνο πολύ πριν την έκδοση της πιο πάνω 18/28-12-1995 απόφασης απευθείας από τον Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα. Στην αντίδραση του αναιρεσείοντος για τη ρύθμιση αυτή, ο εν λόγω Διευθυντής δήλωσε σ΄ αυτόν ότι δεν είναι εφικτό να του υπολογίζεται η αμοιβή για τις δικαστικές ενέργειες, όπως είχε ορισθεί στο πιο πάνω έγγραφο της ανάθεσης της εντολής, διότι η Τράπεζα ακολουθεί ενιαίο μέτρο για όλους τους πληρεξούσιους δικηγόρους της ανά την επικράτεια.

Γι΄ αυτό του συστήθηκε να στέλνει ασυμπλήρωτες τις καταστάσεις ως προς τα αντίστοιχα ποσά για κάθε δικαστική ενέργεια που θα πραγματοποιεί και η κεντρική Νομική Υπηρεσία θα συμπληρώνει τα ποσά αυτά, επειδή ο τοπικός Διευθυντής της Τράπεζας αγνοούσε αυτά τα θέματα. Ότι ο αναιρεσείων δεν δήλωσε ότι με αυτούς τους όρους αρνείται να εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη Τράπεζα ενώπιον των δικαστηρίων ή ότι διακόπτει τη συνεργασία, αλλά συνέχισε την εκπροσώπηση, κυρίως σε δίκες που συνάπτονται με την εκτελεστική διαδικασία, την παράσταση δηλαδή κατά την εκδίκαση ανακοπών των πελατών της Τράπεζας κατά εκθέσεων αναγκαστικής κατασχέσεως ή πλειστηριασμού, και τη διάρρηξη καταδολιευτικών δικαιοπραξιών σκεπτόμενος, όμως, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, υστερόβουλα και πονηρά, ενόψει και της μετ΄ ολίγα έτη συνταξιοδότησής του, υπέβαλε, για μια περίπου πενταετία, καταστάσεις πληρωμής, μόνο για τις εξώδικες ενέργειες στις οποίες είχε προβεί κατά το αντίστοιχο διάστημα.

Παράλληλα εξέδιδε διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με την αιτιολογία "για παροχή υπηρεσιών ή παροχή νομικών υπηρεσιών από..... έως....", τις οποίες συνόδευε με ενυπόγραφη επιστολή του προς την Τράπεζα με στερεότυπο περιεχόμενο "ότι εισέπραξε την αμοιβή του από τον έλεγχο τίτλων για το διάστημα από ....

έως... τόσα χρήματα", δηλώνοντας ότι "δεν έχει ούτε διατηρεί καμμία αξίωση ή απαίτηση από προσφορές νομικών υπηρεσιών, σε κάθε δε περίπτωση παραιτείται ρητά από οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση". Ενόψει όλων αυτών, των προεκτεθέντων, το Εφετείο έκρινε ότι με την τακτική του αυτή ο αναιρεσείων και την απόκρυψη ότι πραγματοποίησε δικαστικές ενέργειες ή ότι διατηρεί αξίωση από αυτές με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στα όργανα της αναιρεσείβλητης Τράπεζας, ότι αποδέχθηκε τον πίνακα αμοιβών που η εργοδότιδα Τράπεζα καθόρισε για όλους τους πληρεξούσιους δικηγόρους και ότι οι όποιες επιδιώξεις του θα υπολογιστούν με αυτόν τον πίνακα αμοιβών και όχι εκείνον του Κώδικα Δικηγόρων, ήταν δε δικαιολογημένο να δημιουργηθεί και δημιουργήθηκε πράγματι αυτή η πεποίθηση στους νόμιμους εκπρόσωπους της αναιρεσίβλητης, όπως βάσιμα η τελευταία υποστηρίζει για τη θεμελίωση του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από μέρους του αναιρεσείοντος ισχυρισμού της, διότι ήδη ο τελευταίος είχε αποδεχθεί και εφάρμοζε την άλλη απόφαση για τις εξώδικες ενέργειες, με την οποία είχαν ορισθεί κατώτερα όρια αμοιβής από τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων.

Ότι δεν μπορούσε δηλαδή να εννοηθεί ότι για τις εξώδικες ενέργειες, οι οποίες ήταν πολυπληθέστερες των δικαστικών είχε δεχθεί να αμείβεται με βάση την απόφαση της Τράπεζας και για τις δικαστικές που ήταν ελάχιστες συγκριτικά για διάστημα 4,5 ετών (δέκα παραστάσεις στο Ειρηνοδικείο, έξι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, τρεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο, μία στο Εφετείο, σύνταξη τριών αγωγών, μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και μίας εφέσεως), να μη αποδέχεται το πινάκιο της Τράπεζας.

Εάν όμως πράγματι ήταν διάφορος η βούλησή του, να μην παρέχει δηλαδή, όπως είχε δικαίωμα, υπηρεσίες με τον πίνακα αμοιβών, όπως προσδιορίστηκε με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, έπρεπε να δηλώσει ευθέως στον τοπικό Διευθυντή του καταστήματος ή τον Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών, τον οποίο συχνά επισκεπτόταν, ότι δεν αποδέχεται τους όρους και ότι διακόπτει την περαιτέρω συνεργασία του με την Τράπεζα ή σε κάθε περίπτωση ότι θα συνεχίσει μόνο αν η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Το ότι φέρεται αυτό να δήλωσε στις ανωτέρω συναντήσεις του με τον Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών δεν αναιρεί τα προαναφερθέντα, αφού κατηγορηματικά του είχε τονισθεί από τον τελευταίο ότι είναι αδύνατο η αμοιβή να γίνεται με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και να στέλνει ασυμπλήρωτες τις καταστάσεις.

Είχε δε καθήκον, εφόσον δεν τον συνέφερε ή θεωρούσε πράγματι υποτιμητική τη μεταχείριση, να γνωστοποιήσει τυχόν άρνησή του, όχι μόνο επειδή για μια τριακονταετία στο παρελθόν η Τράπεζα τον εμπιστεύτηκε και τον απασχόλησε με πάγια αντιμισθία, αλλά και διότι όφειλε να ξεκαθαρίσει τη θέση του και να δώσει τα περιθώρια στους εκπροσώπους της να επιλέξουν συμφερότερους όρους εκπροσώπησης με την ανάθεση της διεκπεραίωσης των νομικών της υποθέσεων σε άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο από το Δικηγορικό σύλλογο της ΄Αμφισσας με πάγια αντιμισθία ή να μη υποστηρίξει δικαστικά υποθέσεις της, οι οποίες για την ίδια δεν θα είχαν κανένα οικονομικό αντίκρισμα, αλλά αντίθετα θα την επιβάρυναν με μεγάλα χρηματικά ποσά προς όφελος του αναιρεσείοντος και μόνο.

Ειδικότερα και ενδεικτικά αποδείχθηκε ότι για την υπόθεση αστικής φύσεως του πελάτη της Τράπεζας Λιανουλοπούλου, οφειλέτη της με 2.400.000.000 δραχμές, ο ενάγων - αναιρεσείων ζητεί ως αμοιβή το ποσό των 74.102.076 δραχμών, τη στιγμή κατά την οποία οι Βιομηχανικές εγκαταστάσεις που αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο τον οφειλέτη είχαν εκτιμηθεί στο ποσό των 32.850.000 δραχμών και το όφελος από την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού δεν θα υπερέβαινε για όλους τους πιστωτές του καθ΄ ου η εκτέλεση το εν λόγω ποσό των 32.850.000 δραχμών.

Τελικά σε εκπλειστηρίασμα 16,4 εκατομμυρίων δραχμών από τον πλειστηριασμό των εν λόγων εγκαταστάσεων η αναιρεσίβλητη Τράπεζα εισέπραξε για τόκους και κεφάλαιο μόλις 10.000.000 δραχμές και ο αναιρεσείων ζητεί επτά φορές περισσότερα από το ποσό αυτό για αμοιβή του. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι εκπρόσωποι της Τράπεζας, εάν δεν τους είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση, ότι η αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου ( αναιρεσείοντος θα υπολογιζόταν με βάση τους όρους που αυτή είχε θέσει, να ζητήσουν την παράστασή του, σε αυτές τις υποθέσεις, καταβάλλοντας εξ ιδίων (η Τράπεζα) ως αμοιβή σ΄ εκείνον 40.000.000 - 50.000.000 δραχμές, χωρίς να είναι η ίδια φιλανθρωπικό, αλλά πιστωτικό ίδρυμα, που εκπροσωπείται και χειρίζεται τα οικονομικά των μετόχων της και τους όρους της αγοράς.

Το Εφετείο, κατ΄ αποδοχή ως κατ΄ ουσίαν βάσιμης της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος να λάβει ως αμοιβή το ποσό των δραχμών 101.806.370, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων κατ΄ εξαίρεση εκείνων που ίσχυαν για όλους τους άλλους δικηγόρους που χρησιμοποιούσε η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ανά την επικράτεια για την διεκπεραίωση των δικαστικών της υποθέσεων και ενόψει του ότι εν τοις πράγμασι είχε αποδεχθεί την καταβολή της αμοιβής του και για τις δικαστικές ενέργειες με βάση το πινάκιο αμοιβής της Τράπεζας, αντιβαίνει προφανώς τα όρια, τα οποία τίθενται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Στη συνέχεια, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, υπολόγισε την αμοιβή του ενάγοντος με βάση το πινάκιο της αναιρεσίβλητης και έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδικάζοντας το ποσό των 1.816,19 Ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., καθόσον από τα ανελέγκτως γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά α) της επί μακρό χρόνο (30 ετών) συνεργασίας των διαδίκων, β) της επί μακρό χρόνο (4,5 ετών) συνεργασίας των διαδίκων με την ανάθεση δικαστικών υποθέσεων από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα με αμοιβή μικρότερη από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια, εφόσον η αμοιβή αυτή υπερβαίνει ορισμένο ποσό και ο αναιρεσείων δικηγόρος αποδέχθηκε εν τοις πράγμασι αυτοόν τον όρο της αναιρεσίβλητης για καταβολή της εν λόγω αμοιβής, δημιούργησε έτσι στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων δεν θα αξίωνε αμοιβή πέρα από την ανωτέρω, γ) της επί μακρό χρόνο μη δηλώσεως προς τους νόμιμους εκπρόσωπους της αναιρεσίβλητης αντίθετης βούλησης, ότι δηλαδή δεν αποδέχεται τον όρο αυτόν αμοιβής και ότι διακόπτει τη συνεργασία με την αναιρεσίβλητη ή ότι θα συνεχίσει τη συνεργασία υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, δ) των επαχθών οικονομικών συνεπειών για την αναιρεσίβλητη εξ αιτίας της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως ενόψει του παραπάνω ύψους της, και της δυνατότητας της αναιρεσίβλητης, αν δεν πίστευε στην τήρηση του όρου της καταβολής της αμοιβής για την ενέργεια δικαστικών υποθέσεων με βάση το πινάκιο αυτής, είτε να αναθέσει τις υποθέσεις σε άλλο δικηγόρο με τους ίδιους όρους ή να μη υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη ορισμένες υποθέσεις, οι οποίες για την ίδια δεν θα είχαν οικονομικό όφελος, η άσκηση της ένδικης αξιώσεως προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ΄ αντικειμενική κρίση, προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη (άρθρ. 281 Α.Κ.) οριζόμενα όρια.

Εξ άλλου με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τις παραπάνω επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτόν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του. Επομένως οι δύο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι (πρώτος και δεύτερος) αναίρεσης και (πρώτος και δεύτερος) του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρέωσης ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678 έως 681 Κ.Πολ.Δ.(διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας), ως εν προκειμένω, λαμβάνονται υπόψη (άρθρ. 671 και 681 ιδίου κώδικα) και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο με το οποίο δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ορίστηκε για τις δικαστικές ενέργειες κάτω από τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα 18/28-12-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία ορίσθηκε ότι για τις δικαστικές ενέργειες που θα πραγματοποιεί ο αναιρεσείων θα αμείβεται με βάση πινάκιο, όπως προεκτέθηκε, και όχι με βάση τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το εν λόγω έγγραφον είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και εντεύθεν είναι ληπτέο υπόψη κατά την άνω διαδικασία. Ο τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην, κατά την άνω διαδικασία εκδοθείσα, προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων σε σχέση με την 18/1995 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, στην οποία κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με το 6037/21-12-1995 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, με το οποίο, συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα αμείβεται για τις δικαστικές ενέργειες με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενον της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείον εξετίμησε ελευθέρως το αποδεικτικό τούτο μέσο ομού μετά των λοιπών.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο, κατ΄ αυτό τον τρόπο, παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ. Α.Π. 1/1999). Με τον από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πέμπτο λόγο της αναίρεσης και τρίτο του δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση παραμορφώσεως του περιεχομένου α) της 18/28-12-1995 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία καθορίστηκε η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου με βάση πινάκιο της Τράπεζας που ήταν μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, β) του 6037/21-2-1995 εγγράφου της Διεύθυνσης Νομικών της αναιρεσίβλητης, με βάση το οποίο δόθηκε η εντολή στον αναιρεσείοντα να εκπροσωπήσει την αναιρεσίβλητη ως πληρεξούσιος δικηγόρος ενώπιον των δικαστηρίων με αμοιβή, η οποία καθορίστηκε με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια και γ) των συνημμένων στο ανωτέρω 6037/21-2-1995 έγγραφο δύο δηλώσεων 1) ότι "αναλαμβάνω τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας των πελατών του καταστήματός σας με αμοιβή σύμφωνα με την εγκύκλιο 74/1994.....

και δηλώνω ρητά ότι παραιτούμαι οποιασδήποτε επί πλέον απαίτησής μου" και 2) ότι "Σας γνωρίζω ότι εισέπραξα την αμοιβή μου από τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας των πελατών σας για το μήνα..... δηλώνω δε ότι δεν έχων ούτε διατηρών καμμία αξίωση κατά της Α.Τ.Ε. από προσφορά νομικών υπηρεσιών σε κάθε δε περίπτωση, παραιτούμαι ρητά από οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση".

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με το προεκτεθέν περιεχόμενόν της, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά (και με συνεκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της αξιώσεως του αναιρεσείοντος προς καταβολήν αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια, παρίσταται καταχρηστική και επεδίκασε σε αυτόν αμοιβή με βάση το άνω πινάκιο.

Επομένως οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους κυρίως πλήττεται η προσβαλλομένη για την διαφορετική από την κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος εκτίμηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ΄ ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2005 αίτηση του .... και τους προσθέτους λόγους αυτού για αναίρεση της 125/2002 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στα τετρακόσια είκοσι (420) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ