Legislator Case Law & Legislation
1621/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against university contract dismissal, ruling no employment relationship exists.

Case Number 1621/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former university staff against their dismissal. The appellants argued that their contracts violated constitutional protections for dependent employment, claiming they were effectively permanent employees. The court rejected this, holding that the specific legal framework for university personnel excludes such protections for those hired to meet temporary academic needs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 §§ 1 (a) & 3 of Law 2112/1920; Articles 7 & 8 of Section 103 of the Constitution; The provisions regarding dependent employment do not apply to academic staff at Technological Educational Institutions hired to fulfill temporary educational needs, as they do not provide work under a dependent employment relationship.

Keywords

AI generated
dependent employment relationship university academic staff temporary contract dismissal constitutional protection scope Technological Educational Institutions labor law interpretation dismissal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 8 §§ 1 (a) & 3 of Law 2112/1920
Articles 7 & 8 of Section 103 of the Constitution
2112/1920 (2ος λόγος) και των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (3ος λόγος), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1621/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" που εδρεύει στα Κοίλα Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Μακεδονίας", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων - καθών η Α' κλήση: 1) … και 5) …., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσείοντος - καθού η Β' κλήση: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2004 αγωγή των ήδη καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης (με αριθμό κατάθεσης 72/2004). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/10/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 1461/2018 και 1319/2019 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες ανέβαλλαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους λόγους περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 δε. α' και 3 Ν. 2112/1920 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος ως προς τους ως άνω καλούντες μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής διά της 1458/2018 αποφάσεως του τμήματος τούτου.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας η οποία απέρριψε τους παραπεφθέντες με την 1458/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγους της από 1/1/2011 αίτησης αναίρεσης, ως προς τους καλούντες της από 29/1/2020 κλήσης. Κατόπιν της απόφασης αυτής, η υπόθεση επαναφέρεται ως προς τους καλούντες με τις από 12/10/2021 Α' και Β' κλήσεις του αναιρεσιβλήτου Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά τη συζήτηση των κλήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το καλούν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πουλάκης ανέγνωσε την από 30/1/2018 έκθεσή του ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Λουκά Μόρφη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 209/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τις από 12.10.2021 δύο κλήσεις του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, ως οιονεί καθολικού διαδόχου, κατ' άρθρο 16 παρ. 1, 2 του ν. 4610/2019 (ΦΕΚ τ. Α 70/7.5.2019), του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Μακεδονίας" - αναιρεσίβλητου, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 1.10.2010 και με αριθμό κατ. 32/17.11.2010 αίτηση αναίρεσης των καθών η κλήση (και άλλων 17 αναιρεσειόντων, ήδη μη διαδίκων) κατά της με αριθμ. 209/21.11.2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την έκδοση των με αριθμό 1461/2018 και 1319/2019 αποφάσεων του δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες αναβλήθηκε η συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, για τους πέντε πρώτους των καθών η πρώτη κλήση με την πρώτη απόφαση και για τον Α.

Κ., καθού η δεύτερη κλήση, με τη δεύτερη απόφαση, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με τη με αριθμό 1458/2018 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Ήδη εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/2021 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. 2.-Στη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. … εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Ε. Μ., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα των από 12.10.2021 κλήσεων προς περαιτέρω συζήτηση της αναίρεσης μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 1461/2018 και 1319/2019 αποφάσεων του παρόντος δικαστηρίου (με τις οποίες κατά τα ήδη προεκτεθέντα αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης μέχρι να εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την 1458/2018 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου), με πράξη ορισμού δικασίμου, από τον Πρόεδρο του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10.5.2022), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στους καθών οι ανωτέρω κλήσεις - αναιρεσείοντες.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω με αριθμό 1461/2018 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, εκ των αναιρεσειόντων οι καθών της πρώτης των ανωτέρω από 12.10.2021 κλήσης, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά και αναβλήθηκε ερήμην του αναιρεσίβλητου η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρις εκδόσεως αποφάσεως της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο είχε παραπεμφθεί ενώπιόν αυτής με την υπ' αριθμ. 1458/2018 απόφαση του Β2 Τμήματος.

Επίσης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω με αριθμό 1319/2019 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου ο αναιρεσείων της δεύτερης των ανωτέρω από 12.10.2021 κλήσεων, Α. Κ., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαβαλά και αναβλήθηκε αντιμωλία του αναιρεσιβλήτου η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρις εκδόσεως αποφάσεως της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο είχε παραπεμφθεί ενώπιόν αυτής με την υπ' αριθμ. 1458/2018 απόφαση του Β2 Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο (10.5.2022), οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι ως άνω κληθέντες αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. 3.-Με την από 1.10.2010 και με αριθ. κατάθ. 32/17.11.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 209/21.11.2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 8.6.2005 και με αριθμό κατ. 52/15.6.2005 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων (και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή), κατά της υπ' αριθ. 105/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 12.2.2004 και με αριθμό κατ. 72/17.2.2004 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι πλείονες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ του καθενός ενάγοντος και του εναγομένου (Τ.Ε.Ι.

Δυτικής Μακεδονίας), επί σειρά ετών έως του έτους 2004, χρονικής διάρκειας ενός ακαδημαϊκού έτους ή εξαμήνου, βάσει του άρθρου 19 του ν. 1404/1984 και του π.δ. 163/2002, για δήθεν κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου σε εκπαιδευτικό προσωπικό των ειδικοτήτων του καθενός από αυτούς, συνιστούν μια ενιαία σύμβαση αόριστης χρονικής διάρκειας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, της Κοινοτικής Οδηγίας 99/70/ΕΚ και του π.δ. 81/2003, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί με τους ίδιους όρους, αλλά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε στην ουσία την ανωτέρω έφεση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης όλοι οι αρχικά είκοσι τρεις (23) ενάγοντες - εκκαλούντες, η οποία συζητήθηκε στις 13.2.2018 και εκδόθηκε η με αριθμό 1461/2018 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία α) διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους 2η, 4η, 5η, 9ο, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20ο, 21ο, 22ο, και 23ο των εναγόντων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων και κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, β) θεωρήθηκε η αίτηση ως μη ασκηθείσα ως προς τις 10η και 11η των αναιρεσειουσών, γ) απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί παραβιάσεως των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, ως προς τους 1ο, 3η, 6η, 7ο και 8ο των αναιρεσειόντων - ήδη καθών η πρώτη κλήση και δ) αναβλήθηκε για τους τελευταίους η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους λόγους περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 εδ.

α'και 3 Ν. 2112/1920 (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (τρίτος λόγος αναίρεσης), μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο είχε παραπεμφθεί ενώπιον αυτής δια της υπ' αριθμ. 1458/2018 αποφάσεως του τμήματος αυτού (Β2).

Εν τω μεταξύ ο 22ος των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων και ήδη καθού η δεύτερη των ανωτέρω κλήσεων, Α. Κ., ως προς τον οποίο είχε κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα ανωτέρω, με την από 11.4.2019 κλήση του, ζήτησε τον προσδιορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στην ορισθείσα δικάσιμο, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 1319/2019 απόφαση του τμήματος τούτου με την οποία α) απορρίφθηκε ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί παραβιάσεως των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν (Α.

Κ.) και β) αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους λόγους περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920 (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (τρίτος λόγος αναίρεσης) ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα και ήδη καθού η δεύτερη κλήση, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο είχε παραπεμφθεί ενώπιον αυτής δια της υπ' αριθμ. 1458/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου.

Ήδη όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε η με αριθμό 3/2021 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Μακεδονίας" αρχικώς εναγόμενο - εφεσίβλητο - αναιρεσίβλητο, νόμιμα με τις από 12.10.2021 δύο κλήσεις του, επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω καθών οι κλήσεις. 4.-Από τις διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.

Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΟλομΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 20/2007).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 & 8/2011).

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006 και 19/2007), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.

Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για το χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι, εάν οι συμβάσεις τους έχουν το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι, εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν το χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές.

Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες (§ 1), ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, ότι τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους (§ 5) και ότι οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί, το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει και τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων (§6).

Ακόμη, κατά το άρθρο 1 § 1 εδ. α' του Ν. 2916/2001 "Διάρθρωση της Ανώτατης Εκπ/σης και ρύθμιση θεμάτων του Τεχνολογικού Τομέα αυτών" (ΦΕΚ Α' 114), "Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: αα) τον Πανεπιστημιακό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον Τεχνολογικό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα".

Περαιτέρω, στον ιδρυτικό νόμο των Τ.Ε.Ι., Ν. 1404/1983 "Δομή και λειτουργία των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων" (ΦΕΚ Α' 173), όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1 § 1. Ιδρύονται Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.), τα οποία ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα Τ.Ε.Ι.

είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Η οργάνωση και η λειτουργία τους διέπονται από τις διατάξεις του νόμου, ενώ ειδικότερα θέματα ρυθμίζονται με τον εσωτερικό κανονισμό κάθε Τ.Ε.Ι. ... Άρθρο 3 § 1. Τα μέλη του Τ.Ε.Ι. διακρίνονται σε τακτικά και έκτακτα: "α) Τακτικά είναι τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (E.Π.), τα μέλη του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), το Διοικητικό Προσωπικό (Δ.Π.), το Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό (Ε.Τ.Π.) και οι σπουδαστές." β) Έκτακτα μέλη είναι οι επισκέπτες καθηγητές και εκείνα του προηγούμενου εδαφίου, εκτός των σπουδαστών, που απασχολούνται στο Τ.Ε.Ι.

με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. ... Άρθρο 15 § 1. Το κύριο διδακτικό και ερευνητικό έργο ασκείται από το εκπαιδευτικό προσωπικό (Ε.Π.), το οποίο ανήκει σε μια από τις βαθμίδες Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Αναπληρωτή Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Επίκουρου Καθηγητή Τ.Ε.Ι. και Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι. § 2. Τα μέλη του Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος. ...

Άρθρο 17 § 1. Οι Καθηγητές και Αναπληρωτές Καθηγητές διορίζονται ως μόνιμοι. Οι Επίκουροι Καθηγητές και οι Καθηγητές Εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. διορίζονται με θητεία τριών ετών. ... Άρθρο 19 § 1. α) Για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Η σύμβαση μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη. β) Το εκπαιδευτικό αυτό Προσωπικό προσλαμβάνεται σε θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Εκπαιδευτικού Ειδικών Μαθημάτων (Ε.Ε.Μ.), για τις οποίες ως ελάχιστα προσόντα ορίζονται τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π.

αντίστοιχα. Στο εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό ανατίθεται η εκτέλεση όμοιου διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου επιστημονικού και οργανωτικού έργου που έχει προβλεφθεί για το μόνιμο Ε.Π. της αντίστοιχης με τα προσόντα του βαθμίδας ή τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. γ) Η απασχόληση του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού μπορεί να είναι πλήρης ή μερική.

Η μηνιαία αποζημίωσή του είναι ίση με τις κάθε είδους αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της αντίστοιχης βαθμίδας Ε.Π. ή των μελών Ε.ΔΙ.Π., κατά περίπτωση, εφόσον η απασχόληση είναι πλήρης ή το ανάλογο ποσοστό των αποδοχών αυτών, εφόσον η απασχόληση είναι μερική. δ) Για την προκήρυξη και την πρόσληψη ή την ανανέωση της σύμβασης αποφασίζει το Συμβούλιο του Τ.E.Ι.

μετά από σχετική εισήγηση του Συμβουλίου του οικείου Τμήματος ή του Κ.Ξ.Γ.Φ.Α. κατά περίπτωση. Η προκήρυξη, στην οποία ορίζονται μεταξύ άλλων το γνωστικό αντικείμενο ή η ειδικότητα, κατά περίπτωση, της προς πλήρωση θέσης και η εβδομαδιαία απασχόληση, δημοσιεύεται το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος και η σύμβαση μεταξύ του Τ.Ε.Ι.

και του προσλαμβανομένου υπογράφεται πριν από την έναρξη του διδακτικού έτους. § 11 α) Οι προσλαμβανόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εντάσσονται και προσφέρουν υπηρεσίες στο Τμήμα, το οποίο τους αναθέτει τις περισσότερες ώρες διδασκαλίας. Αν υπάρχουν ίσες ώρες διδασκαλίας σε δύο ή παραπάνω Τμήματα, για την ένταξη αποφασίζει ο Διευθυντής της Σχολής ή, αν τα Τμήματα ανήκουν σε διαφορετικές Σχολές, ο Πρόεδρος του Τ.Ε.Ι.

β) Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού του παρόντος άρθρου για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο Τ.Ε.Ι., σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, μη προβλεπόμενα από το νόμο αυτόν, έναντι του Τ.Ε.Ι. ή του Δημοσίου". Στο άρθρο 22 §§ 1 & 2 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "§ 1.) Το διοικητικό προσωπικό (Δ.Π.), των Τ.Ε.Ι., αποτελείται από τους διοικητικούς, τεχνικούς και βοηθητικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες του και συγκροτείται κατά κλάδους και ειδικότητες σύμφωνα με το άρθρο 23 του νόμου αυτού.

Και (§ 2.) Τα μέλη του Δ.Π. είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και για όλα τα θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης, όπως επίσης και για θέματα ασφαλιστικά και υγειονομικής περίθαλψης, εφαρμόζονται οι κείμενες για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους διατάξεις". Τέλος, κατά την εξουσιοδοτική διάταξη της § 10 του άρθρου 19 του ν. 1404/1983, που ορίζει ότι "με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την προκήρυξη, τη διαδικασία επιλογής, τους όρους απασχόλησης, τη συμμετοχή στα συλλογικά όργανα και την πειθαρχική δικαιοδοσία", εκδόθηκε το ισχύον κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων π.δ. 355/1996 (ΦΕΚ Α' 231) "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΕΕΜ ΣΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ", το οποίο ορίζει τα εξής:

Στο άρθρο 2 § 9 "Η απόφαση του Συμβουλίου του ΤΕΙ για την πρόσληψη των Συνεργατών και των μελών ΕΕΜ αποστέλλεται στον υπεύθυνο της Ομάδας Μαθημάτων μέσω του Προϊσταμένου του Τμήματος. Ο υπεύθυνος της Ομάδας Μαθημάτων αναθέτει με έγγραφό του, που επιδίδεται επί αποδείξει, το διδακτικό έργο στους επιλεγέντες Συνεργάτες του Τμήματος ή στα μέλη ΕΕΜ, που καλούνται να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 με την οποία δηλώνουν ότι δεν θα απασχοληθούν σε άλλο τμήμα του ιδίου ή άλλου ΤΕΙ και να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία ανάθεσης.

Η κλήση κοινοποιείται στον Πρόεδρο του ΤΕΙ. Εάν ο προσλαμβανόμενος δεν προσέλθει μέσα στην προθεσμία της παραγράφου αυτής, τότε καλείται ο αμέσως επόμενος στον πίνακα αξιολόγησης". Στο άρθρο 3 § 3 "α) Για την αξιολόγηση των υποψηφίων Ειδικών Συνεργατών ΤΕΙ ο υπεύθυνος της Ομάδας Μαθημάτων καταρτίζει πίνακα αξιολόγησης των αιτήσεων των ενδιαφερομένων κατ' αλφαβητική σειρά, στον οποίο καταγράφονται τα κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του Ν. 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 του Ν. 2413/1996 και τα γενικώς απαιτούμενα για τα τακτικά μέλη Ε.Π, και Ε.Ε.Π, των ΤΕΙ τυπικά προσόντα αυτών, αναφέρει τη διευθυντική θέση την οποία κατέχουν, προσδιορίζει το αντικείμενο της επαγγελματικής απασχόλησης αυτών και εκφέρει ουσιαστική κρίση για τη συνάφεια του αντικειμένου της επαγγελματικής απασχόλησης των ενδιαφερομένων προς τα εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα της Ομάδας Μαθημάτων καθώς και για την ειδικότερη ενίσχυση του επιπέδου των δραστηριοτήτων της Ομάδας Μαθημάτων που αναμένεται λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων των ενδιαφερομένων".

Στο άρθρο 4 "1. Μεταξύ του επιλεγέντος Επιστημονικού ή Εργαστηριακού Συνεργάτη ή ΕΕΜ ή Ειδικού Συνεργάτη και του Προέδρου του ΤΕΙ υπογράφεται σύμβαση εργασίας στη οποία αναγράφονται. α. Τα ατομικά στοιχεία του προσλαμβανόμενου. Εάν πρόκειται για θέση Ειδικού Συνεργάτη αναγράφεται και η διευθυντική θέση την οποία κατέχει ο προσλαμβανόμενος κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης.

β. Ο χρόνος έναρξης και ο χρόνος λήξης της ισχύος της σύμβασης. γ. Η κατηγορία στην οποία ανήκει ο προσλαμβανόμενος. δ. Ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας διδακτικής ή εκπαιδευτικής απασχόλησης και η αμοιβή του προσλαμβανόμενου. ε. Το Τμήμα, η Ομάδα ή Ομάδες Μαθημάτων στα οποία θα απασχοληθεί και τα μαθήματα, εργαστήρια, ή το εκπαιδευτικό έργο που θα αναλάβει ο προσλαμβανόμενος.

στ. Τυχόν άλλες υποχρεώσεις του προσλαμβανόμενου προς την Ομάδα ή Ομάδες Μαθημάτων, το Τμήμα ή το ΤΕΙ. ζ. Οι όροι καταγγελίας της σύμβασης. η. Το πειθαρχικό δίκαιο που θα ισχύει. 2. Η σύμβαση των Επιστημονικών Συνεργατών, Εργαστηριακών Συνεργατών, ΕΕΜ και Ειδικών Συνεργατών μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, όπως υπηρεσιακή ανεπάρκεια, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, συχνές απουσίες, διατάραξη της λειτουργίας του Τμήματος ή της Ομάδας Μαθημάτων, έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με τα όργανα του Ιδρύματος ή τους λοιπούς εκπαιδευτικούς. 3.

Αν για οποιοδήποτε λόγο, κατά το χρόνο ισχύος της σύμβασης εργασίας, ο προσλαμβανόμενος παραιτηθεί ή, αποχωρήσει ή εάν απουσιάσει αδικαιολόγητα από τα καθήκοντά του τουλάχιστον δύο (2) ημέρες απασχόλησής του ανά εξάμηνο, λύεται αυτεπαγγέλτως ή με καταγγελία, κατά περίπτωση, η σύμβαση εργασίας κατά την κρίση των παραπάνω οργάνων πρόσληψης.

Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προσλαμβάνεται ο αμέσως επόμενος στον πίνακα αξιολόγησης για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της σύμβασης. 4. Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες, ΕΕΜ και Ειδικούς Συνεργάτες εφαρμόζονται αναλογικά οι κείμενες διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου που ισχύουν για το μόνιμο ΕΠ και ΕΕΠ. 5.

Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες και ΕΕΜ μπορεί να ανατίθεται και άλλο έργο, σχετιζόμενο με τα διδακτικά τους καθήκοντα, όπως συνοδοί σε εκπαιδευτικές εκδρομές, η μελέτη θεμάτων σπουδών, διεθνείς συνεργασίες, παροχή νομικών υπηρεσιών". Στο δε άρθρο 5 (με τίτλο: "Συμμετοχή των Συνεργατών και των Εκπαιδευτικών Ειδικών Μαθημάτων σε Συλλογικά Όργανα των ΤΕΙ"), ότι "Οι Επιστημονικοί Συνεργάτες, οι Εργαστηριακοί Συνεργάτες, οι Ειδικοί Συνεργάτες και οι Εκπαιδευτικοί Ειδικών Μαθημάτων μετέχουν στη Γενική Συνέλευση της Ομάδας Μαθημάτων και στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος με δικαίωμα λόγου, αλλά όχι ψήφου".

Όμοιες ρυθμίσεις διέλαβε και το μεταγενέστερο π.δ. 163/2002 (ΦΕΚ Α' 149) με τίτλο: "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΕΕΜ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΣΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΕΙ". Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά την ισχύουσα νομοθεσία και το Σύνταγμα (άρθρ. 16 §§ 5 & 6 του Συντ.

και ν. 1404/1983, όπως τροπ.), στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως είναι και τα Τ.Ε.Ι., το διδακτικό -ερευνητικό τους έργο έχει ανατεθεί στο εν γένει εκπαιδευτικό προσωπικό τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και το εκπαιδευτικό προσωπικό Τ.Ε.Ι. που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 19 § 1α' ν. 1404/1983.

Όλα τα μέλη Ε.Π., άρα και του άρθρου 19 § 1α', έχουν δικαίωμα για έρευνα και διδασκαλία, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εκτέλεση του έργου τους στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του Τμήματος και είναι δημόσιοι λειτουργοί ή επιτελούν δημόσιο λειτούργημα, κατά την έννοια του άρθρου 16 § 6 του Συντάγματος.

Ρητά, επίσης, ορίστηκε, ως προϋπόθεση για εκλογή στις έκτακτες θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Ε.Ε.Μ., οι προσλαμβανόμενοι να κατέχουν ως ελάχιστα προσόντα τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π.

αντίστοιχα, τα οποία είναι ολιγότερα, μεν, ανάλογης, όμως, ποιοτικής αξίας με τα προσόντα των λοιπών βαθμίδων του Ε.Π., αφού δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή κλπ και η πρώτη ουσιαστική κρίση με αμιγή ακαδημαϊκά κριτήρια γίνεται για την εκλογή στη βαθμίδα αυτή.

Συνεπώς, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του άρθρου 19 § 1α' ν. 1404/1983 αποτελεί βαθμίδα καθηγητικού προσωπικού των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και συνδέεται με αυτά με ειδική σύμβαση εργασίας, λόγω του πλήρως αυτοδιοίκητου των ΤΕΙ κατά το Σύνταγμα, η αυτοτέλεια των οποίων περιλαμβάνει προεχόντως την εξουσία εκλογής δια των ιδίων αυτών οργάνων του διδακτικού -ερευνητικού προσωπικού τους, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ιδρυτικού τους νόμου (1404/1983), επιτελεί δε (το εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου) δημόσιο λειτούργημα, που σημαίνει ότι συνδέεται με χαλαρότερη, σε σχέση με το δημόσιο υπάλληλο, σχέση εξάρτησης προς τις προϊστάμενες αρχές του, ότι διαθέτει ευχέρεια πρωτοβουλιών και επιλογών και ότι στελεχώνει ανώτερες βαθμίδες της πολιτειακής δομής, στοιχεία τα οποία δεν προσιδιάζουν στην υπαλληλική ιδιότητα που απαιτεί η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Άλλωστε, το προσωπικό αυτό αντιδιαστέλλεται σαφώς από το διοικητικό προσωπικό των ΤΕΙ, επί του οποίου, κατά τους ορισμούς του νόμου, εφαρμόζονται οι κείμενες για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους διατάξεις, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαλληλική σχέση του με το ΤΕΙ. Επομένως, οι άνω εργασιακές συμβάσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των Τ.Ε.Ι., ελλείψει της υπαλληλικής ιδιότητας αυτών, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Το αντίθετο (ότι πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας) ουδόλως συνάγεται από το ότι ο νόμος κάνει λόγο για σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αφού ο χαρακτηρισμός της έννομης σχέσεως ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ούτε προκύπτει εξαρτημένη εργασία και από το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού, όπως προσδιορίζεται από το ν. 1404/1983 και το ρυθμιστικό π.δ. 355/1996, αφού ρητά προσλαμβάνονται για να διδάξουν, εντός του συμφωνηθέντος αριθμού ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, συγκεκριμένο εκπαιδευτικό έργο υψηλού επιπέδου (διδασκαλία στην ανώτατη εκπαίδευση), κατά το δοκούν, βάσει της προκήρυξης και στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του οικείου Τομέα που τους ανατίθεται επί αποδείξει με έγγραφο από τον υπεύθυνο της ομάδας μαθημάτων, ελεγχόμενοι μόνο κατά τους όρους καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο (που προσδιορίζεται ως υπηρεσιακή ανεπάρκεια, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων, συχνές απουσίες, διατάραξη της λειτουργίας του Τμήματος ή της Ομάδας Μαθημάτων, έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με τα όργανα του Ιδρύματος ή τους λοιπούς εκπαιδευτικούς) και αναλογικά κατά τις διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου, που ισχύουν για το μόνιμο Ε.Π.

και Ε.Ε.Π., συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων του Τ.Ε.Ι. με τα τακτικά μέλη του Ε.Π. με δικαίωμα λόγου χωρίς ψήφο και δεν υποβάλλονται σε ιδιαίτερη δέσμευση και εξάρτηση από τον εργοδότη (ΤΕΙ), που να δικαιολογεί την ειδική προστασία τους από το εργατικό δίκαιο, ώστε να καθιστά την εργασία τους εξαρτημένη. Σε κάθε περίπτωση, για τα ιδρύματα αυτά, που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν προβλέπεται η πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε οι προσλαμβανόμενοι ως ωρομίσθιο εκπαιδευτικό προσωπικό να τυγχάνουν άνισης μεταχείρισης έναντι τέτοιου προσωπικού από την επανειλημμένη επαναπρόσληψή τους, που γίνεται για την κάλυψη διδακτικών αναγκών των ιδρυμάτων αυτών, όταν τέτοιες ανάγκες ανακύπτουν, ούτε είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η απασχόλησή τους ως ωρομισθίων, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που προβλέπει ο ίδιος ο νομοθέτης, σύμφωνα με τα παραπάνω, απαγορεύοντας ρητά αυτός τη μετατροπή των σχέσεών τους σε αορίστου χρόνου, λόγω ακριβώς της αυτοτέλειας των ιδρυμάτων και των ιδιαίτερων απαιτήσεων να αποτελείται το μόνιμο προσωπικό τους από κορυφαίους επιστήμονες που επιλέγουν τα ίδια τα ιδρύματα, έγινε για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματά τους από τον εργοδότη έναντι άλλου προσωπικού απασχολουμένου σε αυτό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας στις συμβάσεις των εκτάκτων εκπαιδευτικών μελών από τα Τ.Ε.Ι. υπαγορεύεται από αντικειμενικούς λόγους και δεν ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας εργασιακών διατάξεων, καθότι οι έκτακτοι αυτοί επιστημονικοί και εργαστηριακοί συνεργάτες καλύπτουν έκτακτες και απρόβλεπτες εκπαιδευτικές ανάγκες του Ιδρύματος, όπως περιόδους κενών θέσεων σε κάθε τμήμα, είτε από αποχωρήσεις εκπαιδευτικού προσωπικού (συνταξιοδότηση, παραίτηση) ή νόμιμης απουσίας τους (άδειες), όπου οι διαδικασίες εκλογής μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 16 ν. 1404/1983, είναι χρονοβόρες, είτε από ίδρυση νέων τμημάτων, καθώς και τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του Ιδρύματος, που καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών που επιλέγουν κάθε διδακτικό εξάμηνο το κάθε μάθημα.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια των συμβατικών τους καθηκόντων οι ανάγκες είναι μεταβαλλόμενες, όπως προκύπτει ευθέως από τις συμβάσεις τους, κατά τις οποίες οι έκτακτοι εκπαιδευτικοί μπορεί να τύχουν αυξομειώσεων στις ώρες απασχόλησής τους, που κυμαίνονται σε ποσοστό 20%. Ενόψει δε των πρόσκαιρων αυτών αναγκών των Ιδρυμάτων, η διαδικασία πρόσληψης του έκτακτου αυτού εκπαιδευτικού προσωπικού είναι συνοπτική και ταχεία, δεν γίνεται με τη διαδικασία, τη δημοσιότητα, την αυστηρότητα, τις απαιτήσεις και τον έντονο ανταγωνισμό που ισχύει για την επιλογή των τακτικών καθηγητών, είναι μειωμένα τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψή τους, είναι διαφορετικές οι διαδικασίες εκλογής, δεν διεξάγεται έλεγχος νομιμότητας από το ΥΠΑΙΘ και οι προκηρύξεις για την πρόσληψή τους λαμβάνουν μειωμένη δημοσιότητα.

Δεν πρόκειται δε για ανανεώσεις συμβάσεων, αλλά για νέες συμβάσεις κατόπιν προκήρυξης κάθε έτος. Επιπλέον, όλοι οι (έκτακτοι) Συνεργάτες έχουν το δικαίωμα της παράλληλης απασχόλησης (υπό τον περιορισμό ότι δεν μπορούν να απασχοληθούν σε άλλο τμήμα του ίδιου ή άλλου ΤΕΙ και κατά το ωράριο που έχουν δηλώσει), που σημαίνει ότι εκ παραλλήλου με τη διδασκαλία τους μπορούν να απασχολούνται οπουδήποτε στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, χωρίς να ισχύουν γι' αυτούς ασυμβίβαστα και οι περιορισμοί που ισχύουν για τους τακτικούς εκπαιδευτικούς.

Επομένως, η σύναψη και η διάρκεια των ειδικών συμβάσεων του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού, που καθορίζεται από το νόμο, υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους και δεν έγιναν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων της κατηγορίας αυτής. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι η σχέση του επί συμβάσει προσωπικού προς τα ΤΕΙ για την παροχή του εν λόγω διδακτικού και ερευνητικού έργου δεν είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ούτε υποκρύπτεται στις ειδικές αυτές συμβάσεις τέτοια σχέση, με την πρόσληψη δε, επί βάσεως ακαδημαϊκού έτους ή εξαμήνου, τέτοιων καθηγητών δεν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ΤΕΙ, αποκλειομένης, έτσι, της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και, συνεπώς, και του άρθρου 8 Ν. 2112/1920.

Σημειωτέον ότι, με τις υπ' αριθ. 7 και 8/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έχει κριθεί ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο (και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) πριν την έναρξη ισχύος: 1) της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (Φ.Ε.Κ.

Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν δε και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους (των διατάξεων αυτών) και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή από πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τοιούτων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή, προϋπόθεση του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου ως αορίστου (χρόνου) είναι η εφαρμογή επ' αυτών των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, ήτοι η παροχή εξαρτημένης εργασίας ή να υποκρύπτεται στις συμβάσεις αυτές τέτοια σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, η οποία καλύπτει πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του Δημοσίου κλπ.

Η ρύθμιση αυτή, όμως, δεν εφαρμόζεται στους αναιρεσείοντες, ως έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό του αναιρεσίβλητου Τ.Ε.Ι., που προσλήφθηκαν έκαστος με την ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 19 § 1α' ν. 1404/1983, διότι, όπως προειπώθηκε, δεν παρείχαν εξαρτημένη εργασία, κάλυπταν δε έκτακτες, απρόβλεπτες και μεταβαλλόμενες εκπαιδευτικές ανάγκες του Ιδρύματος και όχι πάγιες και διαρκείς και, επομένως, δεν πρόκειται για συγκρίσιμη περίπτωση (ΟλΑΠ 3/2021). 5.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).

6.-Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς τους ενδιαφέροντες τον αναιρετικό έλεγχο λόγους αναίρεσης της παραβιάσεως α) των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920 (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και β) της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (τρίτος λόγος αναίρεσης), αφού παραθέτει στη μείζονα σκέψη διατάξεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο 4 της παρούσας, καταλήγει στο ότι: "Οι βάσεις της αγωγής που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ είναι μη νόμιμες, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεδομένου ότι οι ένδικες συμβάσεις συνήφθησαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος και του ν. 1404/1983, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου.

Επίσης, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του π.δ. 81/2003, ενώ δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως των άρθρων 26, 28 παρ. 1, 87 και 103 παρ. 2 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες αντικαθιστά το παρόν δικαστήριο, έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε (άρθρο 534 ΚΠολΔ)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943, 8 Ν. 2112/1920 και των §§ 2, 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η σχέση των αναιρεσειόντων με το αναιρεσίβλητο ΤΕΙ δεν είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ούτε υποκρύπτεται στις συμβάσεις αυτές τέτοια σχέση.

Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κυρίως στο διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό και δεν έχουν πεδίο εφαρμογής σε όσους δεν παρέχουν έργο με εξαρτημένη εργασία, αλλά προσφέρουν διδακτικό και ερευνητικό έργο σε Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Η πραγματοποίηση της αναφερθείσας εκπαιδευτικής αποστολής των εν λόγω Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων συντελείται από όλες τις κατηγορίες του εκπαιδευτικού προσωπικού τους, δηλαδή και από το μόνιμο και από το επί συμβάσει εκπαιδευτικό προσωπικό, στο πλαίσιο που διαγράφεται από το νόμο, που επιτελεί δημόσιο λειτούργημα.

Άλλωστε, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, ότι εργάζονταν με τους ίδιους όρους και συνθήκες των μονίμων συναδέλφων τους (μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό), οι οποίοι, ως δημόσιοι λειτουργοί, κατά τα άνω, δεν συνδέονται με τον εργοδότη τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, προσληφθέντες με την προβλεπόμενη ως άνω, νομοθετικά, πρόσληψη έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού, που έχει θεσμοθετηθεί από της ιδρύσεως των Τ.Ε.Ι.

το έτος 1983, για την αντιμετώπιση των έκτακτων, απρόβλεπτων και μεταβαλλόμενων εκπαιδευτικών αναγκών των ιδρυμάτων, ενόψει των ιδιαίτερων απαιτήσεων αυτών και της Πολιτείας να αποτελείται το μόνιμο προσωπικό τους από κορυφαίους επιστήμονες που επιλέγουν τα ίδια τα ιδρύματα, δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, οι από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης ( ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης έχει απορριφθεί, κατά τα προαναφερόμενα από τις με αριθμό 1461/2018 και 1319/2019 μη οριστικές αποφάσεις του παρόντος τμήματος), για παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 8 §§ 1 εδ.

α' & 3 Ν. 2112/1920 (2ος λόγος) και των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (3ος λόγος), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

7.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω καθών η κλήση - αναιρεσείοντες, στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι τα ανωτέρω νομικά ζητήματα τέθηκαν και στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκαν με την υπ' αριθμ. 3/2021 απόφασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.10.2010 και με αριθμό κατ. 32/17.11.2010 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 1 - 5 των καθών η από 12.10.2021 κλήση Π. Σ. του Δ. (1ο αναιρεσείοντα), Α. Κ. του Ζ. (3η αναιρεσείουσα), Π. Π. του Σ. (6η αναιρεσείουσα), Φ. Π. του Γ. (7ο αναιρεσείοντα), Σ. Π. του Χ. (8ο αναιρεσείοντα) και ως προς τον καθού η από 12.10.2021 κλήση Α. Κ. του Χ. (22ο αναιρεσείοντα), ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης.- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ