Supreme Court dismisses appeal on payment order where plaintiff failed to prove contract withdrawal or debt forgiveness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Helvel AE against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment on a payment order. The appellant argued that the lower court erred by not recognizing the withdrawal from the sales contract and the forgiveness of debt as valid defenses. The court rejected these claims because the appellant neither asserted nor proved the withdrawal, and the alleged debt forgiveness agreement did not constitute a legal ground for annulling the payment order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 385 para. 2 and 454 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a payment order issued against a party absent at first instance remains valid unless the appellant successfully proves withdrawal from the contract or a specific agreement extinguishing the debt, which must be explicitly raised and substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1622 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πλιάτσικα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AREVA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" (πρώην με την επωνυμία "ALSTOM HELLAS AE" , πρώην με την επωνυμία "ΑΕG ΕΛΛΑΣ ΑΕ"), που εδρεύει στην Ν. Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΚΤΡΟΛΟΥΞ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1991 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7914/1995 του ίδιου Δικαστηρίου 2171/1999 προδικαστική και 2967/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αναίρεσης και την απόρριψη της αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ερήμην κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δικασθείς διάδικος, δύναται να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας αποφάσεως, εφ' όσον για οιονδήποτε λόγον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας. Τέτοια απόφαση είναι και η εκδοθείσα επί ανακοπής κατά διαταγή πληρωμής, που στηρίζεται σε πιστωτικούς τίτλους και εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών εκ πιστωτικών τίτλων, κατά την οποία δεν επιτρέπεται κατά το άρθρ. 644 παρ. 1 ΚΠολΔ.
η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Στην περίπτωση αυτή χωρεί νέα της υποθέσεως κρίση ενώπιον του Εφετείου, με εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά την οποία δικαιούται ο εκκαλών να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς και προσαγάγει τα αποδεικτικά αυτού μέσα, επιδιώκων έτσι τη διόρθωση και των ιδίων αυτού σφαλμάτων, χωρίς να υπόκειται εις τους περιορισμούς των άρθρων 527 παρ. 3 και 529 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 308/1975). Με βάση αυτά έγινε δεκτή από το Εφετείο η από 10-3-98 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 7914/95 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, (που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 637 επ. ΚΠολΔ) επί ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά της 701/91 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ερήμην της ανακόπτουσας και με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, ως ανυποστήρικτη), εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση και ερευνήθηκε εκ νέου από το Εφετείο η ανακοπή κατά την ίδια διαδικασία, που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου κατ' άρθρ. 52 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", "αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υπογραφέων παραγράφονται μετά εξ μήνας από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνισιν. Αι εξ αναγωγής αγωγαί των διαφόρων προς πληρωμήν της επιταγής υποχρέων, των μεν κατά των δε, παραγράφονται μετά εξ μήνες από της ημέρας καθ' ήν ο υπόχρεος επλήρωσε την επιταγήν ή από της ημέρας καθ' ήν αυτός ούτος ενήχθη.
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης από 8-11-1991 ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 701/1991 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, η αναιρεσείουσα προέβαλλε ότι η επιταγή εφ' ης η διαταγή αυτή πληρωμής (71/1991) ήταν πληρωτέα την 30-1-1991, σφραγίσθηκε την 6-2-1991 και μέχρι την 31-10-1991 που κοινοποίθηκε σε αυτήν η διαταγή πληρωμής παρήλθε η προβλεπόμενη για τις επιταγές προθεσμία παραγραφής του εξάμηνου.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε του λόγου αυτού της ανακοπής της, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να μη αποτελεί πλέον πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ.
Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη το λόγο αυτό ανακοπής, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔικ, προβάλλεται ο παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια της παρ. 1 άρθρου 624 ΚΠολΔ, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως για την οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν αφορά την απαιτούμενη από τη διάταξη αυτή βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού οι ενστάσεις αυτές στοιχειοθετούν τους κατ' άρθρο 632 παρ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ λόγους ανακοπής. Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης (632 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) οι λόγοι της προβλεπόμενης απ' αυτήν ανακοπής του οφειλέτη κατά του οποίου, στρέφεται η διαταγή πληρωμής μπορεί να συνίστανται και σε αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ιδιαίτερα σε καταλυτικά της απαίτησης αυτής περιστατικά, προγενέστερα της έκδοσης της διαταγής, που είχαν ήδη επιφέρει τότε την απόσβεση της απαίτησης.
Αντίθετα μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής γεγονότα που επέφεραν εκ των υστέρων την απόσβεση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είναι αδιάφορα για τη δίκη της ανακοπής και δεν λαμβάνονται υπόψη γιατί δεν θίγουν την νομιμότητα της διαταγής πληρωμής, που κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα δεδομένα του χρόνου έκδοσης της και δεν μπορούν να στηρίξουν το ακυρωτικό αίτημα της ανακοπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχεται ότι στις 20-10-1990 με προσύμφωνο πώλησης μεταξύ της ανακόπτουσας ΗΛΒΕΛ και του ζεύγους Α1 και Α2 η ανακόπτουσα ανέλαβε την υποχρέωση να τους πουλήσει και να τους μεταβιβάσει (παραδώσει κατά κυριότητα) ένα σετ επίπλων κουζίνας και εντοιχισμένα έπιπλα ηλεκτρικών συσκευών και εξαρτημάτων ήτοι 1) ένα ηλεκτρικό ψυγείο τύπου SANTO 2500, 2) ένα καταψύκτη τύπου ARILTIS 08403, 3) μια κουζίνα τύπου 530, 4) ένα κεραμικό πλατώ τύπου 610, 5) ένα φούρνο μικροκυμμάτων τύπου 625, 6) ένα πλαίσιο φούρνου Ε 9017, 7) ένα πλυντήριο πιάτων τύπου 675 και έναν απορροφητήρα τύπου 760 DN.
Συμφώνησαν επίσης ότι για μερική κάλυψη του τιμήματος αυτοί (ζεύγος Ιωαννίδη) θα κατέβαλαν στην ανακόπτουσα πωλήτρια ΗΛΒΕΛ ποσό 500.000 δρχμ., που θα αποτελούσε και αρραβώνα, ενώ της παρέδωσαν ως υπόσχεση χάριν καταβολής αντιστοίχου μέρους του τιμήματος, την υπ' αριθμ. ..... επίμαχη τραπεζική επιταγή, μεταχρονολογημένη με χρόνο εκδόσεως 31-1-1991 εκδόσεως Α2 και σε διαταγή της ίδιας.
Ακολούθως την ίδια ημέρα μεταξύ της ανακόπτουσας και της καθής συνήφθη σύμβαση πωλήσεως με την οποία η καθής ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα και να παραδώσει σ' αυτήν τις προαναφερθείσες οικιακές συσκευές με τα εξαρτήματά τους έως την 31-12-1990 έναντι τιμήματος 656.521 δραχμών. Στις 25-10-1990 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και παραδόθηκε από την ανακόπτουσα αγοράστρια στην καθής πωλήτρια, ως υπόσχεση χάριν καταβολής του τιμήματος των προμνησθέντων εμπορευμάτων, η ανωτέρω επίδικη επιταγή, με λευκή οπισθογράφηση.
Στη συνέχεια η πωλήτρια καθής δεν εξεπλήρωσε τις εκ της ως ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως υποχρεώσεις της ενώ τα εμπορεύματα αυτά έπρεπε να παραδοθούν στην ανακόπτουσα αγοράστρια έως την 25-12-1990. Εξ ετέρου όμως και η ανακόπτουσα αγοράστρια δεν ισχυρίστηκε, αλλά ούτε και απέδειξε ότι υπαναχώρησε από την σύμβαση πωλήσεως λόγω της μη εκπλήρωσης εκ μέρους της καθής της βαρύνουσας αυτήν παροχής μετά την πάροδο άπρακτης ταχθείσης προθεσμίας (άρθρ. 385 ΑΚ), αλλά αντίθετα ως ομολογεί ότι την επίμαχη επιταγή καταχώρησε ως πιστωτική υπέρ αυτής εγγραφή στον τηρούμενο μεταξύ των δοσοληπτικό τρέχοντα λογαριασμό.
Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) η επίμαχη επιταγή εμφανισθείσα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή την 6-2-1991 από τον Β, στον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την καθής, δεν πληρώθηκε από τον λογαριασμό της εκδότριας αυτής (επιταγής), Α2, λόγω ανακλήσεώς της, που ισοδυναμούσε με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, και για τον λόγο αυτό σφραγίστηκε, στη συνέχεια δε επιστράφηκε στην καθής η οποία κατέστη εκ νέου κομίστρια αυτής. 'Εκρινε δε το Εφετείο ότι, εφόσον αποδείχθηκε ότι, η επίμαχη επιταγή οπισθογραφήθηκε προς την καθής για νόμιμη αιτία (πώληση), η οποία όμως αιτία και δεν εξέλιπε για νόμιμο λόγο μέχρι το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης Διαταγής πληρωμής (είναι δε νομικώς αδιάφορο και ανεξάρτητο το γεγονός ότι η σύμβαση πωλήσεως λειτούργησε ανωμάλως) συννόμως η καθής η ανακοπή προέβη στην δικαστική επιδίωξη ικανοποιήσεως της εξ αυτής (επιταγής) αξιώσεώς της, καταθέτουσα σε βάρος της ανακόπτουσας την σχετική αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα στον κρινόμενο παραπεμφθέντα ισχυρισμό (λόγο ανακοπής), ως καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της καθής, σύμβαση αφέσεως του εκ της επιταγής χρέους εξαιτίας της μη παραδόσεως σ' αυτήν των πωληθέντων εμπορευμάτων και συγκεκριμένα ότι η συμφωνία αυτής (καθής η ανακοπή) για την μη πληρωμή της επιταγής, που έλαβε χώρα την 4-3-1991, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο, τόσο της καταθέσεως της αιτήσεως προς έκδοση της Διαταγής πληρωμής, όσο και της έκδοσης (14-2-1991) της προσβαλλομένης Διαταγής πληρωμής, ως γεγονός αποσβεστικό της απαίτησης επιγενόμενο της έκδοσης της Διαταγής πληρωμής, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα με δεδομένο ότι η εξ επιταγής ενοχή δεν είναι δεκτική όρου ή αντιπαροχής και δεν προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι προβλήθηκε, με σαφήνεια και πληρότητα ως λόγος ανακοπής ισχυρισμός εκ της υποκειμένης σχέσεως και δη ότι η πληρωμή του τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων, χάριν καταβολής του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη επιταγή, εξηρτάτο από αντιπαροχή και συγκεκριμένα από την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να παραδώσει προηγουμένως και δη μέχρι 20-12-1990 τα εμπορεύματα, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου πληρωμής της επιταγής και ότι κατά τη συμφωνία τους ή μη παράδοση αυτών (εμπορευμάτων) συνεπάγεται την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αντίθετες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο έπρεπε να κηρύξει ακυρότητα γιατί, καθ' όν χρόνο ζητήθηκε η έκδοση της επίδικης επιταγής πληρωμής, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε εκπληρώσει την αντιπαροχή της, που ήταν η παράδοση στην αναιρεσείουσα μέχρι την 20-12-1990 των αγορασθέντων από την πρώτη αναιρεσίβλητη ηλεκτρικών συσκευών, που είχαν προπωληθεί από αυτήν και έπρεπε να παραδοθούν στη δεύτερη αναιρεσίβλητη την 31-12-1990, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες.
Επίσης η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής της, ότι προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ως λόγο ανακοπής την υπαναχώρηση της από την ένδικη σύμβαση της επίδικης πώλησης. Το δε Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε, ούτε απέδειξε υπαναχώρηση αυτής από την επίδικη σύμβαση πώλησης και β) ότι η επικαλούμενη συμφωνία άφεσης του εκ της επιταγής χρέους, ως γεγονός αποσβεστικό της απαίτησης επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ακύρωσης αυτής (διαταγής πληρωμής).
Επομένως οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο των άρθρων 385 παρ. 2 και 454 ΑΚ περί υπαναχωρήσεως από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως και άφεσης χρέους, πρέπει να απορριφθούν η πρώτη (περί υπαναχωρήσεως) ως απαράδεκτη, αμφότερες δε ως αβάσιμες, διότι με το να δεχθεί το Εφετείο τα ανωτέρω ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίσθηκε, ούτε απέδειξε υπαναχώρηση αυτής από την επίδικη σύμβαση πώλησης και ότι η επικαλούμενη συμφωνία για την μη πληρωμή της επιταγής ως γεγονός αποσβεστικό της απαίτησης επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ακύρωσης αυτής (διαταγής πληρωμής), δεν παραβίασε κατά τα προεκτιθέμενα τις προαναφερθείσες διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" για αναίρεση των 2967/2006 και 2171/1999 (συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει α) για την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "AREVA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ", που κατέθεσε προτάσεις, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και β) για την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΕΚΤΡΟΛΟΥΞ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ, στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ