Legislator Case Law & Legislation
1621/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of civil compensation claim for damages caused by an employee's fraudulent investment scheme.

Case Number 1621/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn the appellate court's dismissal of a civil suit seeking damages for an investment fraud. The appellant alleged that an employee of the defendant company, acting as a financial intermediary, deceived him into transferring funds under false pretenses of a guaranteed investment program. The lower court rejected the claim because it found no causal link between the employee's fraudulent conduct and the company's assigned duties. The Supreme Court ruled that the appellate court erred in law by failing to apply the relevant provisions of the Civil Code regarding the causal connection between the employee's wrongful act and the company's service obligations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 922 of the Civil Code; Article 386 of the Penal Code: The employer is liable for damages caused by an employee if the wrongful act was committed in the exercise of the duties assigned to the employee, regardless of whether the act was intentional or negligent.

Keywords

AI generated
employer liability employee fraud causal connection Civil Code provisions appellate review investment fraud corporate responsibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
Articles 914 and 922 of the Civil Code
Article 386 of the Penal Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 7/2006
Supreme Court Judgment 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1621/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπουτσιδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 23-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 131/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και, δεχόμενη την από 16-2-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 460/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-5-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη [ευθυνόμενη εις ολόκληρον με άλλο, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, πρόσωπο] να του καταβάλει ως υπόχρεη από σχέση προστήσεως ποσό 40.600 € ως θετική του ζημία και 29.556 € ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

II. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαίτιος σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση (ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1325/2007), κατέστη δε δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν (Α.Π. 1888/2013, Α.Π. 331/2010).

Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (Α.Π. 9/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία εκτός από το δόλο υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β)η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία. είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου πρόσωπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015, ΑΠ 1197/2005). III. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχική δεύτερη εναγομένη, δηλ.

η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη (παριστάμενη υπό τη νέα επωνυμία της "..."), ευθυνόμενη επομένως για όλες τις υποχρεώσεις αυτής, ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, του Χρηματιστηρίου Παραγώγων Αθηνών και της Εταιρείας Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων, με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών που αφορούν τη λήψη, αποδοχή, εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση, εντολών του κάθε πελάτη της - επενδυτή είτε για την κατάρτιση για λογαριασμό του χρηματιστηριακών συναλλαγών για τα χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.

α (i) του Ν. 2396/1996 (π.χ. αγορά και πώληση μετοχών, ομολόγων και εντόκων γραμματίων του δημοσίου κ.λ.π.) είτε για την κατάρτιση και εκκαθάριση για λογαριασμό του χρηματιστηριακών συναλλαγών σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ.1 στοιχ. α (i) περ. γγ, δδ, εε και ζζ του ίδιου ως άνω νόμου, δυνάμενη επίσης να απασχοληθεί, μετά από ειδική έγγραφη σύμβαση που θα σύναπτε με τον πελάτη - επενδυτή, με διαχείριση χαρτοφυλακίου και με παροχή υπηρεσιών συμβούλου επενδύσεων.

Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της ίδρυσε υποκατάστημα ..., για τις ανάγκες λειτουργίας του οποίου προσέλαβε την 1-11-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το μη διάδικο ... Ι. Σ., προκειμένου ο τελευταίος να απασχοληθεί ως ειδικός διαμεσολαβητής χρηματιστηριακών πράξεων. Ο συγκεκριμένος απασχολήθηκε ως υπάλληλος της μέχρι την 19-1-2005, οπότε καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας του, με την υπό ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση της εργοδότριας.

Τα εργασιακά του καθήκοντα ήταν η λήψη και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση των εντολών του εκάστοτε πελάτη της τελευταίας - επενδυτή για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως η αγορά και πώληση μετοχών, κατά την εκτέλεση δε αυτών τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες της εργοδότριας, υπάρχουσας έτσι μεταξύ τους σχέσης πρόστησης.

Παράλληλα, ο ως άνω υπάλληλος τηρούσε στην εργοδότρια του χρηματιστηριακό λογαριασμό με κωδικό αριθμό ..301, δυνάμενος μέσω αυτού να πραγματοποιεί, ως πελάτης, χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ο ενάγων [και ήδη αναιρεσείων], που είναι δημοτικός υπάλληλος, ήδη από την 29-1-2001 ήταν πελάτης της αρχικής εναγόμενης εταιρείας, έχοντας συνάψει μαζί της τις υπό ίδια ημερομηνία δύο (2) συμβάσεις για την παροχή προς αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω, έκτοτε δε διέθετε χρηματιστηριακό λογαριασμό με κωδικό ..518 και διενεργούνταν για λογαριασμό του και μετά από εντολές του, από το υποκατάστημά της ..., χρηματιστηριακές συναλλαγές και δη είτε αγορές και πωλήσεις μετοχών, είτε επενδύσεις σε ....

Στα πλαίσια αυτής της σχέσης που τον συνέδεε με την αρχική εναγόμενη εταιρεία και δη με το υποκατάστημά της ..., ο ενάγων ήρθε σε επαφή με τον εργαζόμενο εκεί Ι. Σ., τον οποίο γνώρισε αρχικά με την υπαλληλική του ιδιότητα και προοδευτικά ανέπτυξε μαζί του φιλική σχέση, εργαζόμενοι μάλιστα ταυτόχρονα και σε κέντρο νυκτερινής διασκέδασης, όπου ο ίδιος δούλευε ως παρκαδόρος και ο Σ.

ως "μαιτρ", καθώς και σχέση εμπιστοσύνης για τις επαγγελματικές του ικανότητες. Τον Ιανουάριο του 2004, ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως υπαλλήλου χρηματιστηριακής εταιρείας και την εμπιστοσύνη του ενάγοντος, του παρέστησε ψευδώς ότι υπήρχε δήθεν επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο ο επενδυτής που θα μετείχε θα είχε σταθερή μηνιαία απόδοση, ανερχόμενη για κεφάλαιο 30.000 ευρώ στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή με εγγυημένη απόδοση 72% ανά έτος) και παράλληλα εγγυημένο το επενδυθέν κεφάλαιο του, το οποίο θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να του αποδοθεί μετά από προειδοποίηση 3 ημερών.

Υπό τις παραστάσεις αυτές, που ήταν ψευδείς, αφού ουδέποτε υπήρξε τέτοιο επενδυτικό πρόγραμμα που να το διαχειρίζονταν ή να το διέθετε είτε η χρηματιστηριακή εταιρεία είτε οποιοσδήποτε άλλος επενδυτικός φορέας, όπως και ο ίδιος ο ενάγων παραδέχεται την 19-10-2011 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης, εξετασθείς ως πολιτικώς ενάγων κατά την εκδίκαση, σε δεύτερο βαθμό, της σε βάρος του Ι.

Σ.υ κατηγορίας για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη για την οποία ο τελευταίος καταδικάσθηκε με την 1796/2011 απόφαση του δευτεροβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, σε ποινή φυλάκισης 3 ετών, όπως και πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί με την 941/12-3-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, ο εφεσίβλητος-ενάγων πείστηκε και δέχθηκε να συμμετάσχει στο πραγματικά ανύπαρκτο επενδυτικό πρόγραμμα.

Για το λόγο αυτό ο τελευταίος έδωσε εντολή στην αρχική εναγόμενη εταιρεία, την 20-1-2004, να του καταβάλει από το χρηματιστηριακό λογαριασμό του που τηρούσε σ' αυτή και ο οποίος την ίδια ημέρα παρουσίαζε υπόλοιπο υπέρ του, ύψους 31.141,61 ευρώ, το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο και πράγματι αυτή του κατέβαλε στον υπ' αριθμό …-295 τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος στην Τράπεζα Πειραιώς, με χρέωση του δικού της με αριθμό …-000046-914, γνωστού στον ενάγοντα, λογαριασμού που τηρούσε στην αυτή τράπεζα και μέσω του οποίου διενεργούνταν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές με τους πελάτες της και επομένως και με τον ενάγοντα, στον οποίο ο τελευταίος κατέθετε τα εκάστοτε απαιτούμενα χρηματικά ποσά για τις επενδυτικές του κινήσεις....

Έχοντας έτσι στην κατοχή του ο ενάγων το παραπάνω ποσό των 30.000 ευρώ, την ίδια ημέρα....., το κατέθεσε στον ίδιο με αριθμό ….-914 λογαριασμό της αρχικής εναγομένης, αλλά για λογαριασμό του Ι. Σ.υ, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι κατά την κατάθεση τέθηκε η ένδειξη ότι αυτή αφορούσε το χρηματιστηριακό λογαριασμό με κωδικό αριθμό ..301, που τηρούσε, όπως προαναφέρθηκε, ο ανωτέρω Ι.

Σ. στην εργοδότριά του, το οποίου το όνομα μάλιστα αναφέρονταν στο εν λόγω έγγραφο, με αποτέλεσμα να πιστωθεί ισόποσα ο λογαριασμός του τελευταίου (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση από την εκκαλούσα αντίγραφο της κίνησης του τραπεζικού της λογαριασμού τη συγκεκριμένη ημέρα) και έτσι να περιέλθει στην κατοχή του το επίμαχο χρηματικό ποσό, δυναμένου έκτοτε να το διαθέτει κατά βούληση.

Ο ανωτέρω το επόμενο διάστημα των 8 μηνών, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια στα όσα ψευδή είχε παρουσιάσει στον εφεσίβλητο - ενάγοντα περί της δήθεν ύπαρξης επενδυτικού προγράμματος με το παραπάνω περιεχόμενο και με απώτερο σκοπό να εφησυχάσει τον τελευταίο περί της δήθεν πραγματοποίησης της ανύπαρκτης επένδυσης αλλά και να του αποσπάσει και άλλο χρηματικό ποσό, κατέθετε ο ίδιος, όπως ο ενάγων ομολογεί στην αγωγή του αλλά και παραδέχεται και ενώπιον των ανωτέρω ποινικών Δικαστηρίων [και όχι η αρχικώς εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία], μηνιαίως τη δήθεν απόδοση του φερόμενου ως επενδυθέντος κεφαλαίου του των 30.000 ευρώ και δη καταθέτοντας μηνιαίως το ποσό των 1.800 ευρώ στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του της Τράπεζας Πειραιώς.

Σε υλοποίηση αυτού του σχεδίου του, με την επανάληψη το Σεπτέμβριο του 2004 των ίδιων ως άνω ψευδών παραστάσεων, ο Ι. Σ. έπεισε τον ενάγοντα να συμμετάσχει εκ νέου στο φερόμενο ως υπαρκτό επενδυτικό πρόγραμμα, με κεφάλαιο αυτή τη φορά το ποσό των 25.000 ευρώ, που κατά τις ψευδείς παραστάσεις θα του απέφερε ως μηνιαία απόδοση το ποσό των 1.500 ευρώ (θα είχε επομένως την αυτή απόδοση του 72% ετησίως).

Ο ενάγων, θεωρώντας ότι υπήρχε το επενδυτικό πρόγραμμα, εφησυχασμένος προς τούτο.... από το γεγονός ότι ο Ι. Σ. του κατέβαλε μέχρι τότε, ανά μήνα, τη φερόμενη απόδοση του αρχικού του κεφαλαίου, έχοντας εισπράξει έτσι μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2004, το ποσό των 14.400 ευρώ (8 μήνες χ 1.800 ευρώ ανά μήνα), κατέθεσε την 27-9-2004 στον με αριθμό …-33 ΑΒ τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο Ι.

Σ. (μαζί με την Α. Σ.) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, το ποσό των 25.000 ευρώ, με αποτέλεσμα έτσι να περιέλθει στην κατοχή του τελευταίου το επίμαχο χρηματικό ποσό, δυναμένου έκτοτε να το διαθέτει κατά βούληση. Μετά τη λήψη και του ποσού αυτού, ο Ι. Σ. έπαψε να καταβάλει τη φερόμενη μηνιαία απόδοση του δήθεν επενδυθέντος κεφαλαίου, τόσο του αρχικού των 30.000 ευρώ όσο και του μεταγενέστερου των 25.000 ευρώ και μετά από τις σχετικές οχλήσεις του ενάγοντος, παραδέχθηκε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια επένδυση και ότι ο ίδιος παρακράτησε τα παραπάνω χρηματικά ποσά που δολίως, εξαπατώντας τον, του είχε αποσπάσει, ενώ η συμπεριφορά του, με ενέργειες επίσης του εφεσίβλητου - ενάγοντος, περιήλθε σε γνώση της εργοδότριας του- αρχικής εναγομένης και οδήγησε, μαζί με τις φήμες περί δανεισμού του από τρίτα πρόσωπα, στην απόλυσή του τον Ιανουάριο του 2005 (....).

Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ι. Σ. αδικοπράγησε σε βάρος του ενάγοντος, αφού από δόλο και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, του παρέστησε ψευδώς τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν περί της δήθεν ύπαρξης επενδυτικού προγράμματος με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και έτσι τον έπεισε να του καταβάλει αρχικά τό ποσό των 30.000 ευρώ για δήθεν συμμετοχή του στο ανύπαρκτο εν τοις πράγμασι πρόγραμμα και στη συνέχεια το ποσό των 25.000 ευρώ για την ίδια αιτία.

Η αδικοπρακτική του όμως συμπεριφορά του δεν υπήρξε απόρροια αιτίας σχετικής και τελούσας σε εσωτερική, αιτιώδη συνάφεια προς τα ανατεθέντα σ' αυτόν υπηρεσιακά καθήκοντα, που εξαντλούνταν στη λήψη από τους πελάτες και διαβίβαση προς την εργοδότρια του εντολών των τελευταίων για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων ούτε εξ αφορμής ή κατά κατάχρηση αυτών, αλλά εκδηλώθηκε στα πλαίσια ατομικής συμφωνίας που ο ενάγων είχε συνάψει με τον Ι.

Σ., εμπιστευόμενος αυτόν ότι είχε την ικανότητα να του επενδύσει με τέτοιο τρόπο τα χρήματά του, έτσι ώστε να λαμβάνει ο ίδιος υψηλότατα οικονομικά οφέλη, λίαν ασυνήθιστα μάλιστα για χρηματιστηριακές επενδύσεις, αφού είναι παγκοίνως γνωστό ότι τέτοιες επενδύσεις μόνο εγγυημένες και σταθερής απόδοσης δεν είναι και επί των οποίων, καθώς και επί του τρόπου διενέργειάς τους, με την παροχή δηλαδή σχετικών εντολών και προκαταβολή των αναγκαίων χρηματικών ποσών στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας, ο εφεσίβλητος είχε αποκτήσει ικανή εμπειρία.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης ατομικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του Ι. Σ.υ, στα πλαίσια της οποίας ο πρώτος παρέδωσε στο δεύτερο το συνολικό χρηματικό ποσό των 55.000 ευρώ, έτσι ώστε να το διαχειριστεί ο τελευταίος και να αποδώσει τα ανωτέρω οικονομικά οφέλη για τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, τεκμηριώνεται στα ακόλουθα στοιχεία:

α) κατά τους όρους της από 29-1-2001 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών για την κατάρτιση για λογαριασμό του χρηματιστηριακών συναλλαγών στα χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ.1 στοιχ. α (i) Ν.2396/96, που είχε συνάψει με την αρχική εναγομένη εταιρεία, ο ενάγων γνώριζε ότι για να του παρέχεται κάθε άλλη επενδυτική υπηρεσία, πλην αυτών που αποτελούσαν αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης, απαιτούνταν σύμφωνα με το ρητό όρο "4" αυτής, η κατάρτιση σχετικής (διάφορης) έγγραφης σύμβασης με τη χρηματιστηριακή εταιρεία.

Παρά ταύτα καμία έγγραφη σύμβαση δεν σύναψε με την αντίδικό του, παραλείποντας ακόμα και να λάβει στην κατοχή του έστω και ένα απλό έγγραφο, προερχόμενο από τη χρηματιστηριακή εταιρεία, που θα καταδείκνυε ότι αυτή διέθετε και λειτουργούσε το δήθεν επενδυτικό πρόγραμμα που του είχε παρουσιάσει ως υπαρκτό ο ανωτέρω Ι.

Σ., όταν μάλιστα αυτό, κατά τις ψευδείς παραστάσεις του τελευταίου, απέφερε ως "ετήσια εγγυημένη απόδοση" το υψηλότατο και εντελώς ασύνηθες στις συναλλαγές ποσοστό του 72% του επενδυθέντος κεφαλαίου, το οποίο τάχα διατηρούνταν ακέραιο, χωρίς να τίθεται ούτε καν σε διακινδύνευση. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, για τη διασφάλιση των χρημάτων του είχε ζητήσει από τον Ι.

Σ. να συνταχθεί μεταξύ τους σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο για την καταβολή στον ίδιο των παραπάνω χρημάτων, στοιχείο που με σαφήνεια καταδεικνύει ότι ήξερε ότι δεν συναλλάσσεται με τη χρηματιστηριακή εταιρεία, αλλά ατομικά με τον ανωτέρω, αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη σύναψης τέτοιου εγγράφου με τον Σ., αλλά θα αρκούσε η σύναψη έγγραφης σύμβασης με ιδιωτικό έγγραφο με τη χρηματιστηριακή εταιρεία, την κατάρτιση της οποίας και θα απαιτούσε πριν την καταβολή των χρημάτων.

Δεν θα πρέπει δε να παροράται ότι, αν η χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν σε θέση να παράσχει τέτοιες αποδόσεις και εγγυήσεις, θα ήταν εντελώς βέβαιο ότι θα διαφήμιζε με την ανάλογη δημοσιότητα, μετ' επιτάσεως, το αντίστοιχο πρόγραμμα, έτσι ώστε να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερο επενδυτές, αφού αυτοί μόνο ωφέλεια θα είχαν και μάλιστα χωρίς κανένα κίνδυνο, β) αν και, εξαιτίας των όρων της ίδιας ανωτέρω έγγραφης σύμβασης αλλά και των χρόνιων συναλλαγών του με την αρχικώς εναγόμενη, που χρονολογούνταν από τον Ιανουάριο του 2001, ο ενάγων γνώριζε ότι κάθε ποσό που απαιτούνταν για την εκτέλεση οποιασδήποτε επενδυτικής κίνησης έπρεπε αναγκαίως να κατατίθεται στο γνωστό στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό …-000046-914, που αυτή τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, ο ίδιος κατέθεσε το αρχικό ποσό των 30.000 ευρώ, που έλαβε από την αντίδικό του, στο λογαριασμό μεν αυτό αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να περιέλθει απευθείας στην κατοχή του Ι.

Σ.υ, όπως και πράγματι έγινε, με την αναγραφή ότι η κατάθεση αφορούσε τον τελευταίο και το χρηματιστηριακό του λογαριασμό και στη συνέχεια κατέθεσε το δεύτερο χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό που ο ανωτέρω τηρούσε (και μάλιστα μαζί με τρίτο πρόσωπο) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, δίδοντας έτσι ουσιαστικά το σύνολο του ποσού στον Ι.

Σ. για να το διαχειρίζεται αυτός, με μοναδικό σκοπό την απόλαυση ενός εντελώς ασυνήθους, στα πλαίσια των οικονομικών επενδύσεων, οφέλους, γ) η δήθεν μηνιαία απόδοση των 1.800 ευρώ κατετίθετο, επί οκτώ συνεχείς μήνες, στον τραπεζικό του λογαριασμό όχι από τη χρηματιστηριακή εταιρεία, όπως θα ήταν το απολύτως αναμενόμενο να συμβεί αν είχε πράγματι την πεποίθηση, όπως επιχειρεί να εμφανίσει, ότι είχε συμβληθεί με την εταιρεία και ότι αυτή διενεργούσε την υποτιθέμενη "επένδυσή" του, αλλά από τον ίδιο τον Ι.

Σ., γεγονός στο οποίο ο ενάγων ουδόλως αντέδρασε, αν και κατά τη διάρκεια του επίμαχου διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2004 και εφεξής, στη χρηματιστηριακή καρτέλα που τηρούσε γι' αυτόν η αρχικώς εναγομένη, εμφαίνονταν όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, που συνέχιζε να πραγματοποιεί η τελευταία για λογαριασμό του και δ) ο ενάγων, όπως παραδέχεται ο εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυράς του, είχε αποβλέψει στην φερόμενη ως μεγάλη οικονομική επιφάνεια του Ι.

Σ.υ, ο οποίος τον είχε βεβαιώσει ότι "είχε μεγάλη περιουσία ατομική και κάτι να πήγαινε άσχημα, θα τον αποζημιώσει", στοιχείο που καταδεικνύει ότι συναλλάχθηκε με τον ανωτέρω ατομικά και όχι με την ιδιότητα του προστηθέντος μίας εταιρείας, αφού αν συνέτρεχε η τελευταία περίπτωση, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να ζητεί και να λαμβάνει (κατά το μάρτυρά του) διαβεβαιώσεις περί της οικονομικής φερεγγυότητας του ίδιου, αφού θα αρκούσε η φερεγγυότητα της χρηματιστηριακής εταιρείας.

Εξάλλου, δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής και ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση υπόκειται ατομική συναλλαγή μεταξύ των ανωτέρω δύο φυσικών προσώπων. Πλέον συγκεκριμένα, όσο οι καταβολές του υψηλότατου (με βάση το φερόμενο ως επενδυθέν κεφάλαιο) και εντελώς ασυνήθους για παρόμοιες συναλλαγές ποσού των 1.800 ευρώ το μήνα συνεχίζονταν, ο ενάγων παρέμεινε εφησυχασμένος και δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να πληροφορηθεί περί της ύπαρξης του εν τέλει ανύπαρκτου "επενδυτικού" προγράμματος και κυρίως περί της εμπλοκής σ' αυτό της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν μάλιστα αυτό παρουσίαζε σημαντικότατη απόκλιση από τις συνήθεις επενδύσεις, αφού αφενός μεν δήθεν απέφερε "εγγυημένη απόδοση" στο υψηλότατο ποσοστό του 72% του κεφαλαίου ετησίως, αφετέρου δε το ίδιο το κεφάλαιο παρέμεινε αλώβητο.

Υπό τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας και της υπηρεσίας που έχει ανατεθεί στον Ι. Σ. δεν υφίσταται εσωτερική συνάφεια υπό την έννοια που απαιτείται, δηλαδή ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση που τον συνέδεε με τη χρηματιστηριακή εταιρεία ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας, όταν μάλιστα για την πραγμάτωση της στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε χρήση της θέσης ή των μέσων ή των ευκαιριών που χορήγησε η προστήσασα στο πλαίσιο της σχέσης της με τον προστηθέντα της, χωρίς να έχει καμία έννομη σημασία αν οι εν τέλει ψευδείς διαβεβαιώσεις του αδικοπραγήσαντος έλαβαν χώρα εντός του υποκαταστήματος της εταιρείας ..., αφού μόνο τούτο το στοιχείο, που υπερτονίζει ο ενάγων στην αγωγή του, και αληθές υποτιθέμενο, δεν αρκεί, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, για να καταφαθεί η ύπαρξη του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου.

Αντίθετα, η ζημιογόνος συμπεριφορά του συγκεκριμένου δράστη αναπτύχθηκε στα πλαίσια της ατομικής συναλλαγής που αυτός είχε με τον ενάγοντα, σε πλήρη γνώση του τελευταίου (αλλιώς δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να αφαιρέσει αυτός το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ από την κατοχή της χρηματιστηριακής εταιρείας και να το μεταθέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στην κατοχή του ζημιώσαντος, ούτε να καταθέσει το δεύτερο χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ σε προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου) και επομένως οφείλεται σε προσωπικούς του λόγους, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, με αποτέλεσμα να διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του, αφού ο μεταξύ τους σύνδεσμος εμφανίζεται ανύπαρκτος και η άδικη πράξη του Ι.

Σ.υ αποτελεί αυθυπόστατη και ανεξάρτητη της προστήσεως αδικοπραξία, τις επιζήμιες συνέπειες της οποίας δεν είναι δυνατόν να φέρει η προστήσασα χρηματιστηριακή εταιρεία. Συνοψίζοντας (...), δεν θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη της αρχικής εναγόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας και συνακόλουθα και της εκκαλούσας, ως προστήσασας (άρθρο 922 ΑΚ), από την αδικοπρακτική από δόλο συμπεριφορά του προστηθέντος Ι.

Σ..

Συνεπώς, ο αντίστοιχου περιεχομένου ισχυρισμός, που η εκκαλούσα νομότυπα είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής της, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος, οπότε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και δη ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του Ι.

Σ.υ και της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, δεχόμενο ότι η πρώτη τελέστηκε επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της δεύτερης και συνακόλουθα υποχρέωσε την εκκαλούσα στην καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αποδεχόμενο αντικειμενική ευθύνη αυτής ως προστήσασας, έσφαλε περί την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.... ".

Εν συνεχεία το Εφετείο αφού, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τη βάση της που στηρίζεται στην ευθύνη της από πρόστηση, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 Π.Κ., διότι παρόλο που δέχθηκε: α) ότι ο Ι. Σ. προσελήφθη από την αρχικώς εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως ειδικός διαμεσολαβητής χρηματιστηριακών πράξεων, όπως και απασχολήθηκε πράγματι στο υποκατάστημά της ..., β) ότι αυτός, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της άνω εταιρείας και την εμπιστοσύνη του ενάγοντος, του παρέστησε ψευδώς ότι υπήρχε δήθεν επενδυτικό πρόγραμμα, στο οποίο ο επενδυτής που θα μετείχε θα είχε σταθερή μηνιαία απόδοση και παράλληλα εγγυημένο το επενδυθέν κεφάλαιο του, γ) ότι ο αναιρεσείων πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις αυτές και αφού ανέλαβε από τον τραπεζικό του λογαριασμό ποσό 30.000 ευρώ, το κατέθεσε στο λογαριασμό της αρχικώς εναγομένης αλλά για λογαριασμό του Ι.

Σ. με τον κωδικό του χρηματιστηριακού λογαριασμού του τελευταίου και δ) ότι και πάλι ο Ι.Σ. έπεισε τον αναιρεσείοντα να συμμετάσχει στο φερόμενο ως υπαρκτό επενδυτικό πρόγραμμα με το ποσό των 25.000 ευρώ, που θα του απέφερε δήθεν σταθερή μηνιαία απόδοση -παραδοχές οι οποίες καταφάσκουν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν από την εναγομένη, αφού αυτός τέλεσε τις πράξεις αυτές εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως υπαλλήλου της- εν τούτοις έκρινε ότι δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόσει τις εφαρμοστέες ως άνω διατάξεις, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου και παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η από 25-6-2015 αίτηση του Ν. Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 131/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ