Legislator Case Law & Legislation
1622/2018 AI generated

1622/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1622/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1622/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

Keywords

AI generated
public takeover bid expropriation costs public-law benefit administration contracts precautionary expropriation public expenditure
AI generated
431/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2015 αίτησή του.
386/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
973/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 9/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21681/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1958/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/8/2015 αίτησή του.
941/2019
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
1129/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή του ήδη αρχικού αναιρεσίβλητου, Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 18-9-2009 πρόσθετους λόγους του, με αριθμό κατ. 172/23-9-2009 και 177/25-9-2009.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1622 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1622/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλμυρού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 56 του ν. 3994/2011, στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.

Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.

Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.

Ο νομοθέτης πάντως εξόπλισε με το προνόμιο αυτό όλες τις εργασιακές απαιτήσεις από τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.ΑΠ 3/2011 και 22/2000).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα: "Με επίσπευση αρχικά της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και εν συνεχεία του καθού η ανακοπή ήδη αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του τελευταίου, ποσού 32.951 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, που του επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 14/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επιβλήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4756/2001 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Φ.

Κ., αναγκαστική κατάσχεση του κάτωθι ακινήτου, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον οφειλέτη-καθού η εκτέλεση Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "....", ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 600 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ..., μετά των εντός αυτού υπαρχόντων κτισμάτων. Επακολούθησε στις 27-9-2006 πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλμυρού Ε.

Κ., που ανέδειξε τελευταίους από κοινού υπερθεματιστές τους Χ. Τ. και Μ. Α., οι οποίοι κατέβαλαν εμπρόθεσμα το επιτευχθέν πλειστηριασμό, ποσού 65.005 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθμ 12306/27-9-2006 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της ανωτέρω συμβολαιογράφου, αναγγέλθηκε το ανακόπτον ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δια του προϊσταμένου της ΔΟΥ Αλμυρού, για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του, συνολικά 39.751,11 ευρώ κατά του καθού η εκτέλεση....

Η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω ανεπάρκειας του πλειοτηριάσματος, που επιτεύχθηκε, για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αρ. 12367/2006 πίνακα κατάταξης, αφαίρεσε το ποσό των 6.005,28 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως και εν συνεχεία κατέταξε τον καθού η ανακοπή προνομιακά και οριστικά για ποσό 58.999,72 ευρώ.

Συγκεκριμένα η υπάλληλος του πλειστηριασμού για έξοδα εκτελέσεως αφαίρεσε υπέρ του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό-καθού η ανακοπή το ποσό των 3.684,89 ευρώ και συγκεκριμένα: α) για τέλος εκδόσεως απογράφου το ποσό των 859 ευρώ, β) για έκδοση αντιγράφων εξ απογράφου, χαρτοσήμανση και επικύρωσή τους, αντιγραφικά δικαιώματα, σύνταξη και χαρτοσήμανση επιταγής προς πληρωμή, κοινοποίηση της επιταγής, νομική συμβουλή κ.λ.π.

το ποσό των 2.500 ευρώ, γ) για τόκους υπερημερίας από της επιδόσεως της επιταγής (7-3-2006) μέχρι την 27-11-2006 (ημέρα πιθανής τελεσιδικίας του πίνακα κατατάξεως) το ποσό των 267,20 ευρώ και δ) για τη σύνταξη παραγγελίας εκτελέσεως το ποσό των 58,69 ευρώ. Τα έξοδα εκτέλεσης, στα οποία προέβη ο επισπεύδων-καθού η ανακοπή προς το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών είναι τα εξής (....) και συνολικά το ποσό των 101,08 ευρώ.

Η υπάλληλος του πλειστηριασμού αφαίρεσε από το πλειστηριασμό το ποσό των 2.500 ευρώ, ενώ έπρεπε να αφαιρέσει το ποσό των 101,08 ευρώ, δηλαδή αυτή αφαίρεσε επιπλέον το ποσό των 2.398,92 ευρώ....

Συνεπώς το ως άνω ποσό των 2.398,92 ευρώ περιλαμβάνεται στα έξοδα εκτέλεσης και άρα δεν προαφαιρέθηκε νόμιμα από το πλειστηρίασμα. Επομένως ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος του πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος. Επίσης όπως προκύπτει από τη διάταξη του όρθρου 975 ΚΠολΔ στα έξοδα της εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται και οι τόκοι των εξόδων της εκτέλεσης και άρα προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα (I.

Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, έκδ. Β' τόμ. Β' άρθρο 975 παρ. 407, σ. 1077, σημ. 21, ΕφΠειρ 1226/1998 Αρμ 1999.1751). Επομένως το ποσό των 267,20 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους των εξόδων εκτέλεσης δεν αφαιρέθηκε νόμιμα από το πλειστηρίασμα και άρα πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής και ως προς δεύτερο σκέλος του.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω το ποσό που εδικαιούτο ο επισπεύδων-καθού για έξοδα εκτέλεσης ανέρχεται σε 960,08 ευρώ (859+101,08) και συνεπώς η υπάλληλος του πλειστηριασμού, καθό μέρος προαφαίρεσε από το πλειστηριασμό το ποσό των 2.724,81 ευρώ (3.684,8- 960,08) έσφαλε. Το ποσό αυτό έπρεπε να προστεθεί στο προς διανομή πλειστηρίασμα και σ' αυτό πρέπει να καταταγεί το ανακόπτον για την ικανοποίηση μέρους της ως άνω απαιτήσεώς του, καθώς μόνο αυτό ωφελείται, έστω και αν το προνόμιό του είναι ασθενέστερο από το προνόμιο του επισπεύδοντος...

Κατά συνέπειαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει το ανακόπτον. Περαιτέρω ...... με την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αρ. 14/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της υπ' αρ.

κατ. 54/2001 αγωγής του Γ. Α. (ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...." (καθού η εκτέλεση) και η οποία (απόφαση), κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατάταξης είχε καταστεί τελεσίδικη, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο ενάγων Γ. Α. στις 10-6-1969 προσλήφθηκε από το ως άνω εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου και έκτοτε προσέφερε τις άνω υπηρεσίες του στο τελευταίο μέχρι την 23-12-1997, οπότε, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το Ταμείο Σύνταξης και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος αποχώρησε εκουσίως από την υπηρεσία του, αφού είχε υποβάλει στο εναγόμενο την από 25-11-1997 αίτηση, η οποία έγινε αποδεκτή από το τελευταίο, για να συνταξιοδοτηθεί.

Η από 8-5-1997 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων όλης της Χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 13256/27-10-1997 (ΦΕΚ 993 τεύχος Β' της 7-11 1997) όριζε στο κεφ. Ε' παρ. II "Το προσωπικό των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων οιασδήποτε κατηγορίας και κλάδου, ανεξάρτητα από τον οργανισμό κύριας ασφαλίσεως, όπου είναι ασφαλισμένο, δύναται εφόσον συμπληρώνει τριακονταετή (30) συντάξιμη υπηρεσία και ηλικία 55 ετών, να αποχωρεί από την υπηρεσία του λαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή το 75% της από το Ν. 2112/1920 οριζόμενης αποζημιώσεως" και στο κεφ.

παρ. 1: "Όσοι από το προσωπικό των ΑΣΟ συμπληρώνουν 35 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας την 30ή Ιουνίου 1999 και ύστερα και επιθυμούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία πρόωρα με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1997, παίρνουν ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε, εφόσον έχουν τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις της παρούσας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (3ετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία και ηλικία 55 ετών) για να λάβουν το 75% της αποζημίωσης του Ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησής τους.

Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης χρειάζεται αίτηση του μισθωτού, η οποία θα υποβληθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μέχρι 31-10-1997 και αποδοχή της από το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της. Η έξοδος των εργαζομένων από την Οργάνωση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι 31-12-1997, άλλως η παραπάνω ευνοϊκή διάταξη δεν έχει εφαρμογή".

Με βάση τις παραπάνω διατάξεις της από 8-5-1997 ΣΣΕ ο τότε ενάγων Γ. Α. εδικαιούτο να λάβει, κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, ως αποζημίωση τις αποδοχές 24 μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης προσαυξημένες κατά την αναλογία των επιδομάτων εορτών και άδειας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 32.951 ευρώ. Το ποσό αυτό υποχρεώθηκε με την ως άνω απόφαση να καταβάλει ο εναγόμενος "...." στον τότε ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την 23-12-1997 και μέχρι την εξόφληση.

Η κατά τα ως άνω επιδικασθείσα απαίτηση του καθού η ανακοπή, ποσού 32.951 ευρώ, καθώς και η παρεπόμενη απαίτηση από τόκους, ποσού 38.646,97 ευρώ, προέρχεται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του, καθόσον οι παραπάνω διατάξεις της από 8-5-1997 ΣΣΕ ρητά παραπέμπουν για τον καθορισμό της αποζημιώσεως σε περίπτωση συνταξιοδότησης στο Ν. 2112/1920 (ΑΠ 526/2008) και ως εκ τούτου απολαμβάνουν του προνομίου του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ και δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετ' απόρριψη των σχετικών λόγων εφέσεως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που το Πρωτοδικείο είχε απορρίψει τους δεύτερο και τρίτο λόγους ανακοπής, με τους οποίους το αναιρεσείον αμφισβητούσε ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου προέρχεται από παροχή εξαρτημένης εργασίας και περαιτέρω ότι η απαίτησή του αυτή δεν απήλαυε του προνομίου του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον ήταν γεννημένη σε χρόνο πέραν της διετίας από τον χρόνο ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ, την οποία ορθώς εφήρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του αρκούντως σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεχόμενο ως αποδεικτικό πόρισμα ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, ποσού 32.951 ευρώ, καθώς και η παρεπόμενη απαίτηση από τόκους, ποσού 38.646,97 ευρώ, φέρει το χαρακτήρα αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του κατά το ν. 2112/1920, που απολαύει του σχετικού προνομίου, και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αμφότερα τα σκέλη του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 486/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο νυν

Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ