Legislator Case Law & Legislation
1622/2014 AI generated

1622/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1622/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1622/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Κ.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται διά του Υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να επιδίδονται και τα σχετικά δικόγραφα.

Keywords

AI generated
deprivation of existing use dedication to public use abandonment of expropriation downzoning impropriation of public property register of retention of title
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1622 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που εκπροσωπείται νόμιμα από την προϊσταμένη αυτής, κάτοικο Κέρκυρας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Χ. του Φ. και 2. Δ. Ν. του Γ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο μεν πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βενετία Παπαχρήστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο δε ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:263/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2010 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 15-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της κρινόμενης αίτησης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και να απορριφθούν ως προς το πρώτο αναιρεσείον όλοι οι λόγοι αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 2392/4-11-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Κέρκυρας ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αφού δε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Το άρθρο 556 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνον αν ήταν διάδικοι. 2.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Κ.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται διά του Υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να επιδίδονται και τα σχετικά δικόγραφα.

Στην περίπτωση όμως της εκδόσεως από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως δημοσίου κτήματος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 115 του από 11/12-1-1929 Π.Δ. "Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως ισχύει, του Β.Δ. 619/1965, των άρθρων 2, 5 παρ. 3 και 9 παρ. 1 Π.Δ. 551/1998 και του άρθρου 5 παρ. 4 Α.Ν. 263/1968 προκύπτει ότι η κατά του πρωτοκόλλου ασκουμένη ανακοπή επιδίδεται με ποινή ακυρότητας στον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας, ο οποίος εξέδωσε το πρωτόκολλο και ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το Δημόσιο και δεν απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (ΑΠ 1541/2004).

Από καμιά όμως διάταξη δεν προκύπτει, ότι περαιτέρω ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας εκπροσωπεί, αντί του Υπουργού των Οικονομικών, το Δημόσιο στη δίκη, η οποία διεξάγεται ύστερα από την άσκηση ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 14-4-2008 εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση, εκκαλούν ενώπιον του Εφετείου ήταν μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται να προσβάλει την απόφαση του Εφετείου με αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος ασκείται επ' ονόματι της Κτηματικής Υπηρεσίας της Κέρκυρας, η οποία μάλιστα δεν έχει νομική προσωπικότητα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφέρει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων ... καθώς και από όλα ... τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, ... μεταξύ των οποίων και οι ... ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων ...", δέχθηκε δε τα εξής: "Ο πρώτος ανακόπτων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου), εμβαδού 1.127,50 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κερκυραίων και συνορεύει ολόγυρα με ακίνητο ιδιοκτησίας Β. Α., με την εθνική οδό Κέρκυρας - Παλαιοκαστρίτσας και με αιγιαλό. Εντός του ακινήτου αυτού υπάρχουν μια ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 90 τ.μ. περίπου και μια ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 20 τ.μ.

περίπου. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του άνω ανακόπτοντος λόγω δωρεάς από τον πατέρα του, Φ. Χ. του Ν., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-10-1982 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αθανασίου Βραχλιώτη, πού μεταγράφηκε νόμιμα. Στον τελευταίο (δικαιοπάροχο του άνω ανακόπτοντος) το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του ν., μεταξύ αυτού και των αδελφών του (Σ., Δ., Γ.

και Α.), που έλαβε χώρα το έτος 1931. Στο ακίνητο αυτό, τόσο ο πρώτος ανακόπτων, όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας του ασκούσαν διανοία κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του και ειδικότερα το επέβλεπαν και το καλλιεργούσαν, φυτεύοντας σ' αυτό οπωροφόρα δένδρα.

Το έτος 1951 ο δικαιοπάροχος πατέρας του πρώτου ανακόπτοντος το περιέφραξε με πασσάλους και συρματόπλεγμα και ανήγειρε σ' αυτό, βάσει της υπ' αριθμ. .../20-9-1951 οικοδομικής άδειας, την προαναφερόμενη ισόγεια κατοικία στην οποία διέμενε έκτοτε με την οικογένεια του. Προσέτι, ο ίδιος δικαιοπάροχος του πρώτου ανακόπτοντος, το έτος 1978, βάσει της υπ' αριθμ. .../18-1-1978 οικοδομικής αδείας, προέβη σε επισκευή και εγκατάσταση ικριωμάτων στην ήδη υπάρχουσα οικία του.

Στην ίδια οικία διαμένει και ο 2ος ανακόπτων από το χρόνο δωρεάς σ' αυτόν του ακινήτου (1982), ο οποίος έλαβε κατά το έτος 1993 την υπ' αριθμ. .../6-4-1993 βεβαίωση νομιμότητας της πολεοδομίας Κέρκυρας -προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιήσει την υπάρχουσα οικοδομή ως κατάστημα, ενώ επιπλέον, βάσει της .../6-5-1994 οικοδομικής αδείας εγκατέστησε ικριώματα για την εκτέλεση εργασιών ανάσυρσης και επανατοποθέτησης των κεράμων της στέγης, επισκευής του σανιδώματος αυτής, επισκευής σποραδικών επιχρισμάτων, καθώς και διενέργειας υδροχρωματισμών.

Από τον Φεβρουάριο του έτους 1998 ο ως άνω ανακόπτων εκμίσθωσε το ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στο ακίνητο του καθώς και ακάλυπτο τμήμα του τελευταίου στον δεύτερο ανακόπτοντα, ο οποίος έκτοτε το χρησιμοποίησε για την επιχείρηση επισκευής και εμπορίας σκαφών θαλάσσης. Στις 16-9-2002, μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας Σ.

Π., τοπογράφο μηχανικό, διαπιστώθηκε, κατά τη συνταχθείσα συναφώς έκθεση του παραπάνω υπαλλήλου, ότι οι ανακόπτοντες κατέλαβαν τμήμα ζώνης αιγιαλού και τμήμα του Δημοσίου ακινήτου ΒΚ 504, εκτάσεως 396,10 τ.μ. υπό τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Α στο από 12-9-2002 τοπογραφικό της ως άνω υπηρεσίας που αποτελεί τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, το οποίο οριοθετείται ανατολικά και δυτικά με ζώνη αιγιαλού και δημόσιο ακίνητο ΒΚ 504, βόρεια με ζώνη αιγιαλού και νότια με το δημόσιο ακίνητο ΒΚ 504.

Με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ΚΥ/1298/6-9-2004 καθορίστηκε αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης τμήματος ζώνης αιγιαλού και τμήματος του άνω δημοσίου ακινήτου για τα έτη 2002-2003, συνολικού ποσού 12.504,87 ευρώ. Από τα ίδια, όμως, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πιθανολογήθηκε, ότι το επίδικο τμήμα του ακινήτου του 1ου εφεσίβλητου-ανακόπτοντος εμβαδού 396,10 τ.μ., ήταν ανέκαθεν τμήμα της ξηράς, που οριοθετείτο από τον αιγιαλό με τοιχίο ύψους ενός (1) μέτρου, εντός αυτού ο άνω ανακόπτων καλλιεργούσε διάφορα οπωροφόρα δένδρα και φύονται ευκάλυπτοι, ύψους άνω των 40 μέτρων.

Επιπλέον, δεν αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού και του δημοσίου κτήματος που προέκυψε από τις επιχωματώσεις της θάλασσας στα πλαίσια των έργων διαπλάτυνσης της Ε.Ο. Κέρκυρας-Παλαιοκαστρίτσας, δεδομένου ότι δεν βρεχόταν από τις μέγιστες, πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, κυρίως λόγω της υψομετρικής διαφοράς του αιγιαλού, που είναι ένα (1) μέτρο χαμηλότερα από το επίπεδο του ακινήτου και του γεγονότος, ότι στο σημείο εκείνο τα νερά της θάλασσας είναι ρηχά κατά τη διάρκεια του χειμώνα και αγγίζουν το τοιχίο, ενώ το καλοκαίρι αποτραβιούνται σε μήκος τουλάχιστον 50 μέτρων προς το εσωτερικό της (θάλασσας).

Για το λόγο αυτό, εξάλλου, και ακυρώθηκε το ΚΥ/1335 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, που εκδόθηκε το έτος 2002 από την Κτηματική Υπηρεσία του εκκαλούντος εις βάρος των εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων, με το οποίο αυτοί αποβλήθηκαν από την επίδικη έκταση, δυνάμει της 310/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη με την 287/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.

Το γεγονός ότι δυνάμει της 1053081/5056/17.07.2000 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 520/10.8.2000 τ.Δ', έχει γίνει χάραξη του αιγιαλού στην περιοχή, δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση, καθόσον, η ιδιότητα του Αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης, ...

η απόφαση δε αυτή της επιτροπής δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ο χαρακτήρας της επίδικης εκτάσεως ως αιγιαλού και συνακόλουθα η κυριότητα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτής και κατόπιν αυτού έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος εκ μέρους των εφεσιβλήτων, αφού δεν πιθανολογήθηκε κατάληψη και χρήση αυτής από τους τελευταίους, ενόψει δε του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί ομοίως απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την ως άνω γενική βεβαίωση του Εφετείου, ωστόσο, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες, για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων των ετών 1988 και 2000, βάσει των οποίων φέρεται ότι έγινε η χάραξη του αιγιαλού κατά τα έτη εκείνα.

Τα εν λόγω τοπογραφικά διαγράμματα επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον στη δευτεροβάθμια δίκη και έχουν αποδεικτική σημασία για το χαρακτηρισμό ως δημόσιας ή μη της επίδικης εκτάσεως, δεδομένου ότι το περιεχόμενο αυτών μπορεί να χρησιμεύσει στη συναγωγή τεκμηρίου για τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων με την ανακοπή ισχυρισμών, και ειδικότερα ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου συνόρευε με τη θάλασσα και βρεχόταν σε όλη του την έκταση από το χειμέριο κύμα, με αποτέλεσμα να αποτελεί αιγιαλό με τη φυσική έννοια του όρου, το δε υπόλοιπο αποτελούσε θαλάσσιο χώρο, που έγινε στέρεο έδαφος μετά από προσχώσεις που το ίδιο το Δημόσιο πραγματοποίησε στην περιοχή κατά τη διαπλάτυνση της εθνικής οδού Κέρκυρας - Παλαιοκαστρίτσας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 130/2010 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ