Legislator Case Law & Legislation
1622/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds and inadmissible claims regarding bank investment losses.

Case Number 1622/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a bank investment dispute. The appellants argued for a retrial based on alleged illegal acts by bank staff and financial losses, but the court found their grounds vague and unsupported by evidence. The court ruled that the lower court adequately addressed the claims and that the appeal's substantive issues fell outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1), 118(4), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must be clearly stated and specific; vague references or claims falling outside the scope of appellate review result in dismissal.

Keywords

AI generated
vague grounds appeal inadmissible appeal scope of appellate review procedural dismissal bank investment dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 566(1), 118(4), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1622 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Τ. του Φ., 2, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, 2. Μ. Τ. του Κ. και 3. Μ. - Ν. Τ. του Κ., κατοίκων ομοίως, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μαυροειδή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (ΣΑΐΠΡΟΥΣ ΠΟΠΙΟΥΛΑΡ ΜΠΑΝΚ ΠΑΜΠΛΙΚ ΚΟ ΛΤΔ) που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" και έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα (με την εμπορική επωνυμία / διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν της διασυνοριακής συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" από την "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαρτίου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19515/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2176/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ. 4 και 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στην αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, που συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Διαφορετικά το δικόγραφο της αναιρέσεως είναι αόριστο, η αοριστία δε αυτή δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που ασκείται εκ μέρους της τρίτης αναιρεσείουσας Μ. Τ. ως προς την οποία είχε απορριφθεί η εκ μέρους της ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθ' όσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν διαλαμβάνεται κάποιος νόμιμος λόγος αναιρέσεως, και ούτε βεβαίως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε πλημμέλεια σχετικά με την απόρριψη της εφέσεως ως προς την αναιρεσείουσα αυτή.

Κατά τη διάταξη άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάση των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, έστω και αν συνδέονται με διδάγματα της κοινής πείρας, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2176/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσείων), έμπορος κατ' επάγγελμα, είχε συνεργασία με την πρώτη εναγομένη Τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη) και συγκεκριμένα με το υποκατάστημα αυτής στην Επτάλοφο Θεσσαλονίκης, όπου και διεκπεραίωνε όλες τις συναλλαγές του και είχε ανοίξει όλους τους λογαριασμούς που διακινούσε (εννέα συνολικά).

Στο ως άνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, (1997), υπηρετούσαν ως υπάλληλοι αυτής, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων (δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη). Το Σεπτέμβριο του έτους 1997 και μετά προτροπή του αρμόδιου υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης Π. Κ., ο οποίος απασχολούνταν σε θέση εξυπηρέτησης πελατείας στο ως άνω υποκατάστημα αυτής, ο πρώτος ενάγων πείσθηκε να συμμετάσχει σε ασφαλιστικά προγράμματα ασφάλισης ζωής, αποταμιευτικού χαρακτήρα, της ασφαλιστικής εταιρίας "SCOLPIFE", την οποία εταιρία πρακτόρευε η πρώτη εναγομένη.

Ειδικότερα, την 30-9-1997 ο πρώτος ενάγων κατήρτισε για λογαριασμό της ανήλικης τότε θυγατέρας του, δεύτερης ενάγουσας (δεύτερης αναιρεσείουσας), το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, δεκαπενταετούς διάρκειας, με μηνιαίο ασφάλιστρο 250.000 δραχμές, ενώ την 19-1-1998 ο ίδιος προέβη στην κατάρτιση, για δικό του λογαριασμό, με την προαναφερόμενη εταιρία του υπ' αριθ. ...

ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, δεκαετούς διάρκειας, με μηνιαία ασφάλιστρα 500.000 δραχμές. Σημειωτέον ότι ο πρώτος ενάγων συμφώνησε με την ασφαλιστική εταιρία αμφότερα τα ασφαλιστήρια αυτά συμβόλαια θα πληρώνονταν με αυτόματη ανάληψη από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στο άνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης, προϋπογράφοντας για έκαστο από αυτά αντίστοιχη αίτηση συμμετοχής, όπου αναφέρονταν ο τρόπος αυτός πληρωμής.

Επίσης σε αμφότερα τα ασφαλιστήρια αυτά συμβόλαια που εξέδωσε η ασφαλιστική εταιρία, ρητά αναφέρεται στο τέταρτο άρθρο των γενικών όρων ότι το ασφαλιστήριο και κάθε πρόσθετη πράξη ισχύουν, από την ημερομηνία έναρξης που αναφέρεται σ' αυτά και εφόσον έχουν καταβληθεί τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι για μεν το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που κατήρτισε ο πρώτος ενάγων για λογαριασμό της ανήλικης τότε θυγατέρας του, δεύτερης ενάγουσας, κατέβαλε ασφάλιστρα μέχρι την 10-8-1998 και συγκεκριμένα εννέα δόσεις, συνολικού ποσού 2.314.240 δραχμών, εκ των οποίων η πρώτη ποσού 266.240 δραχμών και εκάστη των λοιπών 256.000 δραχμών, για δε το δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που αφορούσε τον ίδιο, κατέβαλε ασφάλιστρα μέχρι την 14-4-1998 και συγκεκριμένα τέσσερις δόσεις, συνολικού ποσού 2.058.240 δραχμών, εκ των οποίων η πρώτη ποσού 522.240 δραχμών και εκάστη των λοιπών 512.000 δραχμών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ασφαλιστική εταιρία "SCOLPIFE", με το από 18-9-2000 έγγραφό της γνωστοποίησε στον πρώτο ενάγοντα ότι προέβη στην ακύρωση συμβολαίων αυτών κατόπιν αιτήσεων, που υπέβαλε ο ίδιος την 10-3-1999 προς αυτήν, για έκαστο από αυτά, δυνάμει των οποίων ζητούσε να σταματήσουν άμεσα οι αναλήψεις των ασφαλίστρων.

Στις αιτήσεις αυτές, αντίγραφα των οποίων προσκομίζουν οι ενάγοντες, συνημμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Π. Τ., που διενεργήθηκε με δική τους μέριμνα την 9-9-2003, υπάρχει η υπογραφή του πρώτου ενάγοντα και βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής αυτού από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.

Ο πρώτος ενάγων αρνείται βέβαια ότι έθεσε ο ίδιος την υπογραφή του σ' αυτές, ζητώντας την ακύρωση των συμβολαίων, καθώς τόσο ο ίδιος, όσο και η δεύτερη ενάγουσα ισχυρίζονται ότι δεν είχαν λόγους να προβούν σε τέτοια ακύρωση. Ο ανωτέρω γραφολόγος κατά τη συνταχθείσα γνωμάτευσή του κατέληξε, κατά υψηλή πιθανολόγηση, χωρίς να χρησιμοποιηθεί βαθμός βεβαιότητας, ελλείψει των πρωτοτύπων εγγράφων, όπως αναφέρει σ' αυτή, ότι δεν τέθηκαν από τον πρώτο ενάγοντα, αλλά ούτε και από τη σύζυγό του, Ν.

Τ., οι υπογραφές κάτω από την ένδειξη "Ο αιτών", και στις δύο αιτήσεις, καθώς και ότι οι υπό κρίση υπογραφές δεν εντάσσονται στην υπογραφική συνήθεια των ανωτέρω προσώπων. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι ο πρώτος από αυτούς σε επαφή που είχε με τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης Κ., ο τελευταίος τους απάντησε ότι "εμείς υπογράψαμε τις αιτήσεις διακοπής των ασφαλιστικών συμβολαίων για το καλό σου, διευκρινίζοντας ότι εννοούσε τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων ...", πλην όμως ο ίδιος αυτός υπάλληλος σε γραπτό υπόμνημα που κατέθεσε την 22-6-2004, ενώπιον του ΙΑ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια διενεργούμενης αρχικά προανάκρισης και ακολούθως κύριας ανάκρισης μετά την υπ' αριθ. 2004 εγχ/186 έγκληση που υπέβαλε ο πρώτος ενάγων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, καταγγέλοντας την πράξη αυτή ως και την πράξη της πλαστογραφίας και ανάληψης από τον λογαριασμό του ποσού 45.000.000 δραχμών, που θα εκτεθεί κατωτέρω, αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, τονίζοντας ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε τα παραπάνω, ούτε ότι μεταφέρθηκαν τα συμβόλαιά του σε άλλη εταιρία, αλλά ότι αντιθέτως ο ενάγων ενδιαφέρθηκε και συνήψε αργότερα άλλο συμβόλαιο για λογαριασμό της άλλης θυγατέρας του, Μ., στην εταιρία "ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΛΑΪΦ", με μηνιαίο ασφάλιστρο 250.000 δραχμών, τόνισε μάλιστα ότι δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του, από τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, γινόταν αυτόματα οι καταβολές των ασφαλίστρων, προκειμένου να καλυφθούν αυτά (ασφάλιστρα), έχοντας αυτό ως αποτέλεσμα την ακύρωσή τους.

Το γεγονός δε αυτό αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους από 20-11-1997 αντίγραφο της έγγραφης σύμβασης ενεχυρίασης τραπεζικής κατάθεσης, την οποία συνήψε στη ..., κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, η πρώτη εναγομένη με τον πρώτο ενάγοντα. Ειδικότερα στο δεύτερο όρο της σύμβασης αυτής ορίζεται ότι "το υπόλοιπο της τραπεζικής κατάθεσης, η οποία ενεχυριάζεται με την παρούσα υπέρ της τράπεζας, ανέρχεται σήμερα (20-11-1997) στο ποσό των 5.478.713 δραχμών, τηρείται στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό ταμιευτηρίου του καταστήματος Επταλόφου της τράπεζας" και στον τέταρτο όρο ορίζεται ότι "το ποσό μέχρι του οποίου συνιστάται το ενέχυρο επί της κατάθεσης ανέρχεται σε 2.200.000 δραχμών". Ο λογαριασμός αυτός είναι ο ίδιος μ' αυτόν που ο πρώτος ενάγων έδωσε αυτόματη εντολή για εξόφληση των μηνιαίων ασφαλίστρων προς την ασφαλιστική εταιρία, η οποία και μέχρι την ακύρωση των συμβολαίων είχε εισπράξει για την αιτία αυτή και για τα δύο αυτά ασφαλιστήρια συμβόλαια, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το συνολικό ποσό των 4.372.480 δραχμών, σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, Ι.

Κ., ο οποίος διετέλεσε από το έτος 2002 διευθυντής του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στην Επτάλοφο Θεσσαλονίκης και ενημερώθηκε σχετικά με την υπόθεση του πρώτου ενάγοντα από τα έγγραφα και τους υπόλοιπους υπαλλήλους, δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του, αφού ήταν δεσμευμένο με την προαναφερθείσα σύμβαση, ώστε να δύναται να καλυφθούν από αυτόν οι καταβολές για τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, με αποτέλεσμα, όπως άλλωστε προβλέπονταν στα εν λόγω συμβόλαια, να ακυρωθούν αυτά.

Το γεγονός δε αυτό φαίνεται να γνωρίζει η μάρτυρας απόδειξης, Ν. Μ., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και μητέρα της δεύτερης από αυτούς, καθώς κατέθεσε ότι θα μπορούσε να γίνει μεταφορά από κάποιον λογαριασμό, αν ειδοποιούσε κάποιος από τους υπαλλήλους, χωρίς όμως αυτό να προβλέπεται από κάποιον ειδικό όρο ή συμφωνία μεταξύ τους.

Έτσι ουδεμία συναλλαγή δεν ήταν δυνατόν να διενεργηθεί χωρίς εντολή του πρώτου ενάγοντα - συμβαλλομένου και η πρώτη εναγομένη από μόνη της δεν θα μπορούσε να προβεί στην εξόφληση των ασφαλιστικών οφειλών των εναγόντων από άλλους λογαριασμούς που τηρούσε σ' αυτήν ο πρώτος ενάγων. Κατ' ακολουθία αυτών παρίστανται άνευ εννόμου εν προκειμένω επιρροής οι φερόμενες, σύμφωνα με την διενεργηθείσα ως άνω επιμελεία των εναγόντων γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ως πλαστογραφηθείσες αιτήσεις ακυρώσεως των ενδίκων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, αφού, κατά το χρόνο που φέρονται αυτές να έχουν υποβληθεί (10-3-1999), τα συμβόλαια αυτά είχαν ακυρωθεί εκ των πραγμάτων με την επί μακρά σειρά μηνών (από Σεπτέμβριο 1998 για τη δεύτερη και από Μαΐου 1998 για τον πρώτο ενάγοντα) μη καταβολή ασφαλίστρων.

Και πάντα ταύτα χωρίς το Δικαστήριο να αποδέχεται κατ' ανάγκη ως πλαστές τις αιτήσεις αυτές, εκ μόνου του λόγου ότι στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη των εναγόντων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι με τα έγγραφα αυτά (αιτήσεις) δεν ήταν δυνατόν να παραπλανηθεί η ασφαλιστική εταιρία, αφού τα συμβόλαια ήταν ήδη ανενεργά, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων και της πρόβλεψης αυτού του όρου σε έκαστο των συμβολαίων, ενώ οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης, δηλαδή οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, είναι προφανές ότι από μια τέτοια παράνομη ενέργεια ουδέν έννομο όφελος πορίζονταν, αλλά, αντιθέτως, χωρίς λόγο εξέθεταν σε κίνδυνο τόσο τους ίδιους όσο και την προστήσασα αυτούς πρώτη εναγομένη και επομένως δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος εκ μέρους τους να ενεργήσουν παράνομα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθ. 030531/1998 έγγραφο της πρώτης εναγομένης με τίτλο-αίτηση αγοράς μεριδίων, την 2-1-1998, ο πρώτος ενάγων δήλωσε ότι επιθυμεί να αγοράσει μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου "ΕΓΝΑΤΙΑ ΚΝΩΣΣΟΣ" για το ποσό των 45.000.000 δραχμών, τρίμηνης διάρκειας, στο όνομά του, ενώ έθεσε ως συνδικαιούχο και τη σύζυγό του, Ν.

Τ., φέρεται δε να έχει υπογράψει στη θέση "αιτών". Στο ίδιο δε έγγραφο υπάρχει ενσωματωμένη αίτηση εξαγοράς μεριδίων, στην οποία αναφέρεται ως πιθανολογούμενο ποσό εξαγοράς κατά την προκαθορισμένη ημερομηνία (6-4-1998) το ποσό των 46.332.740 δραχμών, το οποίο ορίστηκε να κατατεθεί στον λογαριασμό από τον οποίο εκταμιεύθηκε, στην ίδια τράπεζα (πρώτη εναγομένη), ήτοι τον υπ' αριθ. ..., ενώ ως ημερομηνία εξαγοράς του για την πίστωση του λογαριασμού ορίστηκε η 7-4-1998, όπου και πάλι στη θέση "αιτών" φέρεται να έχει υπογράψει ο πρώτος ενάγων.

Ακολούθως, την 5-1-1998 έγινε ανάληψη από τον ως άνω αναφερόμενο λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος, ποσού 45.000.000 δραχμών, που στο συνταχθέν δελτίο ανάληψης φέρεται να έχει προβεί σ' αυτήν η συνδικαιούχος του λογαριασμού και σύζυγος του ενάγοντος, Ν. Τ. και αμέσως μετά (την ίδια ημέρα) κατάθεση στο λογαριασμό του προαναφερόμενου αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ίδιο τον πρώτο ενάγοντα αντίστοιχου ποσού, αμφότερα δε τα έγγραφα αυτά, φέρονται να έχουν υπογραφεί από αυτόν.

Ο πρώτος ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε δώσει ο ίδιος εντολή ή είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο, ούτε και η σύζυγός του και ότι οι τεθείσες στα παραστατικά έγγραφα υπογραφές του είναι πλαστές, το ποσό δε των 45.000.000 δραχμών αφαιρέθηκε από το λογαριασμό του με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγόμενου, υπαλλήλου της πρώτης, ο οποίος αυθαίρετα και παράνομα προέβη στην πράξη αυτή, αφού προηγουμένως πλαστογράφησε την υπογραφή του και το διέθεσε για ισόποση συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια, μετά δε τη λήξη της συμμετοχής του στο ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιο κατέθεσε το ποσό εξαγοράς σε άλλο λογαριασμό του ίδιου, που τηρούσε στην πρώτη εναγομένη και του οποίου (λογαριασμού) το βιβλιάριο τεχνηέντως είχαν αφαιρέσει από τα χέρια του.

Ενόψει της εγκλήσεως που υπέβαλε ο πρώτος ενάγων, με σκοπό τη διαπίστωση της γνησιότητας των άνω υπογραφών, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον Ε' Ανακριτή Θεσσαλονίκης, την οποία διενήργησε η διορισθείσα πραγματογνώμονας - γραφολόγος Μ. Φ. - Ξ., ενώ προηγουμένως είχαν προβεί σε διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατ' εντολή του ενάγοντος, ο γραφολόγος Π.

Τ. και κατ' εντολή της πρώτης εναγομένης, η γραφολόγος Ε. Α., όπως οι κρίσεις και των τριών και το περιεχόμενό τους αναφέρονται εκτενώς στο υπ' αριθ. 77/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο σημειωτέον αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου-δεύτερου εναγομένου και το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 489/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Οι ως άνω πραγματογνώμονες, αφού εξέτασαν τα προσκομισθέντα στοιχεία, απεφάνθηκαν για μεν τις τεθείσες δύο υπογραφές επί του από 2-1-1998 εγγράφου "αίτηση αγοράς-εξαγοράς μεριδίων", η πρώτη από αυτούς (Φ.) ότι σε βαθμό πιθανολόγησης έχουν τεθεί από το δεύτερο εναγόμενο, ο δεύτερος (Τ.) ότι είναι πλαστές σε βαθμό βεβαιότητας και η τρίτη (Α.) ότι είναι γνήσιες, δηλαδή του πρώτου ενάγοντος, ενώ για τις υπογραφές που υπάρχουν στα από 5-1-1998 δελτίο ανάληψης και δελτίο κατάθεσης υπέρ τρίτου, κατά την πρώτη (Φ.) είναι γνήσιες, δηλαδή του πρώτου ενάγοντος σε βαθμό βεβαιότητας, κατά το δεύτερο (Τ.) είναι πλαστές σε βαθμό βεβαιότητας, ενώ η τρίτη (Α.) αρνήθηκε να εξετάσει αυτές γραφολογικώς, ισχυριζόμενη ότι δεν εμφανίζουν γραφολογικό ενδιαφέρον, διότι αποκλείεται εκ των πραγμάτων το αδίκημα της πλαστογραφίας.

Ενόψει αυτών είναι φανερή η διάσταση των απόψεων των πραγματογνωμόνων και το γεγονός ότι ο καθένας κατέληξε σε διαφορετικό κατά περίπτωση συμπέρασμα. Κρίσιμο όμως είναι ότι η διορισθείσα από τον Ανακριτή πραγματογνώμονας (Φ.), και κατά συνέπεια η φέρουσα τα εχέγγυα της αντικειμενικότητας ως ουδέτερη για τις δύο πλευρές, έκρινε, σε βαθμό βεβαιότητας μάλιστα, ότι οι υπογραφές στα δελτία ανάληψης και κατάθεσης της 5-1-1998 είναι του ίδιου του πρώτου ενάγοντος, καθώς αυτές ταυτίζονται απολύτως με τις υπογραφές που τέθηκαν από αυτόν σε επτά επιταγές της πρώτης εναγομένης, εκδόσεώς του το έτος 1999 καθώς και σε δύο δελτία κατάθεσης της Τράπεζας Αθηνών του 1997.

Η ίδια δε εκφράσθηκε σε βαθμό πιθανολόγησης και όχι βεβαιότητας, ότι οι υπογραφές στο από 2-1-1998 έγγραφο έχουν τεθεί από τον δεύτερο εναγόμενο. Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στα δελτία ανάληψης και κατάθεσης της 5-1-1998 έχουν τεθεί από τον ίδιο τον πρώτο ενάγοντα και ο ισχυρισμός του περί πλαστογραφίας των υπογραφών του είναι αβάσιμος.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κίνηση που παρουσίαζε ο εν λόγω λογαριασμός του, από τον οποίο εξακολουθούσε, παρά το ότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι "τεχνηέντως του είχαν αφαιρέσει το βιβλιάριο", να προβαίνει σε αναλήψεις ποσών της τάξης των 387.021 δραχμών την 16-1-1998, των 250.000 δραχμών την 19-1-1998, των 2.000.000 δραχμών την 20-1-1998, των 990.000 δραχμών την 23-1-1998, ενώ την ημέρα της εξαγοράς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, το ποσό των 46.332.740 δραχμών, όπως είχε διαμορφωθεί, κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό, από τον οποίο είχε εκταμιευθεί και όχι σε άλλον όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος ενάγων, η δε σύζυγός του προέβη σε ανάληψη ποσού 6.308.463 δραχμών την 9-4-1998, σε ανάληψη ποσού 5.000.000 δραχμών την 10-4-1998, ποσού 400.000 δραχμών την 15-4-1998, ποσού 3.700.000 δραχμών και σε περαιτέρω αναλήψεις μέχρι την 17-6-1998 ποσού 6.600.000 δραχμών, οπότε και είχε απομείνει υπόλοιπο στο λογαριασμό των 14.449.485 δραχμών, όπως όλα αυτά προκύπτουν από το αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού αυτού που προσκομίζουν οι εναγόμενοι.

Δηλαδή, αφενός ο πρώτος ενάγων απεκόμισε από την επένδυση αυτή των χρημάτων του ποσό 1.332.740 δραχμές, αφετέρου η επένδυση έγινε από αυτόν τον ίδιο και με τη βούλησή του, ενώ δεν στερήθηκε τα κεφάλαια του εν λόγω λογαριασμού, τα οποία, όπως αναλυτικά εκτέθηκε, κινούσε καθόλο το επίδικο διάστημα. Έτσι η επικαλούμενη εκ μέρους του άγνοια της επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια είναι προσχηματική, αφού την επομένη της κατάθεσης της εξαγοράς των μεριδίων προέβη σε σημαντικού ποσού ανάληψη.

Όπως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι "τεχνηέντως είχαν αφαιρέσει το βιβλιάριό του" αφού χωρίς αυτό δεν ήταν δυνατό να προβεί σε όλες αυτές τις αναλήψεις και τις περαιτέρω κινήσεις που εμφανίζει ο λογαριασμός του αυτός, αμέσως μετά την αγορά των μεριδίων, καθώς και μετά την εξαγορά αυτών. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το γεγονός πως ο πρώτος ενάγων ήταν έμπορος και κινούσε συνέχεια τους λογαριασμούς του, ήταν σε γνώση της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων της, και αυτό θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια που θα οδηγούσε σε πρόσκαιρη έστω αποστέρηση των κεφαλαίων από τον ενάγοντα, έστω και με τον τρόπο της επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια, καθώς θα κινδύνευε να γίνει άμεσα αντιληπτό, αφού ανά πάσα στιγμή ήταν δυνατόν να αναζητήσει ο ενάγων τα χρήματά του και να διαπιστώσει την παράνομη πράξη αυτών.

Τέλος, ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντος ότι εξ αιτίας της στέρησης του ποσού των 45.000.000 δραχμών, τα οποία χωρίς τη συναίνεσή του επενδύθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια, δεν είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις επανειλημμένες υποχρεώσεις του κατά το διάστημα εκείνο και μάλιστα αναγκάσθηκε να καταφύγει σε εξωτραπεζικό δανεισμό ποσού 15.000.000 δραχμών, μόλις διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του, καταρρίπτονται από το γεγονός ότι, αφενός μόλις διαπίστωσε αυτό ο ενάγων είχε δικαίωμα να προβεί στην άμεση πρώιμη εξαγορά των μεριδίων του, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, είτε είχε προβεί ο ίδιος στην αγορά των αμοιβαίων, είτε κατά τον ισχυρισμό του παρανόμως προέβησαν τρίτοι, αφετέρου ήταν δυνατόν δυνάμει σύμβασης ενεχυρίασης αυτών (τίτλων) με την Τράπεζα, να λάβει αντιστοίχου ποσού δάνειο, τακτική η οποία άλλωστε ήταν γνωστή σ' αυτόν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στην οποία είχε προβεί, την 20-11-1997, από το λογαριασμό από τον οποίο καταβάλλονταν τα ασφάλιστρα.

Αναφορικά τώρα με τις υπάρχουσες στην αίτηση - εξαγοράς μεριδίων υπογραφές, επί της οποίας η πραγματογνώμονας Φ. αποφάνθηκε ότι πιθανόν να έχουν τεθεί από τον δεύτερο εναγόμενο, πέραν του γεγονότος ότι από μόνη της η αίτηση αυτή δεν παράγει έννομες συνέπειες, αφού η οποιαδήποτε διαδικασία της επένδυσης αρχίζει με την ανάληψη των μετρητών και ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στο ανάλογο κατά περίπτωση λογαριασμό, ενέργειες οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, έγιναν από τον πρώτο ενάγοντα, κι αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι τέθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο, είναι προφανές ότι αυτό έγινε στα πλαίσια εντολής ή ακόμη και της εικαζόμενης βούλησης του ενάγοντος και πάντα με τη συναίνεσή του, ενόψει του πλέγματος των σχέσεων που είχε μαζί του το ανθρώπινο δυναμικό του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, με το οποίο συναλλάσσονταν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή αυτών, με την οποία επιδιώκετο να τους επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και εις βάρος της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εξαιτίας της αδικοπραξίας των προστηθέντων απ' αυτήν υπαλλήλων της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 932, 297, 298 Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι η ακύρωση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής που κατήρτισε ο πρώτος των αναιρεσειόντων με την ασφαλιστική εταιρία "SCOLPIFE", την οποία πρακτόρευε η εναγομένη τραπεζική εταιρία, τόσον για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας του Μ.

Τ., όσον και του ίδιου, έγινε λόγω της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της τράπεζας, από τον οποίο είχε δώσει εντολή να πληρώνονται αυτόματα τα μηνιαία ασφάλιστρα, σε τρόπο ώστε να μην έχουν καταβληθεί αυτά από 14-4-1998 και να έχουν καταστεί ανενεργά, σε τρόπον ώστε οι υποβληθείσες προς την ασφαλιστική εταιρία από 10-3-1999 δύο αιτήσεις αυτού, με τις οποίες ζητούσε να σταματήσουν άμεσα οι αναλήψεις των ασφαλίστρων από τον άνω λογαριασμό, δεν ασκούσε καμιά επιρροή στην ακύρωση των συμβολαίων, αφού αυτή είχε ήδη συντελεσθεί από προηγούμενο χρόνο, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε, ότι οι υπογραφές στις εν λόγω αιτήσεις τέθηκαν κατ' απομίμηση της υπογραφής του άνω αναιρεσείοντος από τον υπάλληλο της εναγομένης τράπεζας Π.

Κ., ώστε για την όποια ζημία επικαλείται από την ακύρωση των συμβολαίων αυτών, να μην υφίσταται ευθύνης της προστήσασας τον άνω υπάλληλο τράπεζας, αφού δεν συνέτρεξε προς τούτο παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, που να συνδέεται αιτιωδώς προς την επικαλούμενη ζημία του πρώτου αναιρεσείοντος και της ως άνω θυγατέρας του και 2) ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας πλαστογράφησαν την υπογραφή του πρώτου ενάγοντος στην αίτηση κτήσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου και ότι εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας αυτής πράξης υπέστησαν οι ενάγοντες την επικαλούμενη ζημία τους, αλλά ότι αντίθετα αποδείχθηκε, ότι οι δύο υπογραφές που τέθηκαν στην αίτηση εξαγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, κι αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί, ενόψει της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Φ., ότι έχουν τεθεί από τον δεύτερο εναγόμενο, αυτό έγινε κατόπιν προφορικής εντολής του πρώτου ενάγοντος προς αυτόν ή ακόμη και της εικαζόμενης βούλησης του τελευταίου και πάντα με τη συναίνεσή του, ενόψει του πλέγματος των σχέσεων που είχε μαζί του το ανθρώπινο δυναμικό του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης (τράπεζας).

Πέραν όμως αυτού, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του πραγματικού των προπαρατεθεισών διατάξεων, που να δικαιολογούν οποιαδήποτε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης από τη σχέση πρόστησης των εναγομένων υπαλλήλων της, αφού από μόνη της η αίτηση κτήσης αμοιβαίων κεφαλαίων δεν παράγει έννομες συνέπειες, αφού η διαδικασία της επένδυσης αρχίζει με την ανάληψη των μετρητών και ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στο ανάλογο κατά περίπτωση λογαριασμό, ενέργειες οι οποίες έγιναν από τον πρώτο ενάγοντα, ενώ από την συγκεκριμένη επένδυση, όχι μόνο δεν υπέστησαν ζημία οι ενάγοντες, αλλ' αντιθέτως απεκόμισαν το ποσό των 1.332.740 δραχμών, και τέλος, ότι η διάθεση του προρρηθέντος χρηματικού ποσού για την αγορά του άνω αμοιβαίου κεφαλαίου δεν συνδέεται με την οποιαδήποτε περαιτέρω ζημία που επικαλούνται οι ενάγοντες, λόγω στέρησης ρευστότητας προς χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του πρώτου εξ αυτών, αφού ο τελευταίος είχε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να προβεί στην άμεση πρώιμη εξαγορά των μεριδίων του, χωρίς να κινδυνεύει να απωλέσει το κεφάλαιό του ή ακόμη, με σύμβαση ενεχυρίασης του τίτλου του αμοιβαίου κεφαλαίου, να λάβει αντίστοιχου ποσού δάνειο από την αναιρεσίβλητη τράπεζα, προκειμένου να καλύψει τις επιχειρηματικές του ανάγκες, τακτική που είχε ακολουθήσει και στο παρελθόν.

Δέχεται δηλαδή το Εφετείο και αιτιολογεί επαρκώς, ως άνω, ότι η επικαλούμενη ζημία των εναγόντων οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά συμπεριφορά, χωρίς να συντρέξει οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια πράξη των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, τόσον ως προς την ακύρωση των προαναφερόμενων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, όσον και ως προς την επένδυσή τους σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με την χρήση του προαναφερόμενου ποσού.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, και συγκεκριμένα, την εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τελεσθείσα αδικοπραξία και της προκληθείσας συνεπεία τούτου ζημίας τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-02-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2176/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ