1621/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1621/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα καταβληθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης είναι υπέρτερα του ανώτατου ορίου καταβλητέας αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 § 2 του α.ν. 173/1967. Ο περιορισμός του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν οι ενάγοντες σύμφωνα με το ν. 2112/1920, το οποίο καταβλήθηκε σε αυτούς, είναι νόμιμος, αφού η εναγόμενη είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας.
Full text
Απόφαση 1621 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., 2) Π. Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. Χ., κατοίκου ..., 40 Δ. Π., κατοίκου ... και 5) Κ. Μ., 2. Οι 1ος, 3ος, 4ος και 5ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 732/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2010 αίτησή τους και τον από 19-1-2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 14-4-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 266/11-7-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Xίου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-5-2011 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται εσφαλμένα το έτος), κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εκ των αναιρεσειόντων Π. Μ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, προς συζήτηση, από το οικείο πινάκιο. Πρέπει επομένως να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσείοντος (άρθρο 576 παρ. 2 ΚπολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Στην προκείμενη περίπτωση την αίτηση αναιρέσεως, ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, υπέγραψε ο δικηγόρος Επαμεινώνδας Κουφογιάννης και την κατέθεσε η δικηγόρος Αγγελική Γιαννακάκου, χωρίς να γίνεται επίκληση και να προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς αυτούς, με το οποίο να παρέχεται το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως και εκπροσωπήσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, ενώ κατά την παρούσα συζήτηση της υποθέσεως ο ως άνω αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι άκυρη ως προς αυτόν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1990, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο μεταβλήθηκε μεταγενεστέρως και προσδιορίσθηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίστηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).
Τέλος, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου, το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών που είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση".
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος ΟΤΕ, κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία του (ν.δ. 1049/1949, αν.
ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφελείας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του αν. ν. 173/1967. Τον χαρακτήρα του αυτόν, ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, δεν απέβαλε το αναιρεσίβλητο από το γεγονός της εξόδου του από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994 σύμφωνα με το οποίο ο ΟΤΕ, ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993, όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κωδ.
Ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει χωρίς να μεταβάλλεται η νομική προσωπικότητα του και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρίας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του ΟΤΕ", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρίας, μεταξύ άλλων δε αναφερομένων δραστηριοτήτων είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο.
Το ότι το ανώτατο όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε ακολούθως με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικώς θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον ΟΤΕ αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (Ολ.ΑΠ 10/1998). Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996 (Εισαγωγή μετοχών του ΟΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών...), ορίζεται ότι: "οι διατάξεις της παραγράφου 2 του α.ν. 173/1967 που αφορούν το ύψος της οφειλομένης στο απολυόμενο προσωπικό του Ο.Τ.Ε.
αποζημίωσης του ν. 2112/1920, όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ο.Τ.Ε. (Ο.Μ.Ε.-Ο.Τ.Ε.) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου Ο.Τ.Ε. εξακολουθούν να ισχύουν (ΑΠ 551/2008, ΑΠ 282/2004). Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ ΟΤΕ είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής".
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν τη διαφορά μεταξύ της κατά το άρθρο 8 του ν. 3198/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4435/1976, οφειλόμενης αποζημιώσεως και της καταβληθείσας.
Την απόρριψή του στήριξε στις ακόλουθες παραδοχές: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και απασχολήθηκαν σ' αυτήν, ως μόνιμοι υπάλληλοί της, μέχρι τις 19-8-2008 ο πρώτος από αυτούς, τις 27-6-2008 ο δεύτερος, τις 4-7-2008 ο τρίτος, στις 30-12- 2007 ο τέταρτος και τις 4-7-2008 ο πέμπτος, κατά δε το χρόνο της αποχώρησής τους οι ενάγοντες είχαν συμπληρώσει 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας ο πρώτος, 30 έτη υπηρεσίας ο δεύτερος, 32 έτη ο τρίτος, 26 έτη ο τέταρτος και 32 έτη ο πέμπτος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 2122/7-6-1989 απόφασή του ενέκρινε τη χορήγηση στο προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. επιπλέον τριών (3) τακτικών μισθών, υπολογιζόμενων με βάση τον τακτικό μισθό του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Με την από 7.3.1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Ε. και της Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Ε., ορίσθηκε ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Τ.Ε. 2122/7.6.1989 για παροχή στο λόγω συνταξιοδοτήσεως απολυόμενο προσωπικό πρόσθετης (πέρα δηλαδή της κατά την κειμένη νομοθεσία) αποζημιώσεως αποτελεί όρο της συλλογικής σύμβασης.
Με την από 25-6-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ ορίστηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση των τριών αποδοχών των τριών (3) μηνών αυξάνεται από 2-1-2002 σε πέντε (5) μηνιαίους μισθούς. Με την από 30-6-2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ ορίστηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση των τριών αποδοχών των πέντε (5) μηνών αυξάνεται από 2-1-2004 σε επτά (7) μηνιαίους μισθούς, ενώ με την από 19-5-2004 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ ορίστηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση των τριών αποδοχών των επτά (7) μηνών αυξάνεται από 2-1-2005 σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς.
Κατά την αποχώρηση των εναγόντων από την εργασία τους καταβλήθηκε σε καθένα από αυτούς αποζημίωση ανερχόμενη στο ποσό των 52.908,38 ευρώ για τον πρώτο, εκ των οποίων 22.256 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του ν. 2112/1920 και 30.652,38 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του άρθρου 6 της από 19-5-2004 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, στο ποσό των 56.472,02 ευρώ για το δεύτερο, εκ των οποίων 22.256 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του ν. 2112/1920 και 34.216,02 ευρώ στην αποζημίωση του άρθρου 6 της από 19-5-2004 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, στο ποσό των 57.027,46 ευρώ για τον τρίτο, εκ των οποίων 22.256 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του ν. 2112/1920, 29.771,46 ευρώ στην αποζημίωση του άρθρου 6 της από 19-5-2004 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και 5.000 ευρώ σε πρόσθετο ποσό που δόθηκε στο προσωπικό της εναγομένης ως κίνητρο αποχώρησης με τις από 20-7-2005 και 28-2-2007 συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στο ποσό των 105.732,03 ευρώ για τον τέταρτο, εκ των οποίων 21.421 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του ν. 2112/1920, 28.311,03 ευρώ στην αποζημίωση του άρθρου 6 της από 19-5-2004 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και 56.000 ευρώ σε κίνητρο αποχώρησης δυνάμει των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στο ποσό των 57.810,914 ευρώ για τον πέμπτο, εκ των οποίων 22.256 ευρώ αντιστοιχούσαν στην αποζημίωση του ν. 2112/1920, 30.554,91 ευρώ στην αποζημίωση του άρθρου 6 της από 19-5-2004 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και 5.000 ευρώ σε κίνητρο αποχώρησης δυνάμει των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Τα καταβληθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης είναι υπέρτερα του ανώτατου ορίου καταβλητέας αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 § 2 του α.ν. 173/1967. Ο περιορισμός του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν οι ενάγοντες σύμφωνα με το ν. 2112/1920, το οποίο καταβλήθηκε σε αυτούς, είναι νόμιμος, αφού η εναγόμενη είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας.
Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων περί κατάργησης του θεσπισμένου με τον α.ν. 173/1967 ανώτατου ορίου αποζημίωσης λόγω απόλυσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ο ΟΤΕ εξακολουθεί να είναι επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας και, συνεπώς, ο περιορισμός του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 για τα όρια της οφειλόμενης αποζημίωσης στους εργαζόμενους που αποχωρούν λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, δεν αντιβαίνει στις πιο πάνω διατάξεις, αφού ο εν λόγω περιορισμός έχει θεσπιστεί και επιβάλλεται εκ λόγων δημόσιας ωφέλειας.
Τέλος οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. 2 και παρ. 3 του ν. 435/1976, αποτελούν γενικότερου περιεχομένου νεότερες διατάξεις και συνεπώς έχουν τροποποιήσει τον ν. 173/1967, είναι αβάσιμες, αφού οι διατάξεις του ν. 435/76 απλώς αντικαθιστούν το άρ. 8 εδ. β του ν. 3198/1955, ο οποίος συμπληρώνει και τροποποιεί τον ν. 2112/1920, τις διατάξεις του οποίου, περί αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, αποβλέπει να θέσει όριο με ειδικές διατάξεις ο ν. 173/1967.
Άλλωστε η ισχύς του νόμου αυτού και μετά το ν. 435/76, σαφώς προκύπτει και από τα οριζόμενα στη προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996, όπου γίνεται ρητή αναφορά της ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 2 του α.ν. 173/1967 που αφορούν το ύψος της οφειλομένης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησής τους αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παραβίαση του άρθρου 251 ΑΚ. Πλην ο λόγος αυτός, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν ερεύνησε ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων εκ του άνω άρθρου 251 ΑΚ.
ΙΙΙ. Με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί εσφαλμένα προσέθεσε στην αποζημίωση απόλυσης τα ποσά που είχαν λάβει οι αναιρεσείοντες ως πρόσθετη αποζημίωση και ως κίνητρο πρόωρης αποχώρησης και εσφαλμένα δέχθηκε ότι είχαν λάβει ως αποζημίωση απόλυσης μεγαλύτερα ποσά από εκείνα που δικαιούνταν. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ενάριθμα σε ποιο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, υπάγεται η επικαλούμενη αιτίαση. Εκτιμώμενος δε ο πρόσθετος αυτός λόγος ως λόγος από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή ο κανόνας δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό. Το τελευταίο είναι αναγκαίο να αναφέρεται ενόψει του ότι και χωρίς την αναφερόμενη από τους αναιρεσείοντες προσθήκη των ποσών που είχαν λάβει ως πρόσθετη αποζημίωση και ως κίνητρο πρόωρης αποχώρησης, τα καταβληθέντα ως αποζημίωση απόλυσης ποσά (21.421 - 22.256 ευρώ), σύμφωνα με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, είναι υπέρτερα του ανώτατου ορίου των 15.000 ευρώ.
IV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος αυτής λόγος κατά της 732/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (παραιτηθέντων παραδεκτώς των αναιρεσειόντων από του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση αναιρέσεως (αρ. καταθ.127/24-8-2010 ) και τον από 19-1-2011 πρόσθετο αυτής λόγο (αρ. κατ. 21/20-1-2011) για αναίρεση της 732/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ