Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to cite specific factual assumptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding inheritance and property ownership. The appellants argued the lower court's reasoning was insufficient regarding whether a confession constituted a judicial admission or a free evaluation of evidence. The court rejected this appeal as inadmissible because the grounds for review failed to specify the factual assumptions of the contested decision, rendering the legal challenge vague and unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8, 14, 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it relies on vague assertions of insufficient reasoning without citing the specific factual assumptions of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1622 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1622/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, και 2. Χ2, κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαραγκουδάκη και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής λόγω αρμοδιότητας, 86/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και 2261/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο.
Εξάλλου, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 ΑΚ ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.
Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α', προκύπτει, ότι αναγκαία στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από τη νομή ακινήτου, δηλαδή, της καθολικής προσβολής της νομής, αφού εξαιτίας αυτής στερείται ο νομέας ολοκληρωτικά της φυσικής εξουσίας σε όλο ή μέρος του ακινήτου, είναι η νομή του ενάγοντα κατά το χρόνο της αποβολής, δηλαδή η φυσική εξουσία του τελευταίου με τη θέληση να είναι κύριος του ακινήτου, η περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, η παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα αποβολή του από τη νομή και το αίτημα της αγωγής, συνιστάμενο στην απόδοση της νομής.
Αντίθετα, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της ίδιας αγωγής η χρονική διάρκεια που είχε ο ενάγων στη νομή του το ακίνητο, ούτε αν ο ίδιος έγινε νομέας ανεξάρτητα από τη βούληση του τυχόν προηγούμενου νομέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιμα ή κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον προηγούμενο νομέα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητείται η αναγνώριση της νομής του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο και η απόδοσή του στον ίδιο, προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ), για την πληρότητά της, στοιχεία, δηλαδή το κτητικό της νομής γεγονός (κληρονομία της θανούσας στις 16-9-1962 ΑΑ, γιαγιάς του, αληθινής μέχρι το χρόνο του θανάτου της νομέα του επίδικου ακινήτου), η εξακολουθητική εφεξής άσκηση νομής του στο εν λόγω ακίνητο, -το οποίο πλήρως περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια,- με τους γονείς του, οι οποίοι ενεργούσαν ως βοηθοί νομής και ως αντιπρόσωποί του και η παράνομη και χωρίς τη θέλησή του αποβολή του από τους και ήδη αντιδίκους του, καθώς και τον αρχικό ομόδικό τους ΒΒ (ως προς τον οποίο καταργήθηκε ήδη η δίκη ενόψει της ρητής παραίτησης του ενάγοντα - εκκαλούντα από το δικόγραφο της έφεσής του ως προς αυτόν).
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που έστω και σιωπηρά, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και η σχετική αιτίαση του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορριπτέα. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, δεν προκύπτει ότι ο περί αοριστίας της έφεσης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από τους ίδιους στο Εφετείο.
Η από το δικαστήριο της ουσίας τυχόν εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντα προϋποθέτει την από το δικαστήριο αυτό παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την ένστασή τους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αντιδίκου τους στην άσκηση της ένδικης αγωγής που αφορά την προστασία της κληρονομικής νομής του στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003). Αντίθετα, δεν αποτελούν αίτηση οι ενστάσεις ή αντενστάσεις, γενικά δε οι αποφάσεις σε κάθε άλλου είδους πράγματα, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' (και όχι από τον αριθμό 9 περίπτ. γ') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, που προτάθηκε με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνισταμένη στο ότι η ΑΑ από την οποία ισχυρίζεται ότι έλκει το κληρονομικό του δικαίωμα ο αναιρεσίβλητος, πέθανε στις 16-9-1962, ενώ η με αριθμό ...
δημόσια διαθήκη της πιο πάνω θανούσας δημοσιεύθηκε στις 7-11-1962 και, έτσι, η περί κλήρου αγωγή του αναιρεσιβλήτου υπέκυψε στην παραγραφή στις 7-11-1982, μετά δηλαδή την παρέλευση εικοσαετίας από τη φερόμενη (στις 7-11-1962) επαγωγή της κληρονομίας, αφότου και γεννήθηκε η αξίωσή του -αναιρεσιβλήτου-. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού η ένδικη διαφορά αφορά την αποβολή του αναιρεσιβλήτου από τη νομή του επίδικου ακινήτου και όχι την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του ίδιου στο εν λόγω ακίνητο και την απόδοση του τελευταίου σ'αυτόν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Ως διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη, διακοπή της παραγραφής θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Ως τελευταία διαδικαστική πράξη νοείται όχι η τελευταία σε σχέση με τη δίκη ή η περατώνουσα τη δίκη, αλλά η κατά τη διαδοχή του χρόνου πλέον πρόσφατη. Αν μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης, επέρχεται η παραγραφή της κατά τη διάρκεια της επιδικίας, (Ολ.ΑΠ 1143/1983).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Απαραίτητες, επομένως, προϋποθέσεις εφαρμογής της αμέσως πιο πάνω διάταξης είναι μόνο η τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής για λόγους τυπικούς και η άσκηση νέας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία χωρίς να είναι αναγκαίο η άσκηση της νέας αγωγής να γίνει στο αρμόδιο ή στο ίδιο με το αμέσως προηγούμενο δικαστήριο, αφού, κατ' άρθρο 46 Κ.Πολ.Δ, οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής σε αρμόδιο καθ' ύλην ή κατά τόπο δικαστήριο, η οποία και παραπέμπεται στο αρμόδιο διατηρούνται.
Τέλος, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' (και όχι από τον αριθμό 9 περίπτ. γ' που οι ίδιοι επικαλούνται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αντιδίκου τους, που προτάθηκε απ' αυτούς με τις προτάσεις τους της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε σ'αυτό -Εφετείο-, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνισταμένη στο ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε αρχικά την από 14-6-2001 (με αριθμό έκθ.
κατάθ. 154Μ/20-6-2001) αγωγή του, με όμοιο περιεχόμενο με την ένδικη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προσδιορίζοντας σ'αυτή την αξία του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 8.000.000 δραχμών (ή 23.477,62 ευρώ), η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων) με την 131/14-5-2002 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ακολούθως δε άσκησε ο ίδιος την ήδη κρινόμενη, από 10-7-2002 (με αριθμό έκθ.
κατάθ. 166Π/25-7-2002) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία τους επιδόθηκε στις 9-8-2002, δηλαδή μέσα στην εξάμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της πρώτης -απορριπτικής- απόφασης, προσδιορίζοντας σ' αυτή -αγωγή- αυθαίρετα την αξία του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 235.000 ευρώ, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την 99/11-7-2003 απόφασή του, κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ως αρμόδιο καθ' ύλην, Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, το οποίο και εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ότι η άσκηση της ήδη κρινόμενης αγωγής στο αναρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δεν επέφερε τη διακοπή της παραγραφής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ, όπως ο αναιρεσίβλητος καθ' υποφοράν στην εν λόγω αγωγή ισχυρίζεται και, συνακόλουθα, η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου υπέκυψε στην ετήσια παραγραφή (άρθρο 992 ΑΚ), αφού από το διαλαμβανόμενο στην κρινόμενη αγωγή χρόνο της αποβολής του αναιρεσιβλήτου από τη νομή του επίδικου ακινήτου και μέχρι τη συζήτηση της ίδιας στο αρμόδιο καθ' ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής -ορισμένης και νόμιμης- παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.
Επικαλέστηκαν, δηλαδή, οι αναιρεσείοντες, προς απόκρουση της αντένστασης του αντιδίκου τους περί διακοπής της ενιαύσιας παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, ότι η άσκηση της ήδη κρινόμενης αγωγής σε αναρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο δεν επέφερε τη διακοπή της εν λόγω παραγραφής. Το Εφετείο, όμως, που έκρινε, έστω και σιωπηρά, νόμιμη την ένδικη αγωγή, καθώς και την περιεχόμενη σ' αυτή αντένσταση διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε δε την τελευταία ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, δέχθηκε, δηλαδή, ότι η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής και, έτσι, η ένδικη αγωγή, έστω και αν ασκήθηκε σε αναρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην παραγραφή, δεν αγνόησε τον ανωτέρω περί παραγραφής ισχυρισμό, γι'αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα μεν με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 § 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2005), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 -παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το με αριθμό 73 πρακτικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με βάση το οποίο δημοσιεύθηκε η με αριθμό ...
δημόσια διαθήκη της θανούσας ΑΑ, την αμέσως πιο πάνω δημόσια διαθήκη, καθώς και το με αριθμό ... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ντότσικα του αναιρεσιβλήτου προς τους γονείς του και το δικηγόρο ... ΓΓ σχετικά με τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του στον ..., δηλαδή, έγγραφα, που ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως, αφού η μη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή έστω από βαριά αμέλειά του -αναιρεσιβλήτου-, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέκρουσε τα εν λόγω έγγραφα ως απαράδεκτα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 § 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά, αντίθετα, κρίνοντας παραδεκτή την ενώπιόν του, για πρώτη φορά, προσκομιδή τους, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά τα δύο πρώτα απ' αυτά.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω αποδείξεις, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές.
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προς θεμελίωση του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ότι ο τελευταίος γεννήθηκε μετά την υιοθεσία της μητέρας του ΔΔ από τη θανούσα ΑΑ, λαμβάνοντας υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από κανένα διάδικο και, ειδικότερα, από τον αντίδικο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ'αυτόν ποιες συγκεκριμένα αποδείξεις δεν προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.
Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή: α) το 372/13-9-2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκιδικής, που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των αναιρεσειόντων για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας κατά συρροή για έλλειψη δόλου, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί της κατοχής του επίδικου ακινήτου από μέρους τους κατά τον κρίσιμο χρόνο και τα τρία τουλάχιστον προηγούμενα έτη, β) τα από 1-2-1997 και 4-1-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, γ) τις από 6-11-1998 και από 4-11-1997 αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων του μισθωτή ΒΒ στο ΕΕ για λογαριασμό των αναιρεσειόντων, δ) τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του μισθωτή ΒΒ των ετών 1997, 1998 και 1999, με τις οποίες δήλωσε αυτός τα καταβληθέντα μισθώματα, ε) τις αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων, τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Μ.Α.Π., που υπόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι για το μισθωμένο απ' αυτούς το επίδικο ακίνητο, στ) την από 1-6-2000 εξώδικη δήλωση των ίδιων προς το μισθωτή του ακινήτου για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως Ιουνίου έτους 2000, η οποία επιδόθηκε σε εκείνον στις 2-6-2000 με δικαστικό επιμελητή και, τέλος, ζ) τις με αριθμούς ..., ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..., ... και ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Στ. Κερδεμελίδου, καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, στις 30-1-2002 και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, στις 17-11-2000, αντίστοιχα, τα οποία -έγγραφα- επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν ενώπιόν του -Εφετείου-, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί εκμίσθωσης του επίδικου ακινήτου από μέρους τους σε τρίτο και, συνακόλουθα, περί της άσκησης νομής από τους ίδιους κατά τον κρίσιμο χρόνο στο πιο πάνω ακίνητο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως προς όλα τα προμνημονευόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι τρεις (3) ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στα πλαίσια προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων και ως εκ τούτου αποτελούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ειδική μνεία τους στην απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, - λ.χ στις καταθέσεις των μαρτύρων -, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Ο έκτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε στην περιεχόμενη στην από 13-9-1982 αγωγή τους περί κλήρου (για πέντε (5) ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, καθώς και στην από 22-2-2004 αίτηση των ίδιων για δικαστική μεσεγγύηση των εν λόγω ακινήτων εξώδικη ομολογία τους, ότι ο αντίδικός τους υπήρξε νομέας του επίδικου ακινήτου αποδεικτική δύναμη πλήρους απόδειξης και, έτσι, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίμησε ελεύθερα την εξώδικη αυτή ομολογία των αναιρεσειόντων, όπως απαιτεί ο νόμος (άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ) και δεν προσέδωσε σ'αυτή αποδεικτική δύναμη πλήρους απόδειξης.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή να διαλαμβάνεται η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και ν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση του, εάν η "δήθεν" ομολογία των αναιρεσειόντων, ότι ο αντίδικός τους είναι νομέας του επίδικου ακινήτου λόγω της άσκησης από μέρους τους της αγωγής περί κλήρου και της αίτησης δικαστικής μεσεγγύησης εναντίον του, είναι δικαστική ή εξώδικη και, ακολούθως, αν αποτελεί πλήρη απόδειξη ή αν εκτιμάται ελεύθερα, ως προς τη σιωπηρή κρίση της, ότι η ΑΑ κληρονομήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, θετό τέκνο της κόρης της ΔΔ, γεννημένο μετά την υιοθεσία, λόγω της "εν ευρεία εννοία" αποκλήρωσης της τελευταίας και της προαποβίωσης του συζύγου της διαθέτιδας ΣΤ, τον οποίο εκείνη είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της και, τέλος, ως προς την κρίση της, ότι ο αναιρεσίβλητος είναι νομέας του επίδικου ακινήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πιο πάνω θανούσας από τον επισυμβάντα θάνατο της τελευταίας το έτος 1962 έως τον Αύγουστο του έτους 2000 και ότι ασκούσε τη νομή του εν λόγω ακινήτου μέσω των γονέων του και τρίτων προσώπων, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ'αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην πιο πάνω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, αλλιώς ως απαράδεκτος, αφού όλες ανεξαιρέτως οι περιλαμβανόμενες σ'αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το από το οποίο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2006 αίτηση των Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 2261/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ