Supreme Court dismisses appeal on civil law grounds regarding housing needs and evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a housing dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific evidence proving the family no longer needed a separate room, but the court found the lower court had explicitly addressed these documents. The court ruled that the appellant's claims regarding the family's housing needs and the contractor's work were unsupported by the record, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to apply a legal ground, applied it incorrectly, or ignored evidence that must be considered under Articles 335, 338, 339, 341, and 346.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1621 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πετρούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Σ., συζ. Θ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δαμηλάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1074/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6500/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/2001, 1/1997, 62/1990, ΑΠ 2101/1984, 88/ 1980).
Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 207/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την καταχρηστικότητα ή μη της ασκήσεως της από 23-3-2010 (και με αριθμό κατάθ. .../2012) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη ότι α) ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά συναίνεσε στη διάνοιξη της μπαλκονόπορτας και στη συνέχεια, στις 10-7-2006, κατήγγειλε στην Πολεοδομία του Δήμου Γλυφάδας τις παράνομες κατασκευές και μετά την πάροδο πλέον των 5 1/2 ετών (Μάρτιο του 2012) άσκησε την ένδικη αγωγή, β) τα κίνητρα του ενάγοντος δεν σχετίζονται με την ανάγκη αποκατάστασης της εξωτερικής ομοιομορφίας της οικοδομής, αλλά λόγω της ποινικής αντιδικίας που ξεκίνησε μετά την υποβολή της ως άνω έγκλησης και γ) η αιτούμενη επαναφορά θα επιφέρει οικονομική βλάβη στη δεύτερη εναγομένη, η οποία δαπάνησε σημαντικό ποσό για τη μετατροπή της διαρρύθμισης του διαμερίσματός της και τη διάνοιξη της μπαλκονόπορτας στη νέα θέση, δεδομένου ότι η παλαιά δεν εξυπηρετούσε τη γενόμενη διαρρύθμιση, το δικαίωμα της εναγομένης για εξασφάλιση ενός δωματίου για τις ανάγκες στέγασης της τετραμελούς οικογένειάς της, είναι πολύ σημαντικότερο σε σύγκριση με αυτό του ενάγοντος για εφαρμογή του κανονισμού σχετικά με την εξωτερική ομοιομορφία της οικοδομής, το οποίο ασκείται με την ένδικη αγωγή για αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με το κλείσιμο της νέας θύρας και τη διάνοιξη της παλαιάς, από την παράβαση του οποίου δεν δημιουργείται γι' αυτόν ουσιαστική βλάβη, αφού η θύρα βρίσκεται στο πίσω μέρος του διαμερίσματος και στην ίδια πλευρά (σε συνέχεια της παλαιάς), με συνέπεια να προκαλείται από την άσκηση της ένδικης αξίωσης η έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο ενάγων.
Το δικαίωμα, συνεπώς, του ενάγοντος, που ασκείται με την ένδικη αγωγή, μετά από όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού και άρα ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και απέρριψε το αγωγικό αίτημα για επαναφορά της μπαλκονόπορτας στην αρχική θέση της ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις καθόσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, ο δε πρώτος λόγος της έφεσης, καθόσον αφορά την τελευταία, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...
Περαιτέρω προέκυψε ότι η προαναφερόμενη εργολήπτρια εταιρία, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής των δύο πολυκατοικιών, αφού έλαβε την υπ' αριθμό …/8-7-1998 άδεια διαμόρφωσης δαπέδου των υπαιθρίων χώρων στάθμευσης, προέβη στη διαμόρφωση των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας, που δεν δικαιολογούν την άσκηση της ένδικης αγωγής αναφορικά με την καθαίρεση της κατασκευασθείσας από την αναιρεσίβλητη νέας θύρας του εξώστη του διαμερίσματός της, καθόσον αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και αρκεί ότι η άσκηση αυτού δεν είναι καταχρηστική ενόψει του γνωστού περιεχομένου αυτής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η διάνοιξη της μπαλκονόπορτας πραγματοποιήθηκε με την αρχική συναίνεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος χωρίς χρονικό περιορισμό και η θύρα βρίσκεται στο πίσω μέρος του διαμερίσματος και δεν δημιουργείται βλάβη στον αναιρεσείοντα, η δε αιτούμενη επαναφορά θα επιφέρει οικονομική βλάβη στην αναιρεσίβλητη, η οποία είναι πολύ σημαντική, η δε ύπαρξη της εν λόγω μπαλκονόπορτας δημιουργεί εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο ενάγων με την καθαίρεσή της και την ανακατασκευή της πρώτης μπαλκονόπορτας, με αποτέλεσμα το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος να αποβαίνει αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό της εφαρμοστέας στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον σύμφωνα με αυτές η κατάργηση της παλαιάς μπαλκονόπορτας και η διάνοιξη νέας στον πίσω τοίχο του με στοιχεία Β-3 διαμερίσματος της αναιρεσίβλητης πραγματοποιήθηκε με την συναίνεση του αναιρεσείοντος, η οποία, δεν δόθηκε με χρονικό περιορισμό, τα κίνητρα του αναιρεσείοντος δεν σχετίζονται με την αποκατάσταση της εξωτερικής ομοιομορφίας της πίσω επιφάνειας της οικοδομής αλλά λόγω της ποινικής αντιδικίας των διαδίκων και η αιτούμενη επαναφορά της εν λόγω μπαλκονόπορτας στην προτέρα κατάσταση θα επιφέρει οικονομική βλάβη στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο (άρθρο 281 ΑΚ) έκρινε νόμιμη την από την αναιρεσίβλητη προβληθείσα με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του με την ένδικη αγωγή ασκουμένου δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου υποβληθεισών εγγράφων προτάσεων της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης η εν λόγω ένσταση περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 281 ΑΚ στοιχεία. Ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν λαμβάνει υπόψη "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος, που προτάθηκαν, τα οποία δεν συνιστούν οι γενικές ή αιτιολογημένες αρνήσεις του αντιδίκου περί του νομικά ή ουσιαστικά αβασίμου του προς διάγνωση αχθέντος ζητήματος (ΑΠ 1600/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο και όγδοο λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ενώ ισχυρίσθηκε ότι μεταβλήθηκαν τα περιστατικά για τα οποία δόθηκε η συγκατάθεση των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της αναιρεσίβλητης με την ενηλικίωση του ανηλίκου υιού της και την μη διαμονή της στο εν λόγω διαμέρισμα του συζύγου της Θ.
Π. και του υιού της Α. Π., και ότι η αυθαίρετη επίστρωση εκ μπετόν "αρμέ" επιφάνεια επιστρώθηκε από την αναιρεσίβλητη και τον σύζυγο της η πληττόμενη απόφαση δεν τα έλαβε υπόψη της. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το οποίο "...η αιτούμενη επαναφορά θα επιφέρει οικονομική βλάβη στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία δαπάνησε σημαντικό ποσό για την μετατροπή της διαρρύθμισης του διαμερίσματός της και τη διάνοιξη της μπαλκονόπορτας, στη νέα θέση, το δικαίωμα της εναγομένης για εξασφάλιση ενός δωματίου για τις ανάγκες στέγασης της τετραμελούς οικογένειάς της είναι πολύ σημαντικότερο και ότι η εν λόγω επίστρωση εκ μπετόν αρμέ του ακάλυπτου χώρου επιφανείας 15,43 τ.μ.
έγινε από την εργολήπτρια - κατασκευάστρια εταιρία..." προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι το Εφετείο τον εν λόγω ισχυρισμό αφού τον έλαβε υπόψη του τον απέρριψε κατ' ουσία με την παραδοχή ότι οι ανάγκες στέγασης της τετραμελούς οικογένειάς της ήταν αρκετές κατά τον χρόνο της συζήτησης της από 25-9-2012 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/ 2010 και 38/2015).
Εξάλλου η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι η οικογένειά της ήταν τετραμελής, είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω με την παραδοχή ότι η επίστρωση του ακάλυπτου χώρου έγινε από την εργολήπτρια, απαντά η προσβαλλομένη απόφαση στον ισχυρισμό ότι η επίστρωση αυτή έγινε αυθαίρετα από την εναγομένη.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους έκτο, έβδομο και ένατο από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εξής αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη εξασφάλισης ενός δωματίου για τις ανάγκες στέγασης της τετραμελούς οικογένειας της αναιρεσίβλητης:
α) την υπ' αριθμ. …/19-4-2013 ένορκη βεβαίωση του Ι. Γ. και τις υπ' αριθμ. …/17-4-2013 και …/17-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή Σ. Χ.. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία άλλωστε ρητώς μνημονεύονται στο προοίμιο της προσβαλλομένης απόφασης όπου γίνεται μνεία των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων.
Επομένως οι πιο πάνω εκ του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος, έβδομος και ένατος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττάται στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 6500/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ