Legislator Case Law & Legislation
1621/2012 AI generated

1621/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1621/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1621/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως αποτελεί η 1470/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της απορριπτικής επ' αυτής 359/2010 αποφάσεως του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα του φερομένου ως παραλειφθέντος να ερευνηθεί τρίτου κατά σειρά λόγου, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια, προεχόντως το τυπικά παραδεκτό αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γραβιά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. 2. αλλοδαπής εταιρίας Pty περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Sagric International Ltd", που εδρεύει στην ..., διατηρεί γραφεία στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "C. Bro International A/S", που εδρεύει στη ..., διατηρεί γραφεία στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως αυτή τροποποιήθηκε σε "G. C. BRO A/S", που εδρεύει στη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη, δυνάμει της από 1-2-2007 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Πουλόπουλο και 4. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 588/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 359/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η 1666/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 30 Ιανουαρίου 2012 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 5437, 5438Γ/17-3-2011 και 9696, 9607Γ'/4-4-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Γαβριά, ο οποίος επισπεύδει με την από 9-11-2010 κλήση την κρινόμενη 1470/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της απορριπτικής επ' αυτής 359/2010 αποφάσεως του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα προς εξέταση του τρίτου κατά σειρά λόγου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω κλήσεως, ως και εκείνης από 30-1-2012, μετά την έκδοση της 1666/2011 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσίβλητων, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (15-10-2012), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην πρώτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (15-10-2012). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη και τετάρτη των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως αποτελεί η 1470/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της απορριπτικής επ' αυτής 359/2010 αποφάσεως του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα του φερομένου ως παραλειφθέντος να ερευνηθεί τρίτου κατά σειρά λόγου, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια, προεχόντως το τυπικά παραδεκτό αυτής.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, ορίζεται ότι το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση αν κρίνει πως η υπόθεση είναι ώριμη γι' αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής οριστική είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου που περατώνει τη δίκη επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, είτε με την απόρριψη της αίτησης αυτής ως απαράδεκτης ή ως αβάσιμης, είτε, μετά την κατάργηση του τμήματος παραπομπής του Αρείου Πάγου με το άρθρο 31 παρ.2 του Ν. 2172/1993, με την παραδοχή της αίτησης και την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 580 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012.

Με την έκδοση της οριστικής του απόφασης, με την οποία απορρίπτεται τελικά η αίτηση αναίρεσης, και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναίρεσης, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απεκδύεται από κάθε εξουσία για νέα εξέταση της υπόθεσης και αναλώνεται η αξίωση του διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας, με την έννοια της επανεξέτασης της διαφοράς, που είναι απαράδεκτη λόγω της έλλειψης εκκρεμοδικίας.

Το οριστικό δε απορριπτικό διατακτικό, και χωρίς ειδική απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό, αφορά τόσο τους απαράδεκτους λόγους, όσο και εκείνους που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι. Από τα προαναφερθέντα συνάγεται και ότι, εφόσον υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ρητή απορριπτική διάταση της αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της, δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής εκ νέου των λόγων αυτών στο Αναιρετικό τμήμα για επανεκδίκαση, γιατί στην περίπτωση αυτή έχει καταργηθεί η εκκρεμότητα του αιτήματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το αίτημα τούτο έχει απορριφθεί και το Ακυρωτικό Δικαστήριο απεκδύθηκε κάθε εξουσίας για νέα εξέταση της υπόθεσης, ενώ η ερευνά των ίδιων λόγων προϋποθέτει ανάκληση της οριστικής απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης που είναι ανεπίτρεπτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 εδ.

α' και 555 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 20/2009). Στην περίπτωση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά την διωκόμενη δι' αυτής έννομη προστασία της εξετάσεως του φερομένου ως παραλειφθέντος να ερευνηθεί λόγου αυτής, σε αντιδιαστολή προς την κλήση προς συζήτηση αυτής. Και τούτο για τον λόγο ότι διαδικαστικές πράξεις αποτελούν πράξεις ρυθμιζόμενες κατά το πραγματικό και τις έννομες συνέπειες του από το δικονομικό δίκαιο, οι οποίες αποσκοπούν στην δημιουργία, εξέλιξη ή περάτωση συγκεκριμένης διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας.

Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί και η κλήση των διαδίκων, με διωκόμενο δι' αυτής δικονομικό αποτέλεσμα, πλην άλλων, και τον προσδιορισμό δικασίμου για την (περαιτέρω) συζήτηση της. Τα δικονομικά ελαττώματα της εν λόγω κλήσεως των διαδίκων, η οποία δεν δικαιούται από την αιτία αυτή αυτοτελούς αξιολογήσεως με δύναμη διατακτικού δικαστικής αποφάσεως, αντανακλούν στο παραδεκτό ή μη του δικονομικού αυτής αποτελέσματος της συζητήσεως της υποθέσεως, με την έννοια στην τελευταία περίπτωση του αποκλεισμού αυτής όσο διαρκεί το κώλυμα ή δεν έτυχε θεραπείας το δικονομικό ελάττωμα της σχετικής κλήσεως, ή εφόσον τούτο αποκλείεται κατά τρόπο οριστικό, η αγωγή ή το ένδικο μέσο, τα οποία αποτελούν και το αντικείμενο της υποθέσεως, ως δικονομικό μέσο παροχής της αιτουμένης δι' αυτών έννομης προστασίας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να είναι μάρτυρας και ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου που είναι διάδικος, ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.

Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεως τους. Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η οποία διατάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως.

Υπό την αντίθετη εκδοχή ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη. Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.3 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ο τρίτος που βεβαιώνει ενόρκως, καταθέτει τα περιστατικά που γνωρίζει για το αντικείμενο της αποδείξεως.

Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν εμπίπτει στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 270 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ και της παρεχομένης δι' αυτής δικονομικής δυνατότητας λήψεως υπόψη συμπληρωματικώς και αποδεικτικών μέσων, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ.

α', κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως επί ανυπόστατης ένορκης βεβαιώσεως νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου.

Από τα υπάρχοντα στη διάθεση του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει πράγματι ότι με τους τρίτο και τέταρτο και τελευταίους κατά σειρά λόγους της 1470/21-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προβλήθηκαν οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.10, 11α, 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και στήριξε κυρίως την περί πραγμάτων κρίση του (α) στην ένορκη βεβαίωση του Χ.

Μ., προέδρου του δ.σ. και νομίμου εκπροσώπου της τέταρτης των αναιρεσίβλητων ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και επομένως δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη (3ος λόγος) και (β) την μαρτυρική κατάθεση του Α. Ν., νομίμου εκπροσώπου της πρώτης και τετάρτης των αναιρεσίβλητων, της οποίας, ομοίως ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο παρέλειψε να κηρύξει την ακυρότητά της (4ος λόγος).

Επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 359/2010 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, αναφορικά με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Με τους δύο τελευταίους λόγους αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.11 και 14 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή και πρωτοδίκως, ήτοι την ένορκη μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με καταχώριση της στα οικεία πρακτικά) του Προέδρου του Δ.Σ.

και Διευθύνοντος Συμβούλου της τελευταίας αναιρεσίβλητης, Α. Ν., ενώ έπρεπε να κηρύξει αυτή άκυρη. Επομένως, εφόσον δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο, ότι οι ισχυρισμοί για μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δικονομική ακυρότητα είχαν προβληθεί από τον αναιρεσείοντα πρωτοδίκως και έγινε επαναφορά τους στο Εφετείο, ώστε να έχει τούτο τη δυνατότητα να εκφέρει κρίση επ' αυτών, υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος", νομική αιτιολογία η οποία προσήκει και επί του τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως, επί του οποίου παρέλειψε ειδικώς να αποφανθεί, το πραγματικό του οποίου από νομική άποψη ταυτίζεται και προβλήθηκε συνδυαστικά με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο που ρητά απορρίφθηκε, σε κάθε δε περίπτωση οι διατυπούμενες με τον επίμαχο τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.10, 11α ΚΠολΔ αξιολογούνται ως απαράδεκτες, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ο θεμελιωτικός αυτών ισχυρισμός, χωρίς παράλληλα να πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή η πλημμέλεια περί του επιτρεπτού της ένορκης βεβαιώσεως του Μ., ως νομίμου εκπροσώπου της τέταρτης των αναιρεσίβλητων, να βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά τον φερόμενο προς εξέταση τρίτο κατά σειρά λόγο, με παράλληλα καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1470/21-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 588/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της απορριπτικής επ' αυτής 359/2010 αποφάσεως του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα προς εξέταση του τρίτου κατά σειρά λόγου αυτής. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 19-11- 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ