Legislator Case Law & Legislation
1621/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer authority and non-pleaded claims in lease termination case.

Case Number 1621/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease termination dispute. The appellants argued that the lower court erred by failing to consider a claim of lease renewal and by ordering the return of the property under a different legal capacity than requested. The court rejected these arguments as inadmissible because the renewal claim was not explicitly raised in the appellate briefs and the lower court's ruling on the return of the property aligned with the original request for possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 662, 94, 104, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not properly pleaded, and a claim for return of property is granted if the lower court ruled on the same substantive request despite a change in the legal characterization of the party's role.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lease termination lawyer authority inadmissible appeal possession of property legal capacity court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 662 of the Code of Civil Procedure
Articles 94 to 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. χήρας Κ. Ζ., 2. Ά. Κ. Ζ., 3. Ι. Κ. Ζ., συζ. Χ. Β., 4. Ξ. Κ. Ζ., κληρονόμων του αρχικού συμμισθωτή Κ. Ζ., κατοίκων όλων ..., και 5. Της Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ζ.-Θ. Ζ. και ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Κωστόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ), που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία απορροφήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", η οποία μετονομάσθηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), η οποία εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Παππά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:754/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 768/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2010 αίτησή τους και τους από 15-5-2012 πρόσθετους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 16-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του προσθέτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όταν πρόκειται για καταγγελία συμβάσεως μισθώσεως η οποία ασκείται με το δικόγραφο της αγωγής για απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, είτε ρητώς είτε πλασματικώς κατά το άρθρο 662 ΚΠολΔ, κατά το οποίο η άσκηση της αγωγής αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου ισχύει ως καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 211, 216, 217, 232, 233 αλλά ισχύουν τα άρθρα 94 επ ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με αυτά, ο ασκήσας την αγωγή υποχρεούται κατ' αρχήν, να αποδείξει κατά τη συζήτηση, την πληρεξουσιότητα εκείνου που υπέγραφε και επέδωσε την αγωγή ως πληρεξούσιος δικηγόρος . Η άσκηση όμως της αγωγής είναι προπαρασκευαστική πράξη και συνεπώς, η πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την αγωγή, επομένως και την περιεχόμενη σ' αυτήν καταγγελία, θεωρείται κατ' άρθρο 104 ΚΠολΔ ότι υπάρχει, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι προσκομίζεται το πληρεξούσιο έγγραφο ή χορηγείται η πληρεξουσιότητα προφορικά.

Για την καταγγελία δε της μίσθωσης που γίνεται από ανώνυμη εταιρία, νομικά εκπροσωπούμενη είτε με εξώδική δήλωση, είτε με αγωγή, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο της τελευταίας και η σχετική με την καταγγελία αυτή απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, ενώ πέραν τούτου δεν είναι απαραίτητη, η αναφορά της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που υπογράφει την αγωγή με την ενσωματωμένη σ' αυτή καταγγελία, ούτε ο τρόπος χορηγήσεως σ' αυτόν της πληρεξουσιότητας.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Στην υπό κρίση αγωγή που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2ΚΠολΔ) εκτίθεται από την ενάγουσα ότι δυνάμει του από 25.7.1986 μισθωτηρίου που υπεγράφη μεταξύ του Μετοχικού Ταμείο Στρατού ως εκμισθωτή και του Κ. Ζ. ως μισθωτή, το πρώτο εκμίσθωσε στο δεύτερο, το επαρκώς σ' αυτή περιγραφόμενο ακίνητο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός αυτοκινήτων.

Ότι από 1.9.1999 υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, ως ειδικός διάδοχος του Μετοχικού Ταμείο Στρατού, το Ελληνικό Δημόσιο μετά την αγορά του συνόλου του ακινήτου, η δε διοίκηση και διαχείριση αυτού περιήλθε στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου. Ότι μετά τον επισυμβάντα κατά την 8.11.1993 θάνατο του ως άνω μισθωτή, υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού.

Ότι ακολούθως, στη μισθωτική σχέση με το από 28.2.1992 συμφωνητικό προσχώρησης, ως συμμισθώτρια σε ολόκληρο το μίσθιο, υπεισήλθε η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Ζ.-Θ. Ζ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" πέμπτη των εναγομένων. Ότι μετά την παρέλευση του νόμιμου και συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της αποδώσουν τη χρήση του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης συνεπεία της καταγγελίας με την αγωγή. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων στοιχεία, ο χρόνος κατάρτισης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, η διάρκεια αυτής, η παρέλευση του νόμιμου και συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής και ο λόγος κατά συνέπεια άσκησης της ένδικης αγωγής για απόδοση του μισθίου και λύσης της μισθωτικής σύμβασης, ενώ διατυπώνεται και η περί καταγγελίας αυτής δήλωση βούλησης της εκμισθώτριας, χωρίς να είναι απαραίτητη κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αναφορά της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που υπογράφει την αγωγή με την ενσωματωμένη σ' αυτή καταγγελία, ενόσω η πληρεξουσιότης του δικηγόρου θεωρείται κατ' άρθρο 104 ΚΠολΔ ότι υπάρχει, ούτε και η αναφορά της απόφασης του αρμοδίου οργάνου της εκμισθώτριας για τη καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, δεδομένου ότι η ενάγουσα σε περίπτωση αμφισβήτησής τους βαρύνεται με την υποχρέωση απόδειξης αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς σε αυτή, ότι ο υπογράφων το δικόγραφο πληρεξούσιος δικηγόρος είχε την απαιτούμενη για την καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης πληρεξουσιότητα, ούτε του τρόπου χορηγήσεως αυτής καθώς και της απόφασης του αρμοδίου οργάνου της εκμισθώτριας για καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 232 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης είναι άκυρη. Κατά το άρθρο 233 ΑΚ μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον από αντιπρόσωπο, ο οποίος δεν έχει εξουσία, εφόσον ο άλλος δεν την απέκρουσε γι' αυτόν το λόγο, είναι ισχυρή, αφότου την ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος.

Το άλλο μέρος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον αντιπροσωπευόμενο να εγκρίνει ρητά την δικαιοπραξία μέσα σε εύλογη προθεσμία, που του καθορίζει. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει ότι, η μονομερής δικαιοπραξία, όταν γίνεται από αντιπρόσωπο που στερείται πληρεξουσίου, είναι άκυρη και ότι σε περίπτωση δικαιοπραξίας απευθυνόμενης σε άλλο, όπως είναι η καταγγελία συμβάσεως, αυτή, παρά την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, ισχυροποιείται, εφόσον εγκριθεί από τον αντιπροσωπευόμενο, πρέπει όμως η έγκριση να γίνει πριν αποκρουσθεί η δικαιοπραξία από το άλλο μέρος για τον λόγο ότι έγινε χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσωπεύσεως ο εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος.

Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν πρόκειται για καταγγελία συμβάσεως μισθώσεως από τον εκμισθωτή η οποία ασκείται με το δικόγραφο της αγωγής, για απόδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου είτε ρητώς είτε κατά το άρθρο 662 ΚΠολΔ, δι' ασκήσεως αγωγής περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου ακινήτου, η οποία ισχύει ως καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως.

Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για διαδικαστική πράξη στην οποία έχει ενσωματωθεί μονομερής δικαιοπραξία ουσιαστικού δικαίου, η. οποία όμως λόγω της ενότητας, δεν μπορεί να αποχωρισθεί και να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως ως προς την πληρεξουσιότητα έναντι της αγωγής. Έτσι στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 220 του ΑΚ, κατά το οποίο μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου, είναι άκυρη, εάν αυτός προς τον οποίο απευθύνεται την αποκρούσει αμέσως, αλλά έχουν εφαρμογή τα άρθρα 94 επόμενα του ΚΠολΔ.

Επομένως ο ασκήσας την αγωγή υποχρεούται να αποδείξει κατά την συζήτηση αυτής, την πληρεξουσιότητα εκείνου που υπέγραψε το δικόγραφο ως πληρεξούσιος δικηγόρος, με την προσαγωγή του ή με διορισμό δια δηλώσεως στο. ακροατήριο του δικαστηρίου και τούτο γιατί η άσκηση της αγωγής είναι προπαρασκευαστική πράξη και συνεπώς η πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπέγραψε την δικογραφία με την περιεχόμενη σ' αυτό καταγγελία της μισθώσεως θεωρείται ότι υπάρχει υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζεται το πληρεξούσιο-έγγραφο ή χορηγείται η πληρεξουσιότητα προφορικά, όπως προαναφέρθηκε.

Η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να γίνει για πρώτη φορά μεταγενεστέρως πριν ή στη δευτεροβάθμια δίκη, οπότε θεραπεύονται οι άκυρες διαδικαστικές πράξεις της πρωτοβάθμιας δίκης, που έγιναν χωρίς πληρεξουσιότητα, λόγω της εγκρίσεως των εκ των υστέρων. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 559ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικού κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, τ' ακόλουθα: Με το από 25-7-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το Μετοχικό Ταμείο Στρατού εκμίσθωσε στον Κ. Ζ. τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα -στη συμβολή των οδών ... και ... . Το μίσθιο αποτελείται από τρεις υπόγειους χώρους με στοιχεία Α, Β, και Γ, συνολικού εμβαδού 3,864 τμ., μαζί με τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό.

Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός και πλυντήριο αυτοκινήτων, δραστηριότητα που προστατεύεται από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 [άρθρο 1 περ. 1 α], το μίσθωμα σε 1,915.000 δραχμές και η διάρκεια της μίσθωσης διετής. Με το από 28-2-1992 "ιδιωτικό συμφωνητικό προσχώρησης σε μισθωτική σχέση", υπεισήλθε στη μίσθωση ως συμμισθώτρια η εταιρία με την επωνυμία "Κ.

Ζ.-Θ. Ζ. και Σια ΟΕ", ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας ήταν ο αρχικός μισθωτής και οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι και η οποία συστήθηκε με το από 23-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε νόμιμα. Με το ως άνω από 28-2-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό η μίσθωση παρατάθηκε μέχρι το 1994. Μετά τον κατά την 8-11-1993 θάνατο του αρχικού μισθωτή Κ.

Ζ., ο οποίος, όπως δεν αμφισβητείται, κληρονομήθηκε από τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους, οι τελευταίοι, μαζί με την εταιρία με την επωνυμία "Κ. Ζ.-Θ. Ζ. και Σια ΟΕ", είναι οι συμμισθωτές του ως άνω ακινήτου. Ήδη με το .../30-12-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας-Αντωνίας Δαβίλα-Μανδρέκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού μεταβίβασε στο Ελληνικό Δημόσιο την πολυκατοικία στο υπόγειο της οποίας βρίσκεται το μίσθιο και του εκχώρησε τη μισθωτική σχέση, έτσι ώστε να υπεισέλθει από 1-1-1999 στη σύμβαση ως εκμισθωτής το Ελληνικό Δημόσιο.

Έτσι οι εναγόμενοι συνέχισαν να ασκούν στο μίσθιο τη συμφωνημένη εμπορική τους δραστηριότητα. Δεδομένου δε ότι η διάρκεια της μίσθωσης αυτής είναι δώδεκα έτη, με λήξη στις 25-7-1998, ενώ η ενάγουσα δεν άσκησε αγωγή απόδοσης του μισθίου εντός εννεαμήνου από την κατά τα ανωτέρω λήξη της, η μίσθωση παρατάθηκε για τέσσερα ακόμη έτη δηλαδή μέχρι 25-7-2002.

Έκτοτε μετατράπηκε σε αόριστης διάρκειας, εξαιτίας της μη εναντίωσης της ενάγουσας στη συνεχιζόμενη παραμονή των εναγομένων στη χρήση του μισθίου. Η ενάγουσα, ακολούθως, με την 28/07/Ζ3/26-9-2007 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της για τη διοίκηση της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, αποφάσισε "την άμεση υποβολή αγωγής έξωσης του μισθωτή από το ΒΚ2648 parking ...

και ...". Ομοίως με την 1/08/Ε1/15-1-2008 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου αποφάσισε "την άμεση υλοποίηση της απόφασης του Δ.Σ. υπ' αριθ. 28/07/Ζ3/26-9-2007 παράγραφος 1 που αφορά την άμεση υποβολή αγωγής εξώσεως του μισθωτή". Στη συνέχεια το απόσπασμα των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας διαβιβάστηκε στο νομικό σύμβουλο δικαστικών υποθέσεων δικηγόρο Γεώργιο Λιάννη.

Ο τελευταίος με την κρινόμενη αγωγή, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, επιδόθηκε στους εναγομένους στις 6-6-2008, κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του. μισθίου στην ενάγουσα. Ο ως άνω δικηγόρος ενήργησε με βάση το .../2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευτυχίας Κασκαρέλη, με το οποίο η ενάγουσα, του έχει χορηγήσει, ανάμεσα σε άλλους δικηγόρους, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να παρίσταται και να την εκπροσωπεί σε όλα τα δικαστήρια και "...

κάνουν αγωγές για την απόδοση της χρήσης μισθωμένου ακινήτου ...". Σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα με το .../11-10-2010 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Σακκά-Ρέβελα, επαναλαμβάνει την χορήγηση της ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο, που υπογράφει την αγωγή, τόσο για την άσκηση της, όσο και για την παράσταση και εκπροσώπηση της από αυτόν τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.

Επομένως, αφού νόμιμα ελήφθη η απόφαση για την αγωγή απόδοσης του μισθίου από το Δ.Σ. της ενάγουσας και δόθηκε η πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, είναι νόμιμη η καταγγελία της μίσθωσης με την κρινόμενη αγωγή και είχε ως αποτέλεσμα τη λύση αυτής [μίσθωσης] και την υποχρέωση των εναγομένων να αποδώσουν την χρήση του μισθίου, κατ' άρθρο 609 ΑΚ, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Δεν ήταν δε απόλυτα αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας πανηγυρικά η καταγγελία της μίσθωσης, ενόψει του ότι εμπεριέχεται στην απόφαση για την άσκηση αγωγής, η οποία, κατ' άρθρο 662 ΚΠολΔικ, ισχύει ως καταγγελία. Με βάση τα προεκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης ήταν έγκυρη και ισχυρή, καθόσον ο ανωτέρω δικηγόρος είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα και για την άσκηση της ένδικης αγωγής και για την παράσταση και εκπροσώπηση της μισθώτριας εταιρίας τόσο πρωτοβαθμίως, όσο και δευτεροβαθμίως.

Ο τρίτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 226 ΑΚ, διότι έκρινε έγκυρη την καταγγελία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης μολονότι η πληρεξουσιότης στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αγωγής δικηγόρο δόθηκε δυνάμει του ... /11.1.2010 ειδικού πληρεξουσίου της συμ/φου Αθηνών Σακκά -Ρέβελα εκ των υστέρων στην κατ' έφεση δίκη, η δε εκ των υστέρων έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, είναι κατά το μέρος αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος:

A) το μεν διότι όπως δέχθηκε το Εφετείο, η πληρεξουσιότης στον ως ανωτέρω δικηγόρο που υπέγραψε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής είχε δοθεί πριν την άσκησή της με το .../2005 πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Ευτυχίας Κασκαρέλη με το οποίο παρεχόταν σε αυτόν η εξουσία για άσκηση αγωγής αποδόσεως μισθίου, η οποία κατά το άρθρο 662 ΚΠολΔ ισχύει ως καταγγελία κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, προκύπτουσας δε της πληρεξουσιότητας αυτής από το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν χρειαζόταν για την παροχή αυτή η τήρηση του έγγραφου τύπου του άρθρου 80 του Κώδικα Δημόσιου Λογιστικού (ν. 2362/1995), και Β) το δε διότι η χορηγηθείσα εκ νέου στο δικηγόρο αυτό πληρεξουσιότης με το .../11.10.2010 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Αγγελικής Σακκά -Ρέβελα, στην κατ' έφεση δίκη, και με την παραδοχή εισέτι της έγερσης της ένδικης αγωγής χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, θεράπευσε αναδρομικά (άρθρα 233, 238 ΑΚ) τις άκυρες διαδικαστικές πράξεις της πρωτοβάθμιας δίκης και ισχυροποίησε την περιεχόμενη στην αγωγή καταγγελία.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 226 ΑΚ με αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση η μίσθωση που έχει καταστεί αορίστου διαρκείας λήγει με καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με την άσκηση από τον εκμισθωτή αγωγής απόδοσης του μισθίου, στην ελάσσονα πρόταση ουδέν αναφέρει σε σχέση με τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης με καταγγελία που ασκήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν διότι δεν πρόκειται περί αντιφάσεων στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ιδρύεται ο από τον προαναφερόμενο αριθμό λόγος αναίρεσης, το δε ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης, σαφής αναφορά γίνεται περί λύσεως της ένδικης μισθωτικής σύμβασης με τη χωρήσασα καταγγελία αυτής με την κρινόμενη αγωγή.

Επειδή αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία, ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση, αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό. Εξαίρεση υπάρχει αν η αντίφαση αυτή έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ο πρώτος επομένως λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ στο αιτιολογικό δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες τυγχάνουν συμμισθωτές του μισθίου ακινήτου και κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσία της αγωγής, πρέπει να υποχρεωθούν "οι εναγόμενοι" και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να αποδώσει τη χρήση του μισθίου, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, καθ' όσον ουσιαστικά δεν πρόκειται περί αντιφάσεως, αλλά περί πρόδηλης παραδρομής κατά τη σύνταξη της αποφάσεως, εξαιτίας της οποίου το διατακτικό της αποφάσεως διατυπώθηκε κατά τα ανωτέρω ανακριβώς, η οποία όμως αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως διορθώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 80 του ν. 2362/1995 "1) Για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των "δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ" ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο. Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 2) Επί συμβάσεως, η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, υπό του αντισυμβαλλόμενου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εν της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητας της συμβάσεως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες ως άνω διατυπώσεις και η τήρησή τους ως ειδικών, και συγκεκριμένα η τήρηση τύπου για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, και γενικά για κάθε συμφωνία που αφορά και ανάγεται στη μίσθωση ακινήτου της άνω κατηγορίας, απαιτείται και όταν η μίσθωση του ακινήτου αυτού εμπίπτει στην προστασία του ν. 813/1978.

Η ακυρότητα όμως αυτή από τη μη τήρηση έγγραφου τύπου, για την αποδοχή της πρότασης του Δημοσίου, αίρεται αν εκπληρωθεί η σύμβαση, δηλαδή αν γίνει εκπλήρωση της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του Δημοσίου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό κατά το οποίο η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν έληξε κατά μήνα Ιούνιο 2008, αλλά ανανεώθηκε μέχρι 30.6.2020 καθ' όσον αναζητήθηκαν από την αναιρεσίβλητη με τα από 25.5.2009 έγγραφά της ως αναπροσαρμογή μισθώματος, αλλιώς, ως αναπροσαρμογή αποζημίωσης χρήσης τα αναφερόμενα στα έγγραφα αυτά ποσά για το χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως 31.5.2009 καθ' όσον όπως δέχθηκε, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2α, 6 και 7 παρ. 1 και 3 του Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων, της αναιρεσίβλητης και 80 του ν.2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού" η επικαλούμενη περί ανανεώσεως της μισθωτικής σχέσης σύμβαση, δεν έχει καταρτισθεί εγγράφως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις που παρατέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως ανωτέρω διατάξεις, κατά τις οποίες για την ανανέωση της μισθωτικής σύμβασης απαιτείται η τήρηση του έγγραφου τύπου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.

Για να ιδρυθεί όμως ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση έληξε κατά μήνα Ιούνιο 2008, με τη χωρήσησα όπως δέχθηκε, καταγγελία αυτής, δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους (αναιρεσειόντων), ότι η μισθωτική σύμβαση δεν έληξε κατά το μήνα Ιούνιο 2008, αλλά ανανεώθηκε (καταρτίστηκε νέα σύμβαση)και έχοντας νόμιμη διάρκεια δώδεκα ετών λήγει στις 30.6.2020, χωρίς η ανανέωση αυτή να πάσχει ακυρότητα λόγω της μη τήρησης του έγγραφου τύπου περί την κατάρτισή της καθ' όσον οι αναιρεσείοντες εξακολουθούν να παραμένουν στη χρήση του μισθίου χωρίς τη διατύπωση οιαδήποτε από την αναιρεσίβλητη εταιρία εναντίωσης.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3.4.2009 έφεσης καθώς και των από 11.1.2010 προτάσεων -πρόσθετου λόγου αυτής δεν προκύπτει η προβολή ισχυρισμού ομοίου περιεχομένου με τον προαναφερόμενο αναφορικά με την άρση της ακυρότητας της ανανεωθείσας, όπως επικαλούνται (αναιρεσείοντες), μισθωτικής σύμβασης και την εγκυροποίησή της, αν και συνήφθηκε ατύπως, με την εκ μέρους τους εκπλήρωσή της.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν η άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχα εκκρεμοδικία.

Τέλος αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής της κύριας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου και κώδικα και συγκεκριμένα ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, καθ' όσον υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου, ενώ με την αγωγή ζητήθηκε η απόδοση της χρήσεώς του με την ιδιότητά της ως πληρεξουσίας εντολοδόχου και αντιπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον, όπως από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν σε απόδοση της χρήσεως του μισθίου στην ενάγουσα, υπό την ως ανωτέρω ιδιότητά της. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέντα, πρέπει να απορριφθεί η από 26.4.2010 αίτηση αναιρέσεως της 768/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και ο από 15.5.2012 πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, ως ηττηθέντες, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.4.2010 αίτηση αναιρέσεως της 768/2010 απόφασης καθώς και τον από 15.5.2012 πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ