Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership dispute, upholding lower court's free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership in Salamina. The State argued that specific administrative documents lacked the statutory evidentiary weight required for public property, but the Court found this claim baseless. The Court ruled that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence to determine ownership based on the documents presented, rejecting the State's procedural and evidentiary objections.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 340 of the Code of Civil Procedure; The lower court's free evaluation of evidence prevails when administrative documents do not constitute full proof of public property status, and the appellant's claim regarding reduced evidentiary weight is rejected if the court acted within its discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1621 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Κ. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σόνια Μιχάλαρου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Π. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2345/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 647/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 647/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 2345/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του ήδη θανόντος δεύτερου ενάγοντα και της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η μεν πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ψιλή κυρία ο δε δεύτερος επικαρπωτής του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σαλαμίνας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987, Α.Π. 53/2023, Α.Π. 987/2017).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π 284/2021, ΑΠ 1840/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία.
Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας. Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 826/2018, Α.Π. 712/2015).
Περαιτέρω, σε περίπτωση επικλήσεως από τον ενάγοντα παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2006/2019, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα εκτός σχεδίου αγροτεμάχιο με την εντός αυτού ανεγερθείσα διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 58,58 τ.μ., ισόγειο όροφο, επιφάνειας 109 τ.μ., και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 106,51 τ.μ.
με βεράντα, επιφάνειας 10 τ.μ., και έχει αποτυπωθεί ως έκτασης 449 τ.μ. στο προσκομιζόμενο από μηνός Νοεμβρίου του έτους 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου - τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α, ως συνορεύον ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ του εν λόγω τοπογραφικού διαγράμματος μήκους μέτρων 14 με ιδιοκτησία αγνώστων, δυτικά επί προσώπου Α-Β μήκους μέτρων 14 με την ..., βόρεια επί πλευράς Δ-Α μήκους μέτρων 32 με ιδιοκτησία Α.
και Ι. Λ. και νότια επί πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων 32,15 με ιδιοκτησία Π. Π.. Σύμφωνα δε με τη νεότερη καταμέτρηση, που διενεργήθηκε από τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος κατά την ένταξη της περιοχής στο Εθνικό Κτηματολόγιο, το εν λόγω ακίνητο είναι έκτασης 437 τ.μ., ενώ έχει λάβει ΚΑΕΚ ..., και, με βάση το επίσης προσκομιζόμενο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, συνορεύει γύρωθεν με τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ..., ...
και .... Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα με παράγωγο τρόπο κτήσης. Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα κατέστη ψιλή κυρία αυτού με μεταβίβαση για νόμιμη αιτία από τον προηγούμενο πλήρη κύριο πατέρα της (αρχικά δεύτερο ενάγοντα και ήδη αποβιώσαντα), ο οποίος παρακράτησε για τον εαυτό του και την (επίσης αποβιώσασα προ της άσκησης της αγωγής) σύζυγό του Μ.
Π., την επικαρπία του μεταβιβασθέντος, για όλη τη διάρκεια της ζωής αμφοτέρων, λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../22.12.1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ασήμως Τσιλιβίγκου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ....
Στο δεύτερο ενάγοντα περιήλθε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, κατά μείζονα έκταση 855 τ.μ., με συμφωνία μεταξύ αυτού και της προηγούμενης κυρίας μεγαλυτέρου ακινήτου στην περιοχή Κ. συζύγου Δ. Κ., το γένος Π. Γ., για νόμιμη αιτία, και συγκεκριμένα λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1960 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Κωνσταντίνου Κυριάκου, που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ....
Στη συνέχεια ο δεύτερος ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα, τμήμα, έκτασης 427 τ.μ., του ανωτέρω ακινήτου, που αγόρασε με το προαναφερθέν συμβόλαιο, λόγω πώλησης, από κοινού και κατ' ισομοιρίαν, στους Χ. Λ. και Α. σύζυγο Χ. Λ., με το υπ'αριθμ. .../1963 συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί, με αποτέλεσμα να παραμείνει κύριος στο εναπομείναν εδαφικό τμήμα, που αποτελεί το νυν επίικο.
Αποδείχθηκε επίσης ότι από το έτος 1960, όταν περιήλθε στο δεύτερο ενάγοντα η φυσική εξουσίαση του αγορασθέντος ακινήτου, ο ανωτέρω το νεμήθηκε, μέχρι το έτος 1963 κατά μείζονα έκταση, και έκτοτε μόνον κατά την έκταση του νυν επιδίκου, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το έτος 1999, όταν το μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στην πρώτη ενάγουσα, ασκώντας επ' αυτού, διανοία κυρίου, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου προσώπου, και τον προαναφερθέντα νόμιμο τίτλο, αλλά και ανεξαρτήτως αυτών, και μετά το έτος 1999 και στο εξής διανοία δικαιούχου του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας, δηλαδή για χρονικό διάστημα, που, έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (στις 22.2.2010), υπερβαίνει τα δέκα (10), αλλά και τα είκοσι (20) έτη αντίστοιχα, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, της βούλησής του να το εξουσιάζει σαν να ήταν δικό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, και ειδικότερα, το οριοθέτησε, το επισκεπτόταν, το επέβλεπε, το επιτηρούσε, συντηρούσε τα όριά του, και επιμελείτο του καθαρισμού του, ενώ το έτος 1979 ανήγειρε εντός αυτού, με δαπάνες του, διώροφη οικοδομή, την οποία δήλωνε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
ως περιουσιακό του στοιχείο, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού, πέραν του παραγώγου τρόπου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, και με πρωτότυπο τρόπο κτήσης, δηλαδή με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Μετά δε τη μεταβίβαση της ψιλής του κυριότητας στη θυγατέρα του - πρώτη ενάγουσα το έτος 1999 και εφεξής, η τελευταία συνέχισε να ασκεί επ'αυτού τις αυτές πράξεις νομής, συνεχώς και αδιατάρακτα, με τον προαναφερθέντα νόμιμο τίτλο κτήσης και με καλή πίστη, για χρονικό διάστημα, που μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (το έτος 2010) υπερβαίνει τα δέκα (έτη), αλλά και ανεξαρτήτως καλής πίστης και νόμιμου τίτλου για μεγαλύτερο της εικοσαετίας χρονικό διάστημα, προσμετρώντας στην περίπτωση αυτή και το χρόνο, κατά τον οποίο χρησιδέσποζε στο ακίνητο ο άμεσος δικαιοπάροχός της - δεύτερος ενάγων με τα αυτά προσόντα, με αποτέλεσμα να καταστεί ψιλή κυρία αυτού και με πρωτότυπο τρόπο, και δη με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία.
Σημειωτέον ότι μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου των εναγόντων από το εναγόμενο, οι ενάγοντες, πέραν των καθ' υποφοράν αναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής τους, και με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, επιτρεπτά συμπλήρωσαν την αγωγή τους, όπως και υποχρεούντο, ώστε να προσδιορίσουν τον τρόπο κτήσης κυριότητας της ανωτέρω, αλλά και των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους, μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπο τρόπο, δυνάμενο να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς, υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, από τις οποίες συνάγεται η πραγμάτωση της θέλησης αυτών να κατέχουν το ακίνητο ως κύριοι .....
Περαιτέρω, από την αξιολόγηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ δάσος, όπως η έννοια του δάσους καθορίσθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ούτως ώστε, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ανήκει σε ιδιώτες, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο βασιλικό διάταγμα της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" διαδικασία, διά της εμπρόθεσμης προσκόμισης οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας στη Γραμματεία των Οικονομικών, να ισχύει ως προς το αυτό το τεκμήριο κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, όπως ισχυρίσθηκε το τελευταίο, και μάλιστα, όχι μόνον κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, όπερ αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου, αλλά ουδέποτε στο παρελθόν, καθώς και ότι δεν υπήρξε ποτέ ούτε λιβάδι ή βοσκότοπος.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτό είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή και καλλιεργείτο συνεχώς από τον πατέρα της δικαιοπαρόχου του δεύτερου ενάγοντος Κ. σύζυγο Δ. Κ. Π. Γ. κατά μείζονα έκταση ήδη από το έτος 1870 και στο εξής, αλλά και προ αυτού από τους δικαιοπαρόχους του Κ.Δ. Γ. και Δ. Γ. από το έτος 1864, ενώ ουδέποτε το εναγόμενο άσκησε επ'αυτού πράξεις νομής.
Σημειωτέον ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση των 18.280 τ.μ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, καταλήφθηκε από το Σ. Μ. ή Β., σε βάρος του οποίου εκδόθηκαν κατά τα έτη 1936, 1937, 1938 και 1939 "πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως", δηλαδή πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, καθώς αποδείχθηκε ότι απέχει οκτώ (8) χιλιόμετρα από το ανωτέρω καταπατηθέν ακίνητο, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής Ι.
Ρ., τοπογράφου μηχανικού. Μάλιστα, τα προαναφερθέντα έχουν γίνει δεκτά και όσον αφορά στο προς νότον όμορο του επιδίκου ακίνητο με ΚΑΕΚ ... με την υπ'αριθμ. 4908/2008, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που και αυτή εκδόθηκε επί αγωγής του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 2664/1998 για τη διόρθωση εσφαλμένης αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, η σε βάρος της οποίας ασκηθείσα έφεση του τότε και νυν εναγομένου, το οποίο, όπως έγινε δεκτό, εσφαλμένα καταχωρήθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως κύριος του ανωτέρω ακινήτου, απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ.626/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, και η σε βάρος της τελευταίας αίτηση αναίρεσης, επίσης του Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 112/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, δηλαδή κρίθηκε αμετάκλητα ότι το τότε επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα της καταληφθείσας από το πρόσωπο αυτό έκτασης.
Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί μη διενέργειας πράξεων νομής στο νυν επίδικο από το εναγόμενο ουδέποτε στο παρελθόν, περί μη αμφισβήτησης απ'αυτό επί μακρόν των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των εναγόντων, αλλά και περί του ότι το ανωτέρω ακίνητο δεν εμπίπτει στην καταληφθείσα από το Μ. ή Β. έκταση, την οποία εσφαλμένα το εναγόμενο ταυτίζει με το χαρακτηρισθέν υπό στοιχεία ...
δημόσιο κτήμα, όπου όντως περιλαμβάνεται το επίδικο, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. Ε4159/ 2170/Ν. 11549/20.4.1975 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 114/24.5.1975, τεύχος Δ') ανακλήθηκε προγενέστερη αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής, που αφορούσε και στο επίδικο, προς επέκταση της χερσαίας ζώνης του Λιμένος Πειραιώς, και η ανωτέρω ανακλητική απόφαση, που προκλήθηκε λόγω μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, καθώς και διότι κρίθηκε ότι αυτή δεν ήταν πλέον αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού δημόσιας ωφέλειας, για τον οποίο κηρύχθηκε, όπως ρητά αναφέρεται σ'αυτήν, και όχι διότι διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση αναφέρεται σε δημόσιο κτήμα, καταχωρήθηκε στην οικεία μερίδα και του δευτέρου των εναγόντων, ο οποίος φερόταν ως ιδιοκτήτης του επιδίκου, όπερ δε συνάδει με την ιδιότητα της ευρύτερης απαλλοτριωθείσας περιοχής ως δημοσίου κτήματος, καθώς κατά λογική και νομική αναγκαιότητα η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προϋποθέτει εξ ορισμού και εκ των πραγμάτων ότι πρόκειται περί ακινήτου, που ανήκει κατά κυριότητα σε τρίτο πρόσωπο, και όχι στο ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο.
Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα τέσσερα (4) πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως", δηλαδή πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, εκδοθέντα σε βάρος της δικαιοπαρόχου του δευτέρου ενάγοντος Κ. συζύγου Δ. Κ., με τα οποία προσδιορίσθηκε ποσό ετησίου μισθώματος για κατεχόμενη και χρησιμοποιούμενη απ'αυτήν ως αγρό δημόσια έκταση 18 στρεμμάτων και 280 τ.μ.
στη θέση "..." της Κοινότητας ... για τα έτη 1926, 1927, 1928 και 1932, καθώς, αφενός μεν ουδόλως αποδείχθηκε ότι το νυν επίδικο πράγματι εμπίπτει στην εν λόγω έκταση, που μάλιστα ρητά χαρακτηρίζεται ως αγρός, και όχι ως δάσος, αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, με την υπ'αριθμ.38/1940 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνας έγινε δεκτή η ανακοπή της ανωτέρω και ακυρώθηκε το από 7 Μαρτίου 1940 πρωτόκολλο της "Επιτροπής γνωμοδοτήσεως" του νόμου 5895, με το οποίο υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο μίσθωμα κατεχόμενου αγρού για τα έτη 1926-1939 (ήτοι και για τα έτη, που προαναφέρθηκαν), καθώς, όπως έγινε δεκτό, το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε αγρό, κυριότητας της ανακόπτουσας, και όχι του Ελληνικού Δημοσίου, που καλλιεργείτο ήδη από το έτος 1864 και στο εξής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της Δ.
Γ. και Κ.Δ. Γ., και εκμισθωνόταν σε άλλα πρόσωπα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση το εναγόμενο δεν έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με έναν εκ των επικαλουμένων τρόπο κτήσης (ως δάσος, λιβάδι, βοσκότοπο, ή με έκτακτη χρησικτησία), ήτοι ότι δεν πρόκειται περί δημοσίου κτήματος, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ούτε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν αποκτήσει κυριότητα σε αυτό με έκτακτη χρησικτησία μέχρι την 11η.9.1915, διά της διενέργειας πράξεων νομής επί χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών μέχρι τότε με καλή πίστη, όπως απαιτείται προκειμένου να καταλυθεί από ιδιώτη η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί δημοσίου κτήματος, αλλά είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επ' αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης.
Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά τις πρώτες (αρχικές) εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας το επίδικο ακίνητο εσφαλμένα καταχωρήθηκε ως κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα του υπό στοιχεία ... δημοσίου κτήματος, όπερ προσβάλλει τα επ' αυτού αποκτηθέντα δικαιώματα ψιλής κυριότητας και επικαρπίας των εναγόντων αντίστοιχα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, επίσης δέχθηκε τα ανωτέρω και με, έστω εν μέρει διαφορετική, και συνοπτικότερη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, και αφενός μεν αναγνώρισε την πρώτη των εναγόντων ψιλή κυρία και το δεύτερο επικαρπωτή του επιδίκου ακινήτου αντίστοιχα με παράγωγο τρόπο κτήσης, όπως κυρίως ζητήθηκε από τους ενάγοντες (και όχι πρωτότυπο, που προβλήθηκε κατά δικονομική ετπκουρικότητα) δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφετέρου δε διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να καταχωρηθούν οι ενάγοντες πλέον ως δικαιούχοι των εν λόγω δικαιωμάτων, με τίτλο κτήσης το συγκεκριμένο συμβόλαιο (συνεπώς, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου η εξέταση της βασιμότητας του λόγου έφεσης, που αφορά σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την κρίση του περί ορισμένου της αγωγής αναφορικά με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο κτήσης των εγγραπτέων δικαιωμάτων των εναγόντων, ενώ, όπως ισχυρίσθηκε το εναγόμενο, ως προς αυτόν η αγωγή απορριπτέα τυγχάνει ως αόριστη ελλείψει αναφοράς στο δικόγραφο συγκεκριμένων πράξεων νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους), ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από το εκκαλούν απορριπτομένων ως αβασίμων , όπως και της ένδικης έφεσης στο σύνολό της".
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν αναγνωρίζοντας ότι η μεν πρώτη ενάγουσα τυγχάνει ψιλή κυρία και ο δεύτερος ενάγων επικαρπωτής του περιγραφόμενου επιδίκου ακινήτου και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, απέρριψε δε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου συμπληρώνοντας και αντικαθιστώντας εν μέρει τις αιτιολογίες αυτού.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν η μεν πρώτη την ψιλή κυριότητα δυνάμει του .../1999 και νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής που συνέστησε ο δεύτερος ενάγων υπέρ αυτής, παρακρατώντας την επικαρπία, του περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, το οποίο είναι εκτός σχεδίου αγροτεμάχιο με την εντός αυτού ανεγερθείσα διώροφη οικοδομή και βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας ..., και ήδη του Δήμου ....
Ότι ο δεύτερος ενάγων, δυνάμει του .../1960 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοράς ακινήτου, αγόρασε από την Κ. συζ. Δ. Κ., ευρύτερη έκταση 855 τ.μ. εντός της οποίας βρισκόταν το επίδικο, από το οποίο μεταβίβασε τμήμα 477 τ.μ δυνάμει του .../1963 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου στους Χ. Λ. και Α. συζ. Χ. Λ. και ότι το υπόλοιπο τμήμα που του απέμεινε αποτελεί το επίδικο.
Ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν αγροτεμάχιο, το οποίο ο δεύτερος ενάγων από το 1960 νεμήθηκε σε ευρύτερη έκταση και από το 1963 κατά την έκταση του νυν επιδίκου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το 1999, όταν μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στην πρώτη ενάγουσα, ασκώντας επ'αυτού πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση του με καλή πίστη και τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο και μετά το 1999 με διάνοια δικαιούχου του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δέκα έτη αλλά και ανεξαρτήτως του νομίμου τίτλου και της καλής πίστης και τα είκοσι έτη.
Ότι από το 1999 και εφεξής η πρώτη ενάγουσα , συνέχισε να ασκεί επ'αυτού τις ίδιες πράξεις νομής συνεχώς και αδιάλειπτα με τον προαναφερθέντα νόμιμο τίτλο και με καλή πίστη για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δέκα έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής (2010) και ανεξαρτήτως της καλής πίστης και του νομίμου τίτλου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας προσμετρώντας στην περίπτωση αυτή και τον χρόνο που χρησιδέσποζε στο ακίνητο και ο δεύτερος ενάγων ώστε να καταστεί ψιλή κυρία με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα και ειδικότερα δάσος, ή λιβάδι ή βοσκότοπος, αλλά αντιθέτως ανέκαθεν είχε αγροτική μορφή και καλλιεργείτο με δημητριακά από τον πατέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Δ. Γ. και από τους δικαιοπαρόχους αυτού από το έτος 1864 σε μείζονα εδαφική έκταση και από την τελευταία μετά την κατάτμηση αυτού και τέλος μετά την μεταβίβαση στους ενάγοντες οι τελευταίοι ανήγειραν με δαπάνες τους την περιγραφόμενη κατοικία.
Ότι καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά γραφεία του Δήμου Σαλαμίνας εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων Ν. ΔΞΝ/1912, του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος 29-4/16-3-1926 και του άρθρου 4 Α.Ν. 1539/1938 καθώς και αυτών του ν. 12 πανδ. (28.7), ν.14 παρ.8, πανδ (11.7), ν. 69 (πανδ. (29.2) αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης από το αναιρεσείον δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και απόκτησης των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων από τους ενάγοντες με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές, κατά την κρίση του αναιρεσείοντος και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το προαναφερόμενο ουσιαστικό ζήτημα που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον τρόπο κτήσεως των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εναγόντων στο επίδικο και την αποδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ'ουσίαν, και την απόρριψη ως αβασίμων των ισχυρισμών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) η κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες στην αιτιολογία και ποια τα αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκαν, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την απόρριψη των περί ιδίας κυριότητας προβληθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, τον χαρακτήρα του επιδίκου ως ιδιωτικής αγροτικής εκτάσεως και τον τρόπο κτήσεως από τους ενάγοντες, των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επ'αυτού, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ, χωρίς να απαιτείται η αναφορά ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο μέχρι την 11-9-1915, δια της διενέργειας πράξεων νομής επί χρονικό διάστημα τριάντα ετών μέχρι τότε με καλή πίστη, και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το λόγο αυτό είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 369,1033,1192,1194 και 1198 του Α.Κ , αναφορικά με τον τρόπο κτήσεως των αναφερομένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εναγόντων. Ειδικότερα με το λόγο αυτό αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως τρόπο κτήσεως της επικαρπίας του δεύτερου ενάγοντα και της ψιλής κυριότητας της πρώτης και ήδη αναιρεσίβλητης τον παράγωγο τρόπο, χωρίς να αιτιολογείται ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας της αμέσου δικαιοπαρόχου του δεύτερου ενάγοντα ο οποίος στην συνέχεια μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα στην πρώτη ενάγουσα.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και ως εκ τούτου απορριπτέος διότι στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές, κατά την κρίση του αναιρεσείοντος και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με όσα και στον αμέσως παραπάνω λόγο αναφέρονται. Περαιτέρω δε ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως, αλυσιτελής, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες απέκτησαν τα προαναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας αντίστοιχα στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή έκτακτη χρησικτησία.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του Κ.Πολ.Δ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. ( Α.Π 348/2021,ΑΠ 445/2019).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατ'εκτίμηση του λόγου αυτού το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στο απόσπασμα από το Γενικό Βιβλίο Καταγραφής των δημοσίων κτημάτων (σχετικά με το Α.Β.Κ 59 δημόσιο κτήμα στη νήσο Σαλαμίνα), στο υπ' αριθμ.
πρωτ. …/4.2.2011 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά με το συνημμένο σε αυτό με αριθ. πρωτ. …/31.1.2011 έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας (Τεχνικού Τμήματος) και το συνημμένο σε αυτό από 18.11.2008 τοπογραφικό διάγραμμα σε αντικατάσταση του από 16-5-2008 ομοίου τυπογραφικού διαγράμματος των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ.
Α. (αγρονόμου -τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), το οποίο θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ. και στο με αριθμ, πρωτ. .../4.8.2010 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πειραιά μικρότερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ο νόμος δεσμευτικά για αυτά ορίζει.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον παραπάνω έγγραφα δεν αποτελούν, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., αφού το γεγονός ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο ήταν δημόσια έκταση και συνακόλουθα είχε την κυριότητα αυτού το Δημόσιο, δεν είναι από εκείνα για τα οποία τα πιο πάνω έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, έκρινε μετά από εκτίμηση του περιεχομένου και των εγγράφων αυτών, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 11-12-2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 647/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-12-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 647/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ