Legislator Case Law & Legislation
1622/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal of usury claim, remanding case for retrial.

Case Number 1622/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding the inadmissibility of new claims in the second instance, ruling it violated Article 765 of the Civil Procedure Code. The court found the lower court erred by rejecting new arguments about usury and demanding excessive evidence beyond what the law requires. Consequently, the final judgment was annulled and the case remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 765, 269, 527 of the Civil Procedure Code; The second-instance court must accept new factual claims and evidence submitted by the parties, and cannot reject a usury claim merely because the debtor incurred excessive obligations without requiring additional proof of intent beyond the statutory elements.

Keywords

AI generated
usury claim second instance new claims Civil Procedure Code remand for retrial judicial review legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 765 of the Civil Procedure Code
Article 269 of the Civil Procedure Code
Article 527 of the Civil Procedure Code
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1622 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (Αθήνα) και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS", 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EOS MATRIX ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκπροσώπου, διαχειρίστριας και αντικλήτου της εδρεύουσας στη Γερμανία και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "EOS SECURISATION GMBH" και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και δ.τ. "DINERS CLUB", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Ρίζου, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5620/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-5-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023, ΑΠ 250/2023).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023, ....2023, ...2023, ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 31.5.2023 και με αρ. κατ. 58448/3150/2023 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στους δεύτερη έως και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (2.2.2024), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, πλην του πρώτου εξ αυτών, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από 31.5.2023 και με αρ. κατ. 58448/3150/2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5620/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.&Δ.)" κατά της υπ' αριθμ. 470/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, ερήμην των καθών η αίτηση 2ης, 3ης, 4ης, 6ης και 7ης εκ των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, περαιτέρω δε, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (31.5.2023), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), από τη δημοσίευση (31.5.2021) της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 5.12.2013 με αριθ.

έκθ. κατ. 1614/6.12.2013 αίτησή του κατά: 1) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", ήδη αναιρεσείοντος 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία: "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε". 4) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε., 5) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." 6) της ανώνυμης εμπορικής εταιρείας, με την επωνυμία "EOS MATRIX" ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, εκπροσώπου και διαχειρίστριας της εταιρείας "EOS SECURITISATION GMBH", με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη ρύθμιση αυτών από το Δικαστήριο, και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, κατά τα άρθρα 8 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως παρενέβη κυρίως η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η έβδομη αναιρεσίβλητη. Επί της αιτήσεως αυτής και της κυρίας παρεμβάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 470/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία δέχτηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Κατά της απόφασης αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 18.11.2014 και με αρ. έκθ. κατ. 111/19.11.2014) έφεσή του και τους πρόσθετους αυτής λόγους με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εναντίον των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Επί της εφέσεως αυτής και των προσθέτων λόγων της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5620/2021 η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία συνεκδικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτές, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση [εφόσον η ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 υποβλήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας στις 6.12.2013], ήτοι πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022).

Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο, και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου, του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α' Ν. 3869/2010 σε συνδ. και με το άρθρο 330 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον απέρριψε ως αόριστη, την παραδεκτώς (άρθρα 745 και 765 ΚΠολΔ) προβληθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με αυτοτελή πρόσθετο λόγο έφεσης, ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του οφειλέτη (δηλ.

άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ειδικότερα, με τον πρόσθετο λόγο έφεσης το αναιρεσείον προέβαλε ότι η ένδικη αίτηση του αιτούντος - πρώτου εφεσιβλήτου έπρεπε να απορριφθεί λόγω περιέλευσης αυτού σε αδυναμία πληρωμών λόγω δόλου, καθόσον αυτός έλαβε ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο την 8.4.2003 αρχικού κεφαλαίου 132.000 ευρώ και την 1.9.2004 ένα ενυπόθηκο επισκευαστικό αρχικού κεφαλαίου 36.222 ευρώ με έναρξη εξυπηρέτησης την 1.1.2005 έναντι του οποίου δεν κατέβαλε κανένα ποσό.

Ότι ενώ από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην εκκαλουμένη, προκύπτει ότι, ο πρώτος των καθ' ων, συμφώνησε με επτά πιστωτικά ιδρύματα την ανάληψη δανειακών προϊόντων συνολικού ύψους χρεών 219.567,86 ευρώ, εκ των οποίων μόνον δύο ήταν τα στεγαστικά δάνεια που ελήφθησαν από το Τ.Π.& Δανείων (αναιρεσείον), ενώ όλα τα υπόλοιπα ήταν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, οι οποίες επιβαρύνονταν με πολύ υψηλά επιτόκια, συγχρόνως δε από την από 5.4.2021 ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ, η οποία αφορά στο επισκευαστικό δάνειο που έλαβε αυτός από το Τ.Π.& Δανείων την 1.9.2004, αρχικού κεφαλαίου 36.222,00 ευρώ, ουδέν ποσό κατεβλήθη στο εν λόγω δάνειο από τον 7ο/2005 μέχρι και την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, με αποτέλεσμα κατά την ημερομηνία κατάθεσης αυτής, να υφίσταται ληξιπρόθεσμο χρέος ύψους 37.587,33 ευρώ, η δε μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την παύση των πληρωμών και την επιγενόμενη πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών του.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο αναφορικά με το ερευνώμενο ζήτημα της αοριστίας ή μη της με λόγο έφεσης προβληθείσης ένστασης, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης έφεσης το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) ισχυρίζεται ότι από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση του αιτούντος-πρώτου εφεσιβλήτου (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου), ενώ έπρεπε να την απορρίψει, λόγω περιέλευσης του τελευταίου σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών λόγω δόλου.

Ωστόσο... ο δεύτερος πρόσθετος λόγος τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον το εκκαλούν δεν είχε προτείνει -κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο- ισχυρισμό στηριζόμενο στην πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010. Διότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου ... κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει. Αλλ' έστω και αν στην εκούσια δικαιοδοσία μπορούν να προβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί στο εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις, ο ανωτέρω προτεινόμενος ισχυρισμός τυγχάνει αόριστος και απορριπτέος, αφού δεν αναφέρονται: (α) Τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, (β) ο χρόνος που τα συμφώνησε, γ) οι οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά τον χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή οι ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και ότι (δ) με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό".

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει την ως άνω ένσταση, το μεν ως απαραδέκτως προταθείσα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου παραβίασε την ειδική διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ, με την οποία στην εκούσια δικαιοδοσία ρητά προβλέπεται η δυνατότητα των διαδίκων να υποβάλουν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, όπως και να προσκομίσουν και νέα αποδεικτικά μέσα, χωρίς κανέναν περιορισμό στην κατ' έφεση δίκη, ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 2270/2014), το δε ως αόριστη δεχόμενο αφ' ενός μεν ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010 η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλέτη ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, διά του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, αφ' ετέρου δε με το να απαιτήσει προς τούτο επιπροσθέτως την αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης δολιότητας του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, που καλύπτεται από την εμβέλεια του γενομένου δεκτού κατά τα άνω. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019.

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5620/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και, Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ