Supreme Court dismisses appeal against insurance company due to procedural absence and rejection of inadmissible appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and two individuals against a lower court ruling on a car accident liability case. The court found the insurance company procedurally absent during the hearing without proof of authorization, rendering the discussion inadmissible for them, while rejecting the appeal's substantive arguments regarding evidence. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the individuals and the insurance company was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1, 96 § 1, 104, 568 § 4, 576 §§ 1, 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 11 of the Code of Civil Procedure: An appellant is deemed legally absent if their authorized lawyer fails to appear at the hearing without proof of mandate, rendering the discussion inadmissible for them, while substantive appeal grounds are rejected if the lower court explicitly states it considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1622 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της Ασφαλιστικής επιχείρησης με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην …, της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευάγγελο Μάλλιο και κατέθεσε προτάσεις, 2. Γ. Σ. του Ε. και 3. Ε. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Σ. του Ζ. και 2.Ν. συζ. Ν. Σ. το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κοπανάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 4265/ΕΓα/292/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:409/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αναιρεσείοντες με την από 11-4-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 13-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 104, 568 § 4 και 576 § § 1, 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 3 του τελευταίου τούτου άρθρου ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και την προκειμένη υπόθεση (άρθρ. 98 § 1 Ν. 4139/2013), συνάγεται, ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση αυτή οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων αυτός θεωρείται δικονομικώς απών και η συζήτηση - σε περίπτωση απλής ομοδικίας - κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως.
Δεν εφαρμόζεται δε ως προς τον κατά τα άνω δικονομικώς απόντα αναιρεσείοντα η διάταξη του άρθρου 576 § 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Και τούτο διότι διαφορετικά θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως, ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1048/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η δεύτερη και ο τρίτος των αναιρεσειόντων Γ. Σ. του Ε. και Ε. Σ. του Γ., αντίστοιχα, δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτό κλήση προς συζήτηση αυτής, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται το νομίμως παριστάμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε αυτοδικαίως στη δικονομική θέση της πρώτης αρχικά αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Κατά Ζημιών", λόγω οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής (άρθρ. 25 § 4 Ν. 489/1976), σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. ...
και .../9.9.2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου …, που επίσης προσκομίζει και επικαλείται το ως άνω νομίμως παριστάμενο αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., προκύπτει ότι τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδουν και οι τρείς αναιρεσείοντες. Όμως, δεν αποδεικνύεται, ότι οι παραπάνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Ε.
Μάλλιο, ο οποίος υπογράφει την προς τον άνω δικαστικό επιμελητή παραγγελία για επίδοση στους αναιρεσίβλητους ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 24.2.2012, κατά την οποία αναβλήθηκε αυτή με επισημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για να επισπεύσει την συζήτηση αυτής (αναίρεσης).
Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει η συζήτηση της αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους θεωρούμενους δικονομικώς απόντες ως άνω δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους και να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτούς.-
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχοντα καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε η δεύτερη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υπέστη υλικές ζημιές το αυτοκίνητο επί του οποίου επέβαινε αυτή, ως συνεπιβάτης, και το οποίο ήταν συνιδιοκτησίας αυτής και του πρώτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ότι :
Στις 23.8.2004 και περί ώρα 17.45 η πρώτη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Γ. Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας αυτής και του δεύτερου εναγόμενου και ήδη τρίτου των αναιρεσειόντων Ε. Σ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία "EUROSTAR A.E.", εκινείτο επί της λεωφόρου Κνωσού, στο Ηράκλειο Κρήτης, με κατεύθυνση από το "Βενιζέλειο" νοσοκομείο προς το κέντρο του Ηρακλείου.
Η λεωφόρος αυτή, στο σημείο που συμβάλλεται με τις οδούς Εθνικής Αντιστάσεως, Σκεπετζή και Αλεξανδρείας (και υπάρχει ανισόπεδη γέφυρα) είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 6,40 μ. και παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ν.
Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας αυτού και της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και συζύγου αυτού Ν. Σ., η οποία επέβαινε στη θέση του συνοδηγού, κινείτο επί ετέρου τμήματος της ιδίας ως άνω λεωφόρου Κνωσού, με κατεύθυνση από το κέντρο του Ηρακλείου προς την οδό Σκεπετζή.
Το τμήμα αυτό της λεωφόρου Κνωσού, που συμβάλλεται με τις προαναφερόμενες οδούς Εθνικής Αντιστάσεως και Σκεπετζή, είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 5,30 μ., με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και παρουσιάζει ανωφέρεια με αριστερή στροφή. Στη διασταύρωση όλων αυτών των πιο πάνω οδών, η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος λειτουργούσαν κανονικά.
Όταν ο φωτεινός σηματοδότης για τα κινούμενα στο μονής κατεύθυνσης τμήμα της λεωφόρου Κνωσού οχήματα δείχνει πράσινο φως, ο φωτεινός σηματοδότης για τα κινούμενα στο έτερο τμήμα της διπλής κατεύθυνσης λεωφόρου Κνωσού οχήματα δείχνει ερυθρό φως και αντιστρόφως, πράγμα που - κατά τις παραδοχές της πληττομένης απόφασης - συνομολογείται από την τότε τρίτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία.
Ο πρώτος ενάγων - πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του προαναφερόμενο ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, φθάνοντας στην προαναφερθείσα διασταύρωση και έχοντας πρόθεση να την διασχίσει αριστερά και ακολούθως να εισέλθει στην πιο πάνω οδό Σκεπετζή, ακινητοποίησε το όχημά του πριν από αυτή, γιατί ο φωτεινός σηματοδότης, που υπήρχε στην πορεία του, έδειχνε κόκκινο σταθερό φως κυκλικής μορφής.
Μόλις η ένδειξη του σηματοδότη άλλαξε σε πράσινη, ξεκίνησε κανονικά, προκειμένου να συνεχίσει την προς τα αριστερά πορεία του. Την στιγμή που το αυτοκίνητό του είχε εισέλθει στην διασταύρωση με την οδό Εθνικής Αντιστάσεως και επιχειρούσε να διασχίσει το διπλής κατεύθυνσης τμήμα της λεωφόρου Κνωσού προς Ηράκλειο και να συνεχίσει προς την οδό Σκεπετζή, δέχθηκε σφοδρή πρόσκρουση στο μέσο πλάγιο δεξιό μέρος του από το εμπρόσθιο μέρος του πιο πάνω υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη (νυν δεύτερη αναιρεσείουσα) Γ. Σ., η οποία εισήλθε στη διασταύρωση επιχειρώντας να διασχίσει αυτή και να συνεχίσει την ευθεία πορεία της προς το κέντρο του Ηρακλείου, παραβιάζοντας το κόκκινο φως του σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία της επί του διπλής κατεύθυνσης τμήματος της λεωφόρου Κνωσού πριν τη διασταύρωση.
Λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης του τελευταίου αυτοκινήτου επί του οχήματος των εναγόντων, η μεν συνεπιβαίνουσα δεύτερη τούτων Ν. Σ. τραυματίστηκε σοβαρά, το δε αυτοκίνητο υπέστη ολική καταστροφή. Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω περιγραφή των συνθηκών της σύγκρουσης των εν λόγω οχημάτων, προβαίνει κατά τρόπο σαφή και λεπτομερειακό, στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των ισχυρισμών των διαδίκων και ιδιαίτερα εκείνων των εναγομένων, λαμβάνοντας υπόψη του και εκτιμώντας και τα υπ' αυτών (διαδίκων) κατατεθέντα κατά την γενομένη από την Τροχαία προανάκριση, με βάση τα οποία (αποδεικτικά στοιχεία) και οδηγήθηκε στις προπεριγραφείσες συνθήκες σύγκρουσης των οχημάτων.
Λαμβάνοντας δε υπόψη του το δικαστήριο εκείνο και τα διδάγματα της κοινής πείρας δέχθηκε ότι η σφοδρότητα της σύγκρουσης των οχημάτων οφείλεται στο ότι "...η πρώτη οδηγός πλησιάζοντας την επίμαχη διασταύρωση, είχε προφανώς αντιληφθεί ότι ο φωτεινός σηματοδότης είχε πορτοκαλί ένδειξη και επιτάχυνε την πορεία πιστεύοντας ότι θα προλάμβανε να διέλθει από τη διασταύρωση πριν την αλλαγή του σηματοδότη σε ερυθρό, ενόψει και του ότι η ίδια κατέθεσε προανακριτικά ότι βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, χωρίς να διακόψει την πορεία της προ της επίμαχης διασταύρωσης.
Όμως όταν έφθασε στο ύψος της διασταύρωσης, ο σηματοδότης είχε ήδη αποκτήσει ερυθρά ένδειξη, ενώ ο ευρισκόμενος επί της (μονής κατεύθυνσης) λεωφόρου Κνωσού πράσινη ένδειξη, που επέτρεπε στα σταματημένα προ αυτού οχήματα, όπως των εναγόντων, να εκκινήσουν". Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος "..είναι η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη, οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, ενώ όφειλε, φθάνοντας στον προαναφερόμενο ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση), να διακόψει την πορεία της πριν από το φωτεινό σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως για τα κινούμενα με τη δική της κατεύθυνση οχήματα και να αναμείνει την αφή της πράσινης ένδειξης του σηματοδότη, δεν έπραξε τούτο αλλά συνέχισε την πορεία της, με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε να επιπέσει με σφοδρότητα επί του κανονικά κινουμένου επί του κόμβου αυτοκινήτου των εναγόντων (εκκαλούντων) και έτσι να προκληθεί η ένδικη σύγκρουση (άρθρα 6 παρ. 1β, 26 παρ. 1,4 ν. 2696/1999)".
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο, με σαφή και αναλυτική αιτιολογία, ότι ουδεμία συνυπαιτιότητα αποδείχθηκε ότι είχε στην επέλευση του επιμάχου ατυχήματος ο πρώτος ενάγων (νυν πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι δεν αποδείχθηκε ότι στην έκταση του τραυματισμού της δεύτερης ενάγουσας (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα αυτής, λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας.
Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ήσαν απορριπτέες ως αβάσιμες κατ' ουσία οι προβληθείσες και από την τρίτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ενστάσεις α) περί συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, και β) περί συνυπαιτιότητας της δεύτερης των εναγόντων στην επέλευση του τραυματισμού της και ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή των νυν αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη και κατ' ουσία.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ, εξάλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως προς το ζήτημα της (αποκλειστικής) υπαιτιότητας της πρώτης των εναγομένων - νυν δεύτερης αναιρεσείουσας, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της (έλλειψης) υπαιτιότητας του ενάγοντα οδηγού - νυν πρώτου αναιρεσίβλητου.
Δεν υπέπεσε, επομένως, στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια και οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος (κατά το σκέλος τους της προσαπτόμενης πλημμέλειας εκ των άνω αριθμών του προαναφερόμενου άρθρου Κ.Πολ.Δ.) και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το σκέλος τους που αυτοί τείνουν να θεμελιωθούν επί της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφερθέντες με λόγους έφεσης ενώπιον αυτού (Εφετείου) ισχυρισμούς περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντα οδηγού, για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το ως άνω σκέλος του) και περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - συνοδηγού στην πρόκληση και έκταση του τραυματισμού της, λόγω παράλειψης χρήσης της ζώνης ασφαλείας (τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος της προαναφερόμενης πλημμέλειας).
Ο δεύτερος αυτός λόγος,, κατά το μέρος που η αιτίαση αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντα - νυν πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της βάσης της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτής περί υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και επομένως δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Ο ίδιος αυτός δεύτερος λόγος και ο τρίτος, κατά το σκέλος τους κατά το οποίο οι αιτιάσεις αναφέρονται στη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού (ένστασης) περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (οδηγού και συνεπιβαίνουσας) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι κατ' ουσία και μάλιστα με αναλυτική αιτιολογία.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται επίσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για λήψη υπόψη μη προταθέντος ισχυρισμού, ο οποίος, κατά την άποψη της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας συνιστά αντένσταση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.
επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεων της ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ο προβληθείς από αυτήν ισχυρισμός ότι έφερε ζώνη ασφαλείας και ότι σε κάθε περίπτωση αυτή, λόγω του είδους της σύγκρουσης, δεν ήταν δυνατόν να προσφέρει και δεν πρόσφερε για την αποτροπή του τραυματισμού της, συνιστά άρνηση στην προταθείσα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος αυτής (ενάγουσας) στην επέλευση του τραυματισμού της και όχι αντένσταση και κατά συνέπεια δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.- IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια, ότι επιδικάζοντας με την πληττόμενη απόφασή του στην δεύτερη ενάγουσα - ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 12.000 ευρώ, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ως "χρηματική παροχή", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη, λόγω του ότι - κατά την άποψη της πρώτης αναιρεσείουσας - το ποσό αυτό φέρει τον χαρακτήρα "αποζημίωσης" και του ότι περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του εάν συντρέχουν περιστατικά πέραν εκείνων που απαιτούνται για την θεμελίωση της αξίωσης από τα άρθρα 929 και 932 Α.Κ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, επί του ζητήματος τούτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "κατά τη σύγκρουση τραυματίστηκε η δεύτερη ενάγουσα, συνεπιβάτης, αιτία για την οποία αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε ως πολυτραυματίας στο "Βενιζέλειο" Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου διαπιστώθηκαν οι αμέσως προαναφερόμενες βλάβες, οπότε και εισήχθη στο χειρουργείο για λαπαροτομία (απολίνωση επίσημου αγγείου στον προκυστικό χώρο) και εξωτερική οστεοσύνθεση στο δεξιό μηριαίο, όπου και υποβλήθηκε στην χειρουργική αυτή επέμβαση.
Στο ως άνω νοσοκομείο παρέμεινε νοσηλευόμενη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας το διάστημα από 23.8.2004 μέχρι και 2.9.2004, οπότε και μεταφέρθηκε σε θάλαμο της χειρουργικής κλινικής αυτού μέχρι τις 7.9.2004, όταν και εξήλθε, με συστάσεις από τους θεράποντες ιατρούς της, προκειμένου να αποφύγει δυσκαμψία στο δεξιό σκέλος, να υποβληθεί σε τριάντα φυσικοθεραπείες κατ' οίκον.
Όμως, η μετεγχειρητική πορεία της άνω σωματικής βλάβης δεν εξελίχθηκε ομαλά και σε νέα επανεξέταση αυτής στις 16.2.2005 στο αυτό ως άνω νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού γόνατος .... ενώ στις 11.3.2005 σε άλλη εξέτασή της στο ίδιο νοσοκομείο διαπιστώθηκε διαπύηση της οπής της περιφερικής βελόνας (συρίγγιο) και προς αντιμετώπισή της χορηγήθηκε θεραπεία με αντιβίωση.
Ενόψει του ότι και πάλι η κατάσταση της υγείας της δεύτερης ενάγουσας δεν βελτιώθηκε, καίτοι είχε παρέλθει ικανό διάστημα ήτοι επτά και πλέον μηνών από τον τραυματισμό της, αναγκάσθηκε να επισκεφθεί το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου μετά την εξέτασή της στην Ορθοπεδική Κλινική αυτού στις 17.5.2005 διαγνώστηκε από τους ιατρούς φλεγμονή μηριαίου, αιτία για την οποία εισήχθη εκτάκτως στο χειρουργείο όπου και υποβλήθηκε χειρουργικά σε καθαρισμό του συριγγίου και αφαίρεση του προσβεβλημένου φλοιού με δημιουργία οστεϊκού παραθύρου, παρέμεινε δε νοσηλευόμενη μέχρι τις 22.6.2005, όταν και εξήλθε με συστάσεις των ιατρών να λαμβάνει αντιπηκτική αγωγή για τις τέσσερις επόμενες εβδομάδες, να βαδίζει με βακτηρίες αγκώνος και με μερική φόρτιση.
Συνεπεία του ως άνω τραυματισμού της στο επίδικο ατύχημα, το δεξιό της σκέλος παρουσίασε βράχυνση και της συστήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς της να χρησιμοποιεί ειδικό ορθοπεδικό υπόδημα με εξωτερική ανύψωση οκτώ (8) mm, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 25.1.2006 ιατρική γνωμάτευση των ιατρών της Ορθοπεδικής Κλινικής του Βενιζέλειου Νοσοκομείου.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ…/2007 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Ηρακλείου, κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 35% εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού της. Μετά τον τραυματισμό της και τη συνεπεία τούτου αναπηρία της (ποσοστό 35%), κατά τα ως άνω, με τις απότοκες συνέπειές της, ήτοι χρήση ειδικών ορθοπεδικών υποδημάτων λόγω βράχυνσης του δεξιού σκέλους της κατά 8 mm, κατέστη ανίκανη να ανταποκριθεί στην εργασία της για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών περίπου μετά το ατύχημα αλλά και αδυνατεί ισοβίως να προβεί σε δραστηριότητες που προκαλούν κόπωση (ορθοστασία κλπ) και ως εκ τούτου η αναπηρία της αυτή θα έχει δυσμενή επίδραση στον επαγγελματικό της τομέα, καθόσον κατέστη πλέον ανίκανη προς άσκηση όχι μόνον της ως άνω εργασίας της, αλλά και οποιουδήποτε άλλου βιοποριστικού επαγγέλματος αναλόγου των προσόντων της βάσει των επαγγελματικών της προοπτικών, καθώς δεν διαθέτει τυπικά προσόντα προς άσκηση άλλης εργασίας, ούτε γνωρίζει κάποια τέχνη.
Πλέον τούτων, η ως άνω αναπηρία της επέδρασε και θα επιδράσει δυσμενώς και στο μέλλον στην κοινωνική και προσωπική ζωή της δεύτερης ενάγουσας, που ήταν κοινωνικό και δημιουργικό άτομο.
Συνεπώς, συντρέχουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προϋποθέσεις του άρθρου 931 ΑΚ, και η τελευταία (δεύτερη ενάγουσα) δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό χρηματική παροχή, που πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, που κρίνεται εύλογο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ, εξάλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης.
Δεν υπέπεσε, επομένως, στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με τους πέμπτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.- V.- Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής).
Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του, μη υπερβαίνουσα τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δε ως άνω προσδιοριστικοί παράγοντες αποτελούν μέσα, με βάση τα οποία το δικαστήριο καταλήγει στον προσδιορισμό του ποσού και όχι στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ώστε εάν αυτοί δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια να τίθεται θέμα ανεπάρκειας αιτιολογίας (ΑΠ 1255/2007, ΑΠ 1644/2006).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 § 1 εδ. δ' του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), η ευθεία δε επίκλησή της, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.
ΑΠ 6/2009, ΑΠ 1255/2007). Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ και το άρθρο 25 του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), εκ του ότι τα επιδικασθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ποσά, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 1.500 ευρώ στον ενάγοντα και 50.000 ευρώ στην ενάγουσα, είναι υπέρμετρα υψηλά, κατά την άποψη της πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.- VI.- Στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του παθόντος, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για την φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, το έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την ως άνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντα κατά του υποχρέου, διότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 930 § 3 Α.Κ., η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος.
Τέτοιο συγγενικό πρόσωπο, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, μπορεί να είναι και ο σύζυγος ή η πεθερά.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες των συγγενικών προσώπων προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν καταβάλει κανένα τέτοιο ποσό στα συγγενικά πρόσωπα, τα οποία με υπερένταση ενίοτε των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους ασχολούνται με την φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του τραυματισθέντος.- Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η παθούσα - ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει, ως αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, για την φροντίδα και εξυπηρέτηση αυτής, κατά τις νυκτερινές ώρες, των χρονικών διαστημάτων που νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο και αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, έστω και αν δεν κατέβαλε τέτοιο ποσό στον σύζυγό της και στην πεθερά της, οι οποίοι, με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, παρείχαν στην ενάγουσα τις πρόσθετες αυτές υπηρεσίες και στη συνέχεια, με επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ως αποδειχθέν το αιτούμενο για την αιτία αυτή κονδύλιο.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, την ως άνω διάταξη του άρθρου 930 ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. όγδοο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- VII.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη.
Τα πιο πάνω βέβαια, δεν του αποκλείουν το δικαίωμα να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικλήθηκαν και προσκομίσθηκαν νόμιμα.
H παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων του δικαστηρίου, είτε με την μορφή της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, είτε με την μορφή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.
γ' του Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσκομισθέντα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 6.9.2004 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε. Φ., β) την από 6.9.2004 προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος Α.
Π., γ) την έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Ηρακλείου και δ) την από 28.9.2004 προανακριτική κατάθεση του Γ. Σ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του εναγομένου - νυν αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής (εφετειακής απόφασης), προκύπτει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα, για το τρίτο μάλιστα των οποίων (έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας) γίνεται ρητή μνεία στην β' σελίδα του 4ου και στην α' σελίδα του 6ου φύλλου της απόφασης.
Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς το πρώτο των αναιρεσειόντων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της αρχικώς αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Κατά Ζημιών" και να καταδικασθεί το εν λόγω αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.
στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 11.4.2011 και με αριθμό κατάθεσης 23/2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 317/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων, ως προς τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων Γ. Σ. του Ε. και Ε. Σ. του Γ., αντίστοιχα.-
Χωρίζει την υπόθεση ως προς το πρώτο των αναιρεσειόντων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της αρχικώς αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Κατά Ζημιών".-
Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση ως προς το προαναφερόμενο πρώτο των αναιρεσειόντων Ν.Π.Ι.Δ. - Και
Καταδικάζει το ως άνω αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ