1622/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-1991 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ψ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6270/1995 μη οριστική, 4351/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4717/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1622/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 4717/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη Ψ1, που υπεισήλθε μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας στη δικονομική θέση της ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της, το ποσό που αναφέρεται εκεί για αξιώσεις της από αδικοπραξία.
Full text
Απόφαση 1622 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1622/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, θετής θυγατέρας της Ψ2 και της Ψ3 , η οποία συνεχίζει τη δίκη μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γλυφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-1991 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ψ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6270/1995 μη οριστική, 4351/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4717/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ. 1, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος που νικήθηκε μπορεί να αποδεχθεί την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του. Η αποδοχή που γίνεται πριν από την άσκηση της αναίρεσης, καθιστά απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο. Η αποδοχή αυτή, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297, δηλαδή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η πρόθεση αποδοχής.
Η αποδοχή όμως αποφάσεως, η οποία γίνεται μετά την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, μπορεί να γίνει μόνο ρητώς, δηλαδή με ένα από τους παραπάνω τρόπους, δεδομένου ότι η αποδοχή της αποφάσεως στο στάδιο αυτό έχει την έννοια της παραίτησης από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατ' αυτής και συνεπώς μπορεί να γίνει μόνο κατά τους παραπάνω τύπους και όχι σιωπηρώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 4717/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη Ψ1, που υπεισήλθε μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας στη δικονομική θέση της ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της, το ποσό που αναφέρεται εκεί για αξιώσεις της από αδικοπραξία.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε στις 7.11.2005 την υπό κρίση από 4.11.2006 αίτηση αναιρέσεως. Στις 3.2.2006 η αναιρεσείουσα κατέβαλε, χωρίς σχετική επιφύλαξη στην αναιρεσίβλητη το αναγνωρισθέν ποσό με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη. Η αναιρεσίβλητη πρότεινε με τις κατατεθείσες εμπρόθεσμα προτάσεις της (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) την ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση με την προαναφερόμενη, και χωρίς σχετική επιφύλαξη, εξόφλησή της.
Εφόσον όμως η - κατά την αναιρεσίβλητη - αποδοχή της απόφασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα μετά την άσκηση της αναιρέσεως και δεν γίνεται επίκληση παραίτησης με τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 297 ΚΠολΔ, ήτοι με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη. Κατά το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου αναίρεσης σ' αυτόν υπάγονται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες αναπόδεικτα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τίθενται ως βάση της απόφασης του δικαστηρίου.
Κατά το δεύτερο δε σκέλος αυτού ο λόγος αυτός συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχτηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα ως αληθινά αν και δεν διέταξε γι' αυτά απόδειξη. Αντίθετα δεν δημιουργείται ο ως άνω λόγος αναίρεσης όταν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις αποδείξεις που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αρχική ενάγουσα, Ψ2, ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι μίσθωσε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την ........
σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου, την τραπεζική θυρίδα..... του υποκαταστήματος της τελευταίας στους ......... της Αθήνας, η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε για ένα έτος, παρατάθηκε όμως με μεταγενέστερες. Ότι είχε χορηγήσει από τον Απρίλιο του 1978 στον αδελφό της Ψ4 εξουσιοδότηση προκειμένου να την εξυπηρετεί στη χρήση της θυρίδας αυτής, και ότι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης αν και γνώριζαν ότι αυτή ήταν μοναδικός δικαιούχος της θυρίδας, και ο αδελφός της πληρεξούσιός της, νόθευσαν το πρωτότυπο της αρχικής ..........
σύμβασης, και το πρωτότυπο της από ..... παράτασης, που βρίσκονταν στα χέρια της εναγομένης "προσθέτοντας το όνομα και την υπογραφή" του αδελφού της, έτσι ώστε να εμφανίζεται συμμισθωτής. Ότι ενόψει του ότι ο ανωτέρω αδελφός της που πέθανε στις 25.1.1986 την είχε εγκαταστήσει κληρονόμο του με την από ......... ιδιόγραφη διαθήκη του, η δε εναγομένη απαντώντας σε σχετική αίτηση της Δ.Ο.Υ., Ψυχικού περί του νομικού καθεστώτος της εν λόγω θυρίδας βεβαίωσε εγγράφως ότι αυτή και ο αδελφός της ήταν συμμισθωτές, υποχρεώθηκε, ενόψει της απειλούμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, να καταβάλει, ως κληρονόμος του 1/2 του περιεχομένου της, για φόρο κληρονομίας 5.335.126 δρχ., κατά το οποίο ζημιώθηκε από τις προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων της εναγομένης.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είχε υποχρέωση να της καταβάλει ως αποζημίωσή της το άνω ποσό των 5.335.126 δρχ., και χρηματική ικανοποίηση 5.000.000 δρχ.- Με την 6720/1995 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκαν η μεν ενάγουσα να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της αγωγής της που αμφισβητούσε η εναγόμενη Τράπεζα με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, η δε τελευταία να επιδείξει τα σχετικά με την κίνηση της εν λόγω θυρίδας έγγραφα που κατείχε.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι [μαρτυρικές καταθέσεις που είχαν διεξαχθεί και που περιείχε η 1434/97 εισηγητική έκθεση και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα] αποδεικνύονταν, εκτός άλλων και ότι:
Η αρχική σύμβαση μίσθωσης της θυρίδας θησαυροφυλακίου...... του υποκαταστήματος της εναγομένης στους...... της Αθήνας με αριθ. ....... καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης ως εκμισθώτριας και της αρχικώς ενάγουσας Ψ2, ως αποκλειστικής μισθώτριας. Το 1978 η μισθώτρια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και κατέστησε τον αδελφό της Ψ4 πληρεξούσιό της για να έχει με την ιδιότητα αυτή πρόσβαση στη μισθωμένη θυρίδα και έτσι να την εξυπηρετεί στη χρήση της θυρίδας αυτής.
Εκ των υστέρων και χωρίς να το γνωρίζει η μισθώτρια Ψ2, στο ένα από τα δύο πρωτότυπα της σύμβασης αυτής, το οποίο βρισκόταν στα χέρια της εναγομένης προστέθηκε από υπάλληλο της εναγομένης - εκμισθώτριας, δίπλα στο όνομα της μισθώτριας, το όνομα του αδελφού της Ψ4 και στο τέλος από τον ίδιο [Ψ4] η υπογραφή του - κάτω από την υπογραφή εκείνης - και ακόμη, στο περιθώριο του εγγράφου αυτού, χωρίς καμιά στο σημείο αυτό υπογραφή, η αναφερόμενη στον 1° όρο φράση "έκαστος (μισθωτής) ανεξαρτήτως και άνευ συμπράξεως του ετέρου", η αναφερόμενη στον 3° όρο λέξη "ουδενός (μισθωτού)", με συνέπεια να εμφανίζεται και εκείνος ως συμμισθωτής.
Για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής χρησιμοποιήθηκε έντυπο της εναγομένης, με προδιατυπωμένους όρους, που προσιδιάζουν σε μίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακίου από ένα μόνο μισθωτή, στο οποίο συμπληρώθηκαν από υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στους ........, με την ίδια γραφομηχανή, τα στοιχεία της αρχικής ενάγουσας Ψ2, ως μισθώτριας, η διάρκεια της μίσθωσης και το μίσθωμα.
Στο κενό του εν λόγω εντύπου, στη θέση του αντισυμβαλλόμενου μισθωτή, τέθηκαν με την ίδια γραφομηχανή, μετά την έντυπη φράση "συνεφωνήθησαν και συνομολογήθηκαν μεταξύ αφ' ενός της εν Αθήναις εδρευούσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και αφ' ετέρου...", οι λέξεις "της Ψ2" και, μετά την έντυπη φράση "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος...εκμισθοί προς..." οι λέξεις "την Ψ2".
Σε μεταγενέστερο χρόνο και με άλλη γραφομηχανή, με μεγαλύτερα και εμφανώς ασθενέστερης απόχρωσης μαύρα στοιχεία, έγινε στο εν λόγω έντυπο η προσθήκη, δίπλα στο όνομα της αρχικώς ενάγουσας Ψ2, του ονόματος του αδελφού της Ψ4 και, στο περιθώριο αυτού, η προσθήκη των παραπάνω αναφερόμενων ανυπόγραφων φράσεων.
Η από 7.7.1976 σύμβαση παράτασης της εν λόγω μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 28.7.1976 έως 28.7.1977 φέρει μόνο τα στοιχεία και την υπογραφή της Ψ2 ως μισθώτριας, η επόμενη δε από 13.10.1977 σύμβαση παράτασης του χρονικού διαστήματος από 28.7.1977 έως 28.7.1978 φέρει, όπως προκύπτει από το πρωτότυπο που διασώθηκε στα χέρια της ενάγουσας μόνο και πάλι τα στοιχεία της Ψ2, ως μισθώτριας και στο τέλος την υπογραφή του αδελφού της που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός της, ενώ στο πρωτότυπο, που προσκομίζεται από την εναγομένη, έχει προστεθεί με άλλη γραφομηχανή, δίπλα στο όνομα της Ψ2 , και το όνομα του αδελφού της Ψ4 και μάλιστα με στοιχεία του ίδιου μεγέθους και της ίδιας απόχρωσης με εκείνα που φέρονται στην αρχική σύμβαση.
Η εναγομένη απαντώντας σε σχετική αίτηση της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, βεβαίωσε τη Δ.Ο.Υ. αυτή με το έγγραφό της ....... ότι η Ψ2 και ο αδελφός της Ψ4 ήταν συμμισθωτές της θυρίδας..... του υποκαταστήματος ........., συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, όπως δήλωσε, ύστερα από μελέτη του σχετικού φακέλου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή της εναγομένης, η Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού επέβαλε φόρο κληρονομίας σε βάρος της Ψ2, φερόμενης ως κληρονόμου του 1/2 του περιεχομένου της πιο πάνω θυρίδας, ποσού 5.335.126 δρχ., το οποίο αυτή υποχρεώθηκε να πληρώσει ενόψει της απειλής σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η βεβαίωση όμως αυτή δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, αφού η αρχικώς ενάγουσα Ψ2 ήταν μοναδική μισθώτρια της επίμαχης θυρίδας και όχι συμμισθώτρια με τον αδελφό της Ψ4, ο οποίος υπήρξε απλός πληρεξούσιός της.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι από τις προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ζημιώθηκε η αρχική ενάγουσα κατά το άνω ποσό που κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ. και προκλήθηκε σ' αυτή ηθική βλάβη. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αλλοίωσης του περιεχομένου των αναφερόμενων στην αγωγή εγγράφων, ήτοι της αρχικής ..........
σύμβασης και του πρωτοτύπου της από 13.10.1977 παράτασης, που βρίσκονταν στα χέρια της εναγομένης - αναιρεσείουσας, του παράνομου και υπαίτιου χαρακτήρα της πράξης αυτής των υπαλλήλων της τελευταίας και της εκ της πράξης τους αυτής ζημίας της αρχικής ενάγουσας, από τις αποδείξεις που διατάχθηκαν με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Δεν έλαβε δε υπόψη γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή, που μετέβαλαν την ιστορική της βάση. Ούτε προκύπτει το αντίθετο από την παραδοχή του Εφετείου ότι η αλλοίωση των ανωτέρω εγγράφων δεν συνίσταται και στην θέση κατ' απομίμηση της υπογραφής του Ψ4, που ήταν γνήσια, αλλά συνίσταται μόνο στις επελθούσες από τους προστηθέντες υπαλλήλους της, εν αγνοία της μισθώτριας, μεταβολές [προσθήκες] που με την απόφασή του εξειδικεύει, εξ αιτίας των οποίων εθίγετο η αποδεικτική σημαντικότητα των εγγράφων αυτών.
Επομένως, οι λόγοι της αναιρέσεως, πρώτος από τον αριθ. 10 και δεύτερος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα Τράπεζα προβάλλει, αντιστοίχως, ότι χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη και χωρίς να υπάρχει τέτοιος αγωγικός ισχυρισμός, το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπογραφή επί των άνω εγγράφων του Ψ4 ήταν γνήσια, το γεγονός δε αυτό ήταν ουσιώδες διότι η παραδοχή τούτου είχε "ως φυσικό επακόλουθο την αποδοχή της αγωγής από το Δικαστήριο" είναι αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Συνακόλουθα, και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται. ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη, δεχόμενο το άνω περιστατικό που μετέβαλε (κατά την αναιρεσείουσα). τη βάση της αγωγής, ότι δηλαδή η υπογραφή επί των άνω εγγράφων του Ψ4 ήταν γνήσια, χωρίς να τάξει αποδείξεις και συνεπώς χωρίς να της δώσει το δικαίωμα να αμυνθεί, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.11.2005 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της 4717/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ